Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

Κεφάλαιο 7. Τα μάτια του άνοιξαν στη Νάρνια κατά το σούρουπο

 

Τα μάτια του άνοιξαν στη Νάρνια κατά το σούρουπο. Είδε αμέσως το υπέροχο ηλιοβασίλεμα, τον κόκκινο δίσκο να κυλάει πίσω από τη γαλάζια ειρηνική θάλασσα. Μα ένιωσε τον καινούργιο κόσμο πρώτα με την όσφρηση και την ακοή του. Τα χιλιάδες αρώματα των λουλουδιών και οι οσμές όλων των άλλων πλασμάτων έσπευσαν να τον επισκεφτούν, κι η δροσερή αύρα τον τύλιξε σα μεταξένιος μανδύας. Ένας μανδύας υφασμένος όχι μόνο με μόρια αέρα, μα και με συναισθήματα καλοσύνης, αγάπης και γαλήνης.

Από τα γύρω δάση, αναρίθμητα Πουλιά κάθε Είδους τιτίβιζαν, έκρωζαν και κελαηδούσαν, καθώς συνάζονταν στις φωλιές τους για να κουρνιάσουν.

Κατάλαβε πως βρισκόταν σ’ έναν παράδεισο. Δεν του άρεσε και πολύ αυτό· όμως ένας παράδεισος είναι εύκολο να κατακτηθεί, γιατί δεν είναι καχύποπτος, ούτε προετοιμασμένος για πόλεμο.

Όμως από τα βάθη της γης, κάτω απ’ τις μαύρες μπότες του, ένιωθε κραδασμούς. Όχι κραδασμούς του υπεδάφους, αλλά των ψυχών· κραδασμούς κακίας και αγριότητας. “Εκεί είναι η κόλαση” σκέφτηκε. “Εκεί θα είναι ο τόπος μου”.

Απέναντί του, στην ακρογιαλιά, ένα καΐκι ετοιμαζόταν να πάει για ψάρεμα. Το πλήρωμά του ήταν Σάτυροι, που ετοίμαζαν τα δίχτυα και τα σύνεργά τους. Μερικές Νύμφες, οι γυναίκες τους, είχαν φέρει κολατσιό τυλιγμένο σε πετσέτες. Ένας αργόσχολος Φαύνος στεκόταν στην άκρη του καϊκιού και φλυαρούσε.

«Χμ…» έκανε ο Γεηρός βλέποντας με τα μάτια του ένα δείγμα από τον πληθυσμό αυτού του παράξενου Κόσμου.

Με τη σκέψη του έφτιαξε ένα φανταστικό πουλί – ένα διάφανο, αόρατο σκεπτοπούλι – και το ’στειλε να πετάξει πάνω απ’ τη θάλασσα· εκεί το μετέτρεψε σε ψάρι – σκεπτόψαρο – που βούτηξε στα βαθιά. Ό,τι θωρούσε το σκεπτόψαρο, θωρούσε κι ο Μάγος.

Είδε ένα γαλήνιο βυθό που έσφυζε από ζωή, όπως κι η στεριά. Δεν είχε μόνο πανέμορφα Ψάρια όλων των Ειδών, των μεγεθών και των σχημάτων (Ψάρια που έμοιαζαν με τα γήινα, μα και άλλα, νοήμονα και μη, που σε καμιά θάλασσα του δικού μας Κόσμου δεν κολυμπάνε) και απέραντα δάση από κοράλλια απίστευτης ομορφιάς, ή μόνο γιγάντια στρείδια με ποικιλόχρωμα μαργαριτάρια και ναυάγια με αμύθητους θησαυρούς, μα και ολόκληρα βασίλεια από Γοργόνες, Σειρήνες, Τρίτωνες, Ναϊάδες και Νηρηίδες, με παλάτια, χωριά και πόλεις, που δεν τα χωρούσε ο νους του Ανθρώπου.

Ένα ψυχικό κύμα τον άγγιξε ξαφνικά, αποσπώντας τη σκέψη του· το σκεπτόψαρο εξανεμίστηκε και πέρασε στην ανυπαρξία.

Ήταν ένα κύμα αλαζονείας, που μόνο η δική του σκοτεινή ψυχή μπορούσε να νιώσει. Κι ερχόταν από ψηλά. Κοίταξε τον ουρανό, που σκοτείνιαζε. Τα Άστρα ανέτελλαν κατά χιλιάδες, σε διάφορα μεγέθη και χρώματα, μα ένα ξεχώριζε: ένα σμαραγδένιο Αστέρι, που ταξίδευε κάθετα στον ουρανό. Από κει ερχόταν αυτό το ασυνήθιστο κύμα, που τον έκανε να νιώσει μεγάλη ευφροσύνη.

Έκλεισε τα μάτια και το κάλεσε τηλεπαθητικά. Το Αστέρι ανταποκρίθηκε· κύλησε απ’ τον ουρανό, σχηματίζοντας μια πράσινη φωτεινή ουρίτσα, και προσγειώθηκε παίρνοντας ανθρώπινη μορφή, όπως όλα τα ουράνια σώματα στη Νάρνια μπορούν να κάνουν.

Στάθηκε ήρεμο και σοβαρό μπροστά του. Ο Γεηρός ένιωσε πως αυτό το πλάσμα είχε ισχυρές μαγικές δυνάμεις, ισάξιες με τις δικές του. Δεν του άρεσε αυτό. Όμως ίσως είχε βρει το σύνδεσμό του μ’ αυτό τον Κόσμο, που θα τον βοηθούσε να ενώσει και τους δυο Κόσμους – να τους ενώσει κάτω από την εξουσία του.

«Είμαι ο Γεηρός, Μάγος από τον Κόσμο των Ανθρώπων».

«Είμαι ο Κοριάκιν, Αστέρας της Νάρνια».

«Νιώθω πως έχεις μεγάλες δυνάμεις, Κοριάκιν».

«Κι εγώ νιώθω πως έχεις κακές προθέσεις. Μα, με κάποιον παράξενο τρόπο, οι προθέσεις σου με γοητεύουν».

«Με διαβάζεις σαν ανοιχτό βιβλίο» τον κολάκεψε ο Γεηρός. «Ίσως είμαστε εκείνοι που θα συνδέσουν τους δυο Κόσμους και θα τους ενώσουν κάτω από μια κοινή εξουσία· ο Κόσμος σου θα είναι για σένα και ο δικός μου για μένα!».

Η ψυχή του Κοριάκιν τρικύμισε καθώς δέχτηκε την κολακεία. Αυτό σήμαινε, κατάλαβε ο Μάγος, πως είχε ακόμα συναισθηματικό κόσμο, έστω και διεφθαρμένο. Ήταν ένα αδύνατο σημείο, που μπορεί να τον έριχνε σε παγίδες. “Άρα είναι πιο αδύναμος από μένα” σκέφτηκε με χαρά. Ο Κοριάκιν ένιωσε τη χαρά του, μα πίστεψε πως οφειλόταν στη γνωριμία τους.

«Καλή συμφωνία. Και καλή συμμαχία. Ίσως είσαι εκείνος που περίμενα αιώνες, χωρίς να το ξέρω» είπε και τον τύλιξε μ’ ένα σύννεφο λαμπερής αστερόσκονης, σε ένδειξη εκτίμησης.

Ο Μάγος κοίταξε προς τη θάλασσα. Οι ψαράδες είχαν αποπλεύσει και η ακτή ήταν έρημη από νοήμονα όντα. Σίγουρα θα είχαν δει το Αστέρι να κατεβαίνει, όπως και χιλιάδες άλλα μάτια σε πολλά μέρη, μα δε θα φαντάζονταν τι πραγματικά συνέβαινε αυτή τη στιγμή στον παράδεισό τους.

***

Οι δυο Μάγοι μπήκαν σε μια μεγάλη παραθαλάσσια σπηλιά κι ο Γεηρός, με μια κίνηση, εξόντωσε κάθε ζωντανό πλάσμα που ζούσε μέσα – έντομα, όστρακα και μικρά ζωάκια – και τη γέμισε με τη σκοτεινή ενέργειά του. Έτσι θα μπορούσαν να κάνουν επικλήσεις, να διαλογίζονται και να συνωμοτούν με άνεση.

Είπε την αλήθεια στον Κοριάκιν για το πώς έμαθε για τη Νάρνια και πώς ήρθε σ’ αυτήν. Κι ο Κοριάκιν του μίλησε για τον υποχθόνιο Κόσμο και τα βδελυρά πλάσματα.

«Είναι ο κατάλληλος στρατός για μας. Κανείς όμως δε μπορεί να τους μιλήσει. Το μυαλό τους είναι θολωμένο και νιώθουν μόνο πείνα και μίσος!».

«Μ’ αυτά θα τους κατευθύνουμε εύκολα. Δε θα μας φέρουν καμιά αντίσταση. Και τα πλάσματα του πάνω Κόσμου;».

«Θα τα παρασύρουμε δελεάζοντάς τα με το πιο λεπτό δόλωμα, τη φιλοδοξία».

«Όλα;».

«Αρκεί να δελεάσουμε τους Βασιλιάδες, που θα ’ναι πανεύκολο, γιατί είναι ανόητοι μωροφιλόδοξοι. Θα τους ακολουθήσουν χιλιάδες, υπακούοντας στις διαταγές τους. Η Νάρνια θα κατακτηθεί χωρίς μάχη».

«Όμως κάτι σε ανησυχεί».

«Υπάρχει κάτι… Ή μάλλον, Κάποιος. Ο Ασλάν».

«Διάβασα γι’ αυτόν στο βιβλίο των σκιών, που δημιουργήθηκε με τα ξόρκια μου. Μα λέει πως έχει αιώνες να εμφανιστεί».

«Εγώ όμως ξέρω πως περπατάει αθέατος στα λιβάδια, τις ακρολιμνιές και τ’ ακροθαλάσσι τις νύχτες. Είναι απρόβλεπτος. Δε φάνηκε στον Εμφύλιο Πόλεμο, μα μπορεί να παρέμβει εναντίον μας, αν το θελήσει. Και είναι ανίκητος».

«Μέχρι στιγμής» είπε ο Μάγος και μαύρες αστραπές πετάχτηκαν από τα μάτια του. «Δεν έχει αντιμετωπίσει μαγεία, που έρχεται έξω από τη Νάρνια! Ξέρεις, σύντροφέ μου, έχω κι εγώ συμμαχίες που κανείς δε μπορεί να τις νικήσει».

Έλεγε ψέματα, γιατί οι δαίμονες, που νόμιζε πως τον υπηρετούσαν (ενώ στην πραγματικότητα τους υπηρετούσε αυτός κι εκείνοι περίμεναν να πεθάνει για ν’ αρπάξουν την ψυχή του για πάντα, όπως γίνεται με όλους τους Μάγους), είχαν νικηθεί πολλές φορές από κείνους, που δε δίσταζαν να θυσιάσουν τη ζωή τους για την αγάπη και το καλό. Έλεγε ψέματα· μα η αλήθεια ούτε του ήταν χρήσιμη, ούτε τον ευχαριστούσε.

***

Ο Πολεμιστής Ήλιος στεκόταν μπροστά στο Βασιλιά Ροκ, το Μινώταυρο. Φορούσε τα όπλα του – είχε αυτό το δικαίωμα, λόγω της διαπιστωμένης αφοσίωσής του στους νόμους, που τον έκανε απόλυτα έμπιστο – μα στεκόταν κάμποσα μέτρα μακριά απ’ το θρόνο, ενώ γύρω πάνοπλοι φύλακες Μινώταυροι, Κένταυροι, Αίλουροι και Αρκούδες είχαν το νου τους.

Ο Βασιλιάς φορούσε το στέμμα και τη στολή του, κατάφορτη με πολύτιμους λίθους και στολισμένη με ένα σωρό παράσημα. Η προσωποποίηση της ματαιοδοξίας.

Ο Βασιλιάς Ροκ ζούσε σε κάστρο οικοδομημένο από τον παππού του κι αυτό φούντωνε μέσα του τη ζήλεια κατά του Μονόκερου Βασιλιά Χρύσιππου, που ζούσε στο Κάιρ Πάραβελ, το αρχαίο ιστορικό παλάτι της Νάρνια.

«Μεγαλειότατε, αυτό που σχεδιάζετε, δεν είναι μόνο λάθος· είναι έγκλημα! Ποιος ο λόγος να κάνετε αυτή την επίθεση, που θα κοστίσει αίμα και δάκρυα;».

«Είσαι ο μόνος που μπορεί να μου πει αυτά τα λόγια», ρουθούνισε ο Βασιλιάς, «χωρίς να χάσει το κεφάλι του, πιστέ μου φίλε».

«Γιατί δε με φοβίζει το να χάσω το κεφάλι μου… Όμως, αν δε μπορώ να σας μεταπείσω…».

«Είναι σίγουρο πως δε μπορείς. Ο Βασιλιάς σου είναι αποφασισμένος».

«Το ίδιο και ο Μονόκερως αντίπαλός σας. Πώς θα συμμαχήσετε;».

«Προσωρινά. Το πεδίο είναι μεγάλο». Χαμήλωσε τη βαριά φωνή του. «Και θα βρεθεί και ευκαιρία να του δώσω αυτό που του αξίζει!».

«Όμως σας κατευθύνουν, δεν το βλέπετε; Μπορεί να έχει καλή πρόθεση ένας Μάγος που οδηγεί κατακτητές στο δικό του Κόσμο;».

«Δε φοβάμαι».

Ο Κένταυρος κούνησε το κεφάλι.

«Όπως έλεγα, αν δε μπορώ να σας μεταπείσω, θα δεχόμουν ευχαρίστως να τεθώ επικεφαλής του στρατού σας».

Ο Μινώταυρος μούγκρισε με ευχαρίστηση.

«Με εκπλήσσεις, φίλε μου. Η πρότασή σου με γεμίζει χαρά! Όμως, θα μπω εγώ ο ίδιος επικεφαλής».

«Τότε πάρτε με σαν απλό στρατιώτη».

Ο Βασιλιάς σηκώθηκε και τον πλησίασε με βαριά βήματα, που νόμιζε πως τον έκαναν μεγαλοπρεπή.

«Θέλω να μείνεις εδώ, στο πόδι μου, μέχρι να γυρίσω».

Ο Πολεμιστής Ήλιος ταράχτηκε. Το ανέκφραστο πρόσωπό του δεν τον πρόδωσε, όμως τα μάτια του σπίθισαν και τ’ αφτιά του πετάρισαν.

«Προτιμώ να πολεμήσω» αντέτεινε, κρύβοντας τις αληθινές του σκέψεις.

«Είναι διαταγή, πολεμιστή φίλε μου. Είσαι ο πιο συνετός, γενναίος και ικανός. Θα με αντικαταστήσεις και θα διαφεντέψεις τη Νάρνια όσο θα λείπω. Όταν επιστρέψω, θα σε ανταμείψω πλουσιοπάροχα, για όλη σου τη ζωή».

Ο γενναίος άντρας με το κορμί του αλόγου σώπασε για μια στιγμή. Μέσα του γινόταν μάχη. Μα ήξερε πως δε θα έβγαινε νικητής.

«Τότε επιτρέψτε μου να πάω στο σπίτι, να ενημερώσω τη γυναίκα μου».

«Θα της στείλω μήνυμα μ’ έναν Φαύνο, να έρθει να μείνει μαζί σου στο παλάτι».

«Τότε, σας παρακαλώ, ειδοποιήστε και τους αδελφούς μου, να έρθουν να με δουν».

***

Ο Πολεμιστής Ήλιος είχε τριάντα αδέρφια. Όμως ο Βασιλιάς ήξερε πως, όταν έλεγε “τους αδελφούς μου”, εννοούσε τον πιο δυνατό απ’ όλους, τον Κεραυνόποδο, και τον πιο στενό φίλο του, τον Ωκυθόα.

Σε λιγότερο από δυο ώρες, οι δυο Κένταυροι βρίσκονταν κοντά του, τρέχοντας σαν αστραπή από το χωριό τους, διακόσια χιλιόμετρα μακριά.

Η Φλογέα, η σύζυγός του, τού μήνυσε πως θα ερχόταν το βράδυ· δεν ταιριάζει σε μια γυναίκα να τρέχει σα μανιακή στα δάση και τα λιβάδια.

«Ξέρουμε πως διαφωνείς μ’ αυτή την επιχείρηση» του είπαν. «Είναι ένα λάθος που θα μας βάλει σε νέους μπελάδες».

«Μόνο με μια επανάσταση θα σταματούσε» είπε ο φίλος τους. «Δηλαδή, ένα νέο Εμφύλιο. Έχει πολλούς φιλόδοξους κι επιπόλαιους που τον στηρίζουν».

Άπλωσε τα χέρια και τους έπιασε δυνατά απ’ τους ώμους.

«Ο Βασιλιάς με αφήνει στο πόδι του, κι εγώ σας στέλνω στο δικό μου πόδι. Ήθελα να πάω, είναι μοναδική ευκαιρία να ψάξω για την Κρυσταλίνα, μα είναι αμετάπειστος. Σας παρακαλώ, κάντε το εσείς για μένα».

Οι Κένταυροι του έσφιξαν τα χέρια αντρίκεια.

«Έχεις το λόγο μας πως δε θα γυρίσουμε αν δεν τη βρούμε, ό,τι κι αν γίνει!».

 ***

Μπροστά στην Πηγή των Χαρισμάτων, που συνδέει Όλους τους Κόσμους, συναντήθηκαν οι στρατοί της Νάρνια. Η σκόνη από χιλιάδες πόδια κάλυψε τα πάντα. Ο κρότος, οι βρυχηθμοί, τα κρωξίματα και τα μουγκρητά έτρεψαν σε φυγή τους Σπίνους και τ’ άλλα αθώα και απόλεμα πλάσματα που έπιναν νερό.

Ο Μονόκερως Βασιλιάς Χρύσιππος φορούσε την πανοπλία του από καθαρό ασήμι, φτιαγμένη από τους πρωτομαστόρους των Νάνων, στολισμένη ολόκληρη με ανάγλυφα που παρίσταναν τις νίκες του πρόγονού του στον Εμφύλιο Πόλεμο. Αδελφοκτόνες νίκες, για τις οποίες όλοι οι λαοί της Νάρνια θρηνούσαν και μόνο οι Βασιλιάδες καμάρωναν. Ο Βασιλιάς Ροκ ήρθε πάνω στο πολεμικό του άρμα, που το έσερναν ομιλούντα Άλογα, οπλισμένος με δυο πελώρια τσεκούρια. Ήταν ντυμένος με την πολύχρωμη πανοπλία του, από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους.

Χιλιάδες Μονόκεροι συνωστίζονταν στο στρατό του Χρύσιππου και Μινώταυροι στις δυνάμεις του Ροκ. Εκτός αυτού, οι δυο στρατιές απαρτίζονταν από πλάσματα όλων των Ειδών που μπορούσαν να πολεμήσουν· Κένταυρους, Νάνους, Φαύνους, Σάτυρους, Άλογα, Αίλουρους, Αρκούδες, Αγριόχοιρους, Γρύπες, Γεράκια και πολλά ακόμη. Μέχρι και Γίγαντες είχαν έρθει από τα βόρεια βουνά, κρατώντας τεράστια ρόπαλα από ολόκληρους κορμούς ξεριζωμένων πανάρχαιων Δέντρων.

Μόνο δύο Είδη είχαν παραμείνει ουδέτερα: οι Αετοί και οι Ποντικοί. Οι πρώτοι ήταν πολύ υπερήφανοι για να καθοδηγηθούν σ’ έναν πόλεμο, κάτω από την ηγεσία άλλων και μάλιστα με την εμπλοκή ενός άγνωστου ξένου. Οι δεύτεροι αρνήθηκαν να συμμαχήσουν, αφού απουσίαζε ο πρίγκιπάς τους.

Και φυσικά απείχαν ολοκληρωτικά τα βασίλεια του βυθού της θάλασσας, που αδιαφορούσαν για τους πολέμους των Ειδών της ξηράς, θεωρώντας τους μάταιους και ανόητους.

Δίπλα στους στρατούς των δυο Βασιλέων, οι δυο Μάγοι άνοιξαν με τα ξόρκια τους ένα ευρύχωρο πηγάδι, απ’ όπου άρχισαν να ξεπροβάλλουν τα πλάσματα του υποχθόνιου Κόσμου. Ξεπρόβαλλαν, ξεπρόβαλλαν ατελείωτα, ασύνταχτα, ασυγκράτητα, σκορπώντας το δέος και τη φρίκη με τις μορφές, τη δυσοσμία και τα ουρλιαχτά τους. Μια ολόκληρη κόλαση είχε ξεβραστεί ανελέητη στον απάνω Κόσμο! Ακόμη και οι πιο γενναίοι, ακόμη και οι Βασιλιάδες ένιωθαν φόβο. Όλοι ετοίμασαν τα όπλα τους, μήπως τους ριχτούν οι βδελυρές στρατιές. Όμως οι Μάγοι, με τις δυνάμεις τους, κρατούσαν σε απόσταση τα ανήμερα θηρία κι αυτό τα ’κανε ακόμη πιο ανήμερα! Κι έκανε τους δυο Μάγους να φαίνονται πιο τρομεροί και πιο σεβαστοί σε όλα τα μάτια.

Κι όταν είχαν παραταχτεί όλοι κι από τα τρία στρατεύματα, οι Μάγοι έδωσαν τη διαταγή να κινήσουν. Κι οι Βασιλιάδες, για να φανεί πως τάχα διατηρούσαν ακόμη κάποια εξουσία, επανέλαβαν τη διαταγή. Και μυριάδες πόδια περπάτησαν και συνωστίστηκαν στην Πηγή των Χαρισμάτων. Κι άρχισαν να περνάνε στον Κόσμο των Γιων του Αδάμ και των Θυγατέρων της Εύας. Κι όταν είχαν περάσει πια όλοι, η Πηγή των Χαρισμάτων, που συνδέει Όλους τους Κόσμους, είχε δεχτεί τόση βία, που είχε στερέψει για πάντα.

 

Βασίλης Ταβουλάρης, «Το Σύμπλεγμα του Ιεχωβά» (συνέντευξη)

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης Ο Βασίλης Ταβουλάρης συνδυάζει στις ρίζες του Ρέθυμνο και Μάνη. Γεννημένος στην Αθήνα, εδώ και αρκετά χρόνια ζει και ...