Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαια 8 (εισαγωγή) & 7

 

Εικ. από εδώ

8 (εισαγωγή)

Η πυρκαγιά στο net café έπαιξε πρώτο θέμα σ’ όλα τα κανάλια, συνοδευόμενη από ένα βίντεο, τραβηγμένο από κάποιο i-phone, μ’ έναν τύπο που δεν καλοφαινόταν το πρόσωπό του και που εκσφενδόνιζε ένα τούβλο με αναμμένο στουπί πίσω απ’ το μπαρ, στα μπουκάλια με το ουίσκι.

Προφανώς έτσι είχε προκληθεί η φωτιά· τίποτα μεταφυσικό, τίποτα περίεργο.

Στις ειδήσεις είπαν πως το café (δεν ανέφεραν τ’ όνομά του) ήταν ύποπτο για διακίνηση ναρκωτικών και πως οι αρχές εκεί απέδιδαν την καταστροφή – σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών, δεδομένου και του βίντεο.

Και καθώς η κάμερα του i-phone γύρισε αλλού, έδειξε για δευτερόλεπτα στο πατάρι μερικούς έφηβους και κάτι παιδιά, αποχαυνωμένα κι ακίνητα, που παρακολουθούσαν σε μια οθόνη την εξέλιξη ενός βιντεοπαιχνιδιού: ψηφιακοί μαυροντυμένοι ιππότες, στολισμένοι με ανάποδους κόκκινους σταυρούς, αντιμετώπιζαν στρατιώτες με χρυσαφιές πανοπλίες. Αυτοί οι έφηβοι και τα παιδιά (το ’δαμε ξεκάθαρα) ήμασταν οι Πειρατές των Υπονόμων κι εμείς!

Τίποτα μεταφυσικό κι εδώ, τίποτα περίεργο!

Το είδαμε όλοι, οι γονείς μας κι εμείς, στο σαλόνι του σπιτιού μας, όπου είχαμε συγκεντρωθεί μετά τη φωτιά. Απομείναμε με το στόμα ανοιχτό.

Ευτυχώς ήταν η μαμά μου μαζί, που η μαρτυρία της ήταν η μόνη που βάρυνε για τους μεγάλους. Και είχε να καταθέσει πάααρα πολλά… Βέβαια κι εκείνη αμφέβαλλε για τη φύση των γεγονότων, αλλά ένα ήταν σίγουρο· ακόμα κι αν είχαν παίξει με το μυαλό μας, είχαμε περάσει διά πυρός και σιδήρου και είχαμε ζήσει.

7

Γεια· είμαι ο Νίκος, ο γιος του παπά Σάββα.

Ξέρω πως διαβάζετε την ιστορία του Μελένιου Δράκου κι είπα να προσθέσω μερικές λεπτομέρειες, που κανείς άλλος από όσους ξέρετε μέχρι στιγμής δεν τις έχει ζήσει· ούτε οι Πειρατές των Υπονόμων, όπως αυτοαποκαλούνται η Μίνα με την παρέα της, ούτε οι Ιππότες της Γαλακτοτροφούσας, όπως ονόμασε ο πατέρας μου τη Μελίνα και τα ξαδέρφια της – και το Γιάννη.

Όταν ήμουν μικρός, πίστευα πολύ στο Θεό. Γεννήθηκα σε πιστή οικογένεια, όπως είχαν γεννηθεί κι οι γονείς μου· δυο από εκείνες τις ορθόδοξες οικογένειες που αναδύθηκαν σαν υποβρύχια μετά την κατάρρευση της αθεΐας – ήταν Σέρβοι.

Αν και οι παππούδες μου ήρθαν στην Ελλάδα όταν ο πατέρας μου ήταν έξι χρονών, ενώ η μαμά μου, Σέρβα κι αυτή, γεννήθηκε στην Ελλάδα· οι ίδιοι ταξίδεψαν ελάχιστα στη Σερβία κι εγώ έχω πάει μόνο μια φορά. Τα σέρβικα τα ’μαθα μεγάλος, σαν ξένη γλώσσα, ποθώντας να συνδεθώ με τις σλαβικές, μα και τις βαλκανικές ρίζες μου.

Μικρός λοιπόν πίστευα πολύ στο Θεό. Οι γονείς μου με είχαν μεγαλώσει με πολλές ιστορίες για το Χριστό, την Παναγίτσα και τους αγίους, όπως τους είχαν μεγαλώσει κι εκείνους οι δικοί τους γονείς. Από μικρός ήξερα σαν αυτονόητα πως Κυριακή πρωί σημαίνει εκκλησία, πως Τετάρτη και Παρασκευή δεν τρώμε κρέας και, για τους μεγάλους, είναι μέρες νηστείας κανονικής· πως πρωί και βράδυ κάνουμε μια προσευχούλα και πως όλα τ’ αρχίζουμε και τα τελειώνουμε με το σημείο του σταυρού και το όνομα του Χριστού.

Οι γονείς μου ήταν εξαίρετοι γονείς και μου κληροδότησαν ό,τι θεωρούσαν ως τον πιο πολύτιμο θησαυρό τους.

Ήξερα τι είναι οι γιορτές των αγίων, η θεία κοινωνία, οι μοναχοί, οι Χαιρετισμοί της Παναγίας, οι Παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου… Μικρός ακόμα έμαθα και τι είναι η εξομολόγηση. Κι όλα αυτά με χαρά, αγάπη, συγχωρητικότητα, ταπείνωση από πλευράς των γονιών μου και πραότητα· και με πολλές εξηγήσεις, ανάλογα με την ηλικία μου. Ποτέ με αυστηρότητα και καταπίεση· μου επέτρεπαν και ξεκούραση, και χαλαρότητα, όχι όμως παρασπονδίες στη θρησκευτική μας ζωή (μια οικογενειακή θρησκευτική ζωή – πνευματική ζωή την ονόμαζε ο πατέρας μου), εκτός αν υπήρχε πραγματικός λόγος.

Ήμουν τεσσάρων χρονών, παραμονή της γιορτής μου, του αγίου Νικολάου (που ήταν οικογενειακή μας γιορτή, στην οικογένεια του πατέρα μου, εδώ και πολλές γενιές, σλάβα, όπως λένε στη Σερβία, που σημαίνει δόξα), μόλις είχα αποκοιμηθεί, ένα μωρουδίστικο, αφράτο ύπνο γεμάτο χρώματα, όταν με επισκέφτηκε πρώτη φορά στ’ όνειρό μου ο Μελένιος Δράκος.

Ξαφνιάστηκα και τρόμαξα, μα ο φόβος μου κράτησε ένα δευτερόλεπτο – ήταν τόσο φιλικός, τόσο γλυκός, τόσο μελένιος, που έγινα φίλος του αμέσως.

Μου μίλησε για τον κόσμο του, τα ταξίδια του, τις μάχες του… Και μερικές εβδομάδες αργότερα εμφανίστηκε ενώ ήμουν ξύπνιος και τριγύριζα μόνος μου στην εκκλησία – ο πατέρας μου ήταν στο γραφείο μαζί με τον προϊστάμενο του ναού, γιατί ο ίδιος ήταν ο νεότερος και δεύτερος στην ιεραρχία – και με πήρε στη μυστική πόρτα, απ’ όπου μου έδειξε πια τον κόσμο του, έναν κόσμο που δε θα τον ξεχάσω ποτέ.

Όλοι ξέρετε το Μελένιο Δράκο· τον έχετε δει πολλές φορές· όμως (χαμογελάω νοσταλγικά τώρα) δε θ’ αποκαλύψω προς το παρόν την ταυτότητά του, γιατί ξέρω πως θα τον συναντήσετε στη δική σας ιστορία αργότερα.

Εν πάση περιπτώσει, όταν επέστρεψα τα διηγήθηκα όλα στους γονείς μου. Η μαμά μου νόμισε πως τους έλεγα ένα παραμύθι, όμως ο πατέρας μου συνοφρυώθηκε· ήξερε πολύ καλά, από βιβλία βέβαια, πως καραδοκούν οι Παγιδευτές και στήνουν παγίδες να ψαρέψουν τρυφερές ψυχούλες, και με ξεψάχνισε πάρα πολύ σοβαρά και προσεκτικά, για να βεβαιωθεί αν λέω αλήθεια και τι ακριβώς ήταν αυτό που είχα δει.

Και τελικά βεβαιώθηκε για την αγαθή του φύση και την αληθινή του ταυτότητα, μα και πάλι μου επέστησε την προσοχή (δεν τον είχα ξαναδεί τόσο σκεφτικό), να μη δίνω πίστη σε όσα βλέπω, ούτε να δέχομαι όσα μου λένε τυχόν απροσδόκητοι επισκέπτες, ακόμα κι αν μου εμφανιζόταν – αν δηλαδή νόμιζα πως μου εμφανίζεται –  ο ίδιος ο άγιος Νικόλαος ή ο Χριστός.

Ο Μελένιος Δράκος μου εμφανίστηκε άλλες δυο φορές· στ’ όνειρό μου τη μια φορά και την άλλη μικρός μικρός, πάνω στο γραφείο μου, όπου τον είδε κι η Βέρα, η αδερφούλα μου· ήταν μόλις δυο χρονών κι έκανε τρελές χαρούλες με γέλια και παλαμάκια!

Εκείνη τη μέρα ο Μελένιος Δράκος μου μίλησε για τα χαμένα παιδιά.

Όμως, μια στιγμή, σα ν’ αφουγκράστηκε κάτι κι έπρεπε να φύγει στα ξαφνικά, γιατί, όπως μου εξήγησε, μερικά παιδιά που τον ενδιέφεραν πάρα πολύ κινδύνευαν στην πλατεία, έξω απ’ την εκκλησία όπου υπηρετούσε ο πατέρας μου. Πέταξε με τα μελένια φτερά του και χάθηκε απ’ τις γρίλιες του παραθύρου μας, που έβλεπε σ’ ένα ακάλυπτο χώρο με λεμονιές.

Και τη συνέχεια την ξέρετε, όπως κι ότι ζήτησα από τον πατέρα μου να τα πει όλα. Εκείνος δίσταζε και αμφέβαλλε (δεν είχε Facebook, ούτε ασχολιόταν πολύ με το Διαδίκτυο και δεν είχε πληροφορηθεί την αναζήτηση του Μελένιου Δράκου, που κρατούσε ήδη μήνες σε πολλές πόλεις), αλλά, όπως ήρθαν τα πράγματα, τελικά το έκανε.

***

Και φτάνουμε στο φοβερό βράδυ, όταν φόρεσε το πετραχήλι του, μπήκε στο Ιερό κι έψαλε παράκληση στην Παναγία για όλα τα παιδιά, μπροστά στα μάτια εκείνου του καθαρού ανθρώπου, του θείου τους, του Άρη.

Εμείς ήμασταν στο σπίτι, η μαμά βοηθούσε τη Βερούλα να κάνει μπάνιο κι εγώ έπαιζα στο δωμάτιό μας, περιμένοντας να τελειώσουν για να μπω στη μπανιέρα να πλατσουρίσω και να κάνω και το μπανάκι μου, σαν παιδάκι…

Πώς να τα θυμηθώ και πώς να τα πω, χωρίς να σφιχτεί η καρδιά μου, όπως σφίχτηκε τότε γεμάτη τρόμο; Ήταν ο πρώτος αληθινός εφιάλτης που βίωνα στη ζωή μου, και μάλιστα όχι στ’ όνειρό μου (έτσι τουλάχιστον πίστευα και πιστεύω), μα στην πραγματικότητα!

Άνοιξε το παράθυρο με κρότο και τρύπωσαν μέσα οι ψυχοκάντζαροι, αυτά τα τελώνια που προ ημερών είχαν προσπαθήσει να κατασπαράξουν τα άγνωστά μου παιδιά στην αυλή της εκκλησίας. Μικρά διαβολάκια με σκούρο μπλε δέρμα, κόκκινα μάτια, σουβλερά δόντια, γαμψά νύχια, που ανάδιδαν μιαν απίστευτη αποφορά… Το ένα κρατούσε το άλλο από τα πόδια (μικρά πόδια φαύνου ή μάλλον γουρουνιού, με μακριές χηλές) και σχημάτιζαν μιαν αλυσίδα που εισέβαλε απ’ το παράθυρό μου, μοιάζοντας να κρέμεται απ’ τον ουρανό. Ο τελευταίος με άρπαξε από τους ώμους, κάτι σφύριξε σε κάποια αλλόκοτη γλώσσα κι όλοι μαζί απογειώθηκαν έξω απ’ το παράθυρο κρατώντας με μαζί τους.

Άρχισα να ουρλιάζω, να τσιρίζω! Έξω ήταν νύχτα και παγωνιά· κοίταξα ψηλά κι είδα δεκάδες καλικαντζαράκια να κρέμονται το ένα απ’ το άλλο και το πρώτο να το κρατάει στα βρομερά πόδια του ένα γιγάντιο όρνιο με τεράστιες φτερούγες, που υψωνόταν όλο και ψηλότερα παίρνοντάς με μαζί του μέσ’ στο σκοτάδι!

Με άκουσε η μαμά; Δε με άκουσε; Ούτε που ήξερα. Ούρλιαζα όσο πιο δυνατά μπορούσα και πάλευα να ξεφύγω – μα πώς να ξέφευγα; Κάνοντας βουτιά στο κενό; Θα γινόμουν συντρίμμια στα δέντρα, στα μπαλκόνια, στις ταράτσες…

Και ξαφνικά, ένα απέραντο σμήνος μέλισσες φάνηκαν βουίζοντας από παντού. Συνόδευαν μια ομάδα παιδιών, που σκαρφάλωναν στα δέντρα, πρόβαλλαν απ’ τις ταράτσες, ανέβαιναν στις κεραίες των τηλεοράσεων κι έρχονταν να με βοηθήσουν!

Παιδιών που τα ήξερα πολύ καλά: ήταν οι φίλοι μου απ’ το νηπιαγωγείο! Όλοι φορούσαν πιτζάμες, άλλες ροζ, άλλες γαλάζιες, άλλες πολύχρωμες, στολισμένες με ένα σωρό πανέμορφες ζωγραφιές.

Ο Γιωργάκης πήδηξε στον αέρα από μια κεραία και με άρπαξε απ’ τους αστραγάλους, για να με τραβήξει προς τα κάτω. Οι ψυχοκάντζαροι στρίγκλισαν εξοργισμένοι και συνέχισαν ν’ ανεβαίνουν. Τότε η Χριστίνα άρπαξε το Γιωργάκη απ’ τα πόδια κι άρχισαν ν’ ανεβαίνουν κι οι δυο, τραβηγμένοι απ’ τη δύναμη των παγανών! Κι ο Ραντζότ, το Ινδάκι, άρπαξε το Χριστινάκι απ’ τα πόδια, και η Ξένια το Ραντζότ κι ο Παναγιώτης την Ξένια κι η Καίτη τον Παναγιώτη κι ο Ρομπέρτο την Καίτη κι η Ανθή το Ρομπέρτο κι ο Λευτέρης την Ανθή κι η Λευκή το Λευτέρη κι ο Βασίλης τη Λευκή κι η Δωρίτσα το Βασίλη κι ο Νεκτάριος τη Δωρίτσα κι η Μαριώ το Νεκτάριο! Και σχημάτισαν μιαν αλυσίδα παιδιών, αλυσίδα αγάπης, που με διεκδικούσε πίσω στη Γη κι αντιστεκόταν στην αλυσίδα μίσους και μοχθηρίας που με τραβούσε στην αιχμαλωσία και στα σύννεφα!

Αλλά το όρνιο ήταν πολύ δυνατό, οι ψυχοκάντζαροι έσερναν με μανία και λύσσα κι όλη η αλυσίδα των συμμαθητών μου ξεκόλλησε από την ταράτσα, όπου στέκονταν οι τελευταίοι, κι αρχίσαμε πάλι ν’ ανεβαίνουμε προς το νυχτωμένο και συννεφιασμένο ουρανό.

Αναρωτιέμαι αν άκουγε κανείς τις τσιρίδες και τα ουρλιαχτά μας!... Ανεβαίναμε κι ανεβαίναμε κι έβλεπα κάτω απ’ τα πόδια μας ν’ απομακρύνεται η πόλη κι ο πανικός μου, όπως και όλων, ξεχείλιζε από τα μπατζάκια μου.

Και κάποια στιγμή προσγειωθήκαμε όλοι, κουβαριασμένοι, πάνω σ’ ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο. Τα παγανά σκόρπισαν δώθε κείθε, το όρνιο χάθηκε βαθιά στην κατάμαυρη νύχτα κι εμείς απομείναμε κατατρομαγμένοι ν’ αναρωτιόμαστε για την τύχη μας.

Μαζευτήκαμε κουτρουβαλώντας – το σύννεφο μας φαινόταν σκληρό σα βράχος –  κι αγκαλιαστήκαμε, παίρνοντας θάρρος ο ένας από την παρουσία και την ανάσα και το λαγουδίσιο καρδιοχτύπι του άλλου.

Μπροστά μας είδαμε παρκαρισμένο ένα κερασί αυτοκινητάκι, χαριτωμένο σα μωρουδιακό ή κουκλίστικο, εντελώς αταίριαστο μ’ όλα τα υπόλοιπα. Διστακτικά κάναμε να πλησιάσουμε, γεμάτοι περιέργεια, μα και κάποια ελπίδα… Και ξαφνικά, από μέσα όρθωσε το ανάστημά του ένα τέρας, ξεπηδώντας από το παράθυρο σαν καπνός ή σα φίδι, που απ’ το μαύρο του σώμα ξεχύνονταν μπουμπουνίζοντας μικροί κεραυνοί!

«Τώρα θα σας φάμε!» στρήνιαξε, κι εμείς κερώσαμε. «Θέλετε να τον βοηθήσετε, ε; Τώρα θα βοηθήσετε ο ένας τον άλλο να κατεβείτε πιο γρήγορα στο στομάχι μας!».

Αλλά δε μας έφαγαν· γιατί στη στιγμή πρόβαλαν πέντε καβαλάρηδες με χρυσές αρματωσιές, οπλισμένοι με κοντάρια, κι άρχισαν τη μάχη για την υπεράσπισή μας!

Κι από πίσω τους ο Μελένιος Δράκος προσγειώθηκε ανάμεσά μας, μας φόρτωσε όλους στη χνουδωτή πλάτη του – άλλοι κάθισαν στις φτερούγες του, άλλοι στο σβέρκο – και ξεκίνησε για τη Γη και για την Αθήνα.

Δεν πιστεύαμε στην τύχη μας, είχαμε γλιτώσει! Κοιτάξαμε πίσω κι είδαμε τους καβαλάρηδες να πολεμάνε σκληρά το θηρίο και τα αμέτρητα παγανά του. Τι απέγινε, δεν είδαμε· στη στιγμή ο οδηγός μας είχε φτάσει κάτω στην πόλη και, ξεφυσώντας ανακουφισμένος, άρχισε τη διανομή, αφήνοντας τον καθένα στο μπαλκόνι του ή στο περβάζι του παραθυριού του!

Πόσο γαλήνια μας φαινόταν τώρα η νύχτα, πόσο μυρωδάτη, κι ακόμα κι η ψύχρα νομίζαμε πως μας τύλιγε στοργικά, σα μητρική αγκαλιά!

«Έι, μπράβο, παιδιά!» έλεγε εκείνος με την καλοσυνάτη φωνή του και τα πελώρια μάτια του έλαμπαν από ικανοποίηση. «Βοηθήσατε το φίλο σας μια χαρά! Μην το ξεχάσετε αυτό ποτέ! Έτσι να βοηθάτε ο ένας τον άλλον όλη τη ζωή σας!».

Από κοντά μας συνόδευαν οι όμορφες μέλισσες, που είχαν σημάνει συναγερμό κι είχαν φέρει τους καλούς μου φίλους για να με σώσουν. Και πράγματι με είχαν σώσει!

Όταν με άφησε, τελευταίο, κι εμένα μέσα απ’ το παράθυρό μου, με καληνύχτισε με πολλή αγάπη κι έφυγε τρυπώνοντας στα φυλλώματα των δέντρων της γειτονιάς, άρχισα να κλαίω κι έτρεξα φωνάζοντας μέσα στο μπάνιο και κούρνιασα σαν πουλάκι στην αγκαλιά της μαμάς μου, που στέγνωνε με το πιστολάκι τα μαλλάκια της Βέρας.

Της μαμάς μου, που δεν είχε πάρει είδηση τίποτα απ’ όλα αυτά.

Κι εγώ δεν μπορούσα να της τα εξηγήσω (πώς τα θυμάμαι τώρα, με τι πίκρα, μα και νοσταλγία!), μόνο έκλαιγα και κοντά σε μένα κόλλησε κι άρχισε το θρήνο κι η Βέρα, χωρίς να ξέρει το λόγο, κι η μαμά μας άρχισε να κλαίει κι εκείνη και πήρε τηλέφωνο τον πατέρα μας, που άρπαξε το μικρό μας αυτοκίνητο κι έτρεξε να δει τι πάθαμε, καταϊδρωμένος και μουρμουρίζοντας ασταμάτητα την ευχή του Ιησού.

Κι όταν, ώρα μετά (αφού είχε κοιμηθεί η Βερούλα αγκαλιά με το φωτεινό της μελισσάκι), κατάφερα να μιλήσω και να εξηγήσω τι είχε γίνει, η μεν μητέρα μου νόμισε και πάλι πως το φαντάστηκα (είχαν δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά που με είχε αφήσει απ’ τα μάτια της για να μπει στο μπάνιο), μα εκείνος κατάλαβε πως γι’ αυτόν είχε γίνει ετούτος ο σαματάς, για να σταματήσει να τους πολεμάει, κι αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα ν’ αφήσει τους δισταγμούς στην άκρη! 

***

Καλοί μου φίλοι, άγνωστοι φίλοι, ας φλυαρήσω λίγο ακόμα, για να σας πω πως το άλλο πρωί, στο σχολείο, όλα τα παιδιά του νηπιαγωγείου που είχαν συντρέξει το βράδυ σε βοήθειά μου με περικύκλωσαν κι ανταλλάξαμε τις ιστορίες μας!

Κι όλοι συμφωνήσαμε πως τα ίδια πράγματα είχαμε δει και πως όλα όσα είχαμε ζήσει ήταν αληθινά πέρα για πέρα!

Ο μόνος απ’ όλους που το πιστεύει ακόμη νομίζω πως είμαι εγώ. Οι υπόλοιποι θεωρούν πως μεγάλωσαν και δε στέκει να πιστεύουν ανοησίες, που προφανώς τις είδαν στον ύπνο τους ή τις φαντάστηκαν ή απλώς τις άκουσαν από κάποιον άλλο ή, όπως ισχυρίζονται μερικοί, δεν τις θυμούνται καν.

Ίσως δεν τα θυμούνται στ’ αλήθεια, ίσως ο φόβος τους έκανε να τα ξεχάσουν, όμως εκείνο το πρωινό, στην αυλή του νηπιαγωγείου, όλοι τα θυμόμασταν κι αυτό ήταν και είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη πως όντως συνέβησαν.

Κάποτε σκοπεύω να προσπαθήσω να τα διηγηθώ στα παιδιά τους (όσοι έχουν παιδιά), αν φυσικά δε μου κάνουν μήνυση για παρενόχληση ή δεν έρθουν οι πιο θερμόαιμοι να με στραπατσάρουν… Τι ειρωνεία…

Και πάλι, τους ευγνωμονώ που με έσωσαν· θα ήταν απέραντη αχαριστία να το ξεχάσω, μόνο και μόνο επειδή, ως ενήλικες πλέον, ισχυρίζονται ότι δε συνέβη ποτέ!

Πάντως τώρα, με αφορμή το Γιάννη, καταγράφονται όλα σ’ αυτό το χειρόγραφο και κάποτε μερικά από τα παιδιά εκείνα θα τα διαβάσουν και ίσως καταλάβουν – ιδίως αν έχουν δει το Μελένιο Δράκο στα όνειρά τους ή στις ζωγραφιές των μικρών αδελφών τους ή στη μυστική πόρτα που οδηγεί στο βασίλειό του από τις κρυφές γωνιές των εκκλησιών.

***

Με τον καιρό γνώρισα και τ’ άλλα παιδιά, και τους Πειρατές των Υπονόμων και τους Ιππότες της Γαλακτοτροφούσας, και τώρα ξέρω ολόκληρη την ιστορία.

Όχι μόνο την ξέρω· ένα μέρος της το έχω ζήσει, μια και η Μελίνα, το Μελινάκι, που το απήγαγαν οι δαιμόνιοι ανθρωποφάγοι και το έσωσαν οι καβαλάρηδες του ουρανού εκείνο το βράδυ, είναι τώρα η γυναίκα μου.

Έχουμε τρία πανέμορφα και υπέροχα παιδιά· δυο αγόρια αυτιστικά κι ένα κοριτσάκι με σύνδρομο Down.

Η Μελίνα πιστεύει, κι ίσως έχει δίκιο, πως οι ώρες που πέρασε στην αιχμαλωσία, όπου μπήκαν και βγήκαν στην ψυχή της οι δυνάμεις του σκότους, της άφησε τραύματα αγιάτρευτα και οι συνέπειές τους είναι τα προβλήματα των παιδιών μας.

Μικρός – το ξαναείπα – πίστευα πολύ στο Θεό. Τώρα, μεγάλος και παντρεμένος και πατέρας που προσπαθεί να βοηθήσει τη σύζυγό του να σηκώσει αυτόν το ασήκωτο σταυρό και τα παιδιά του να ζήσουν σωστά σ’ έναν κόσμο που σχεδόν δεν καταλαβαίνουν, πιστεύω ακόμα περισσότερο.

Οι γονείς μου ήταν εξαίρετοι γονείς, το ίδιο και οι γονείς της αγαπημένης μου· τώρα είναι εξαίρετοι παππούδες και γιαγιάδες, που μας στηρίζουν με την αγάπη τους και κυρίως με την υπακοή τους στις υποδείξεις μας, μια κι εγώ και περισσότερο η σύζυγός μου (μια πραγματική αγωνίστρια) έχουμε ψάξει πολύ για τη συμπεριφορά που πρέπει να έχουμε προς τα ιδιαίτερα παιδάκια μας.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια πιστών, που μου κληροδότησε ό,τι θεωρούσε ως τον πιο πολύτιμο θησαυρό της. Το ίδιο και οι γονείς μου, που παρέλαβαν αυτό τον ατίμητο θησαυρό από τους δικούς τους γονείς. Έτσι προσπαθούμε κι εμείς τώρα να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας· με αγάπη, σεβασμό, ελευθερία, ταπείνωση, συγχωρητικότητα, Παναγία και Χριστό… Και, πιστέψτε με, μέσα στην εκκλησία, κάτω απ’ τα εικονίσματα και το γλυκό φως των καντηλιών, και μέσα στην εκκλησία της καρδιάς μας, κάτω απ’ τα εικονίσματα και το γλυκό φως των νοερών μας καντηλιών, με τις ιστορίες των αγίων μας και το λεπτεπίλεπτο μοσχοθυμίαμα των προσευχών μας, τα παιδιά μας μεγαλώνουν με ηρεμία και ασφάλεια, μικροί αγωνιστές που προετοιμάζονται να νικήσουν στη δική τους ιδιόρρυθμη μάχη της ζωής.

Και ελπίζω πως η ζωή τους έτσι θα περάσει και πως κάποτε, ευτυχισμένα και γεμάτα αγάπη και καλοσύνη, θα μπουν στη χρωματιστή κοιλάδα του Μελένιου Δράκου και θα συνεχίσουν εκεί, με όλους τους απίθανους και υπέροχους κατοίκους της, για ολόκληρη την αιωνιότητα…

 

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 6



Εικ. από εδώ, όπως και η επόμενη

Ο π. Σάββας δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ.

Είχε ένα αγοράκι πέντε χρονών, το Νικόλα, κι ένα δίχρονο κοριτσάκι, την Βερούλα. Και τα δυο κοιμούνταν στο δωμάτιό τους, δίπλα στα πολύχρωμα παιχνίδια τους, κάτω από το εικόνισμα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας, αντίγραφο της μεγάλης εικόνας απ’ το ναό του.

«Τι έπαθες, χριστιανέ μου, και στριφογυρίζεις;» τον ρώτησε, μέσα στη νύστα της, η παπαδιά του.

«Τίποτα, δεν έχω ύπνο» απάντησε και σηκώθηκε να βάλει ένα ποτήρι νερό.

Πέρασε μπροστά από το δωμάτιο των μωρών του.

«Μπαμπά» άκουσε τη φωνούλα του Νικολάκη. Μπήκε μέσα· το αγόρι καθόταν στο κρεβατάκι του. Κάθισε δίπλα του, με προσοχή, μην ξυπνήσει το κοριτσάκι που κοιμόταν μακάρια στην άλλη άκρη.

«Τι ’ναι, Νικόλα μου; Κάνε νάνι».

Το παιδάκι τον κοίταξε στα γαλάζια μάτια του με τα αθώα καστανά δικά του.

«Ξέρω τι έγινε σήμερα στην εκκλησία» τον πληροφόρησε σοβαρά, σα μεγάλος.

Ο παπάς ανατρίχιασε.

«Δηλαδή, τι έγινε;» τόλμησε να ρωτήσει.

«Μου τα είπε ο Μελένιος Δράκος. Πρέπει να πεις την αλήθεια στα παιδιά. Και να τα πας… εκεί που ξέρεις· εκεί που έχουμε πάει και μαζί».

«Είναι επικίνδυνα τώρα εκεί» αποκρίθηκε ο ιερέας. «Και πώς να τα πάρω να τα πάω; Δεν είναι δικά μας, έχουν γονείς και οι γονείς τους έχουν ευθύνη και φοβούνται γι’ αυτά».

«Ναι, αλλά τα εξαφανισμένα παιδιά; Πρέπει να τα βοηθήσεις. Εσύ μπορείς να τα βοηθήσεις, και ο Μελένιος Δράκος».

Ο μπαμπάς του τον κοιτούσε αμίλητος, κρατώντας του το χεράκι.

«Να ξέρεις πως κινδυνεύουν και τ’ άλλα παιδιά» επέμεινε ο μικρός. «Κινδυνεύουν αν δεν κάνεις τίποτα. Θα τα πιάσουν σαν ψαράκια. Κι αν δεν κάνεις τίποτα», έσφιξε τα χειλάκια του, «θα πάω εγώ να τα βρω. Θα καβαλικέψω το Μελένιο Δράκο και θα πάω πετώντας!».

***

“Οι μάγοι δεν υπάρχουν” είχα πει στη Λένια· “συγνώμη, Λένια μου, αλλά υπάρχουν μόνο στα παραμύθια”.

Έκανα λάθος.

Την επόμενη μέρα, καθώς φεύγαμε από το σχολείο (όπου όλο το πρωί συζητούσαμε με παιδιά και δασκάλους για τη μαμά μου και τη Μελίνα, είχαμε διηγηθεί πενήντα φορές – μόνο στα παιδιά – την περιπέτειά μας στην εκκλησία και είχαμε μυήσει όλους τους δασκάλους στην υπόθεση του Μελένιου Δράκου) συναντήσαμε τα μεγάλα παιδιά, το κορίτσι με τα τατουάζ και τα σκουλαρίκια και τους φίλους τους, που μας είχαν προσφέρει τη στήριξή τους πριν από καιρό.

Εκείνη που έψαχνε για τον αδερφό της, τη Μίνα.

«Μάθαμε κάτι» μας είπε «και πρέπει να έρθετε μαζί μας απόψε, σε κάποιο μέρος».

Εμείς τα χάσαμε, χαρήκαμε, τρομάξαμε, αιφνιδιαστήκαμε, όλα μαζί.

«Να μιλήσουμε στην αστυνομία και στους γονείς μας» φώναξε η Λένια.

«Όχι» είπε αυστηρά η κοπέλα. «Όχι αστυνομία, όχι γονείς».

«Μόνο παιδιά» πρόσθεσε το ένα αγόρι και συμφώνησαν οι σύντροφοί τους.

Κοιταχτήκαμε. Ο τρόπος που μιλούσαν και τα βλέμματά τους διέφεραν απ’ την άλλη φορά. Δεν το συνειδητοποιούσαμε τότε, μα έμοιαζαν σαν υπνωτισμένοι.

«Πού θέλετε να πάμε; Και τι ώρα; Είμαστε μικρά παιδιά εμείς» είπε ο Μιχάλης.

«Έχετε δίκιο» είπε το κορίτσι. «Νωρίς· ας πούμε… έξι η ώρα. Να μας περιμένετε εδώ. Μπορείτε;».

«Πού θα πάμε; Τι θα μας δείξετε;» ρώτησα.

Φάνηκαν θιγμένοι.

«Δε μας εμπιστεύεστε;» διαμαρτυρήθηκε μια άλλη από τις κοπέλες.

Σηκώσαμε τους ώμους μας.

«Φυσικά και σας εμπιστευόμαστε» είπα· οι άλλοι τρεις συμφώνησαν μαζί μου. «Θα έρθουμε, έτσι, παιδιά;».

«Ναι, θα έρθουμε» απάντησαν ο Μιχάλης κι ο Κώστας.

Τα μεγάλα παιδιά μας χαιρέτησαν με θερμή χειραψία κι αναχώρησαν με τα μηχανάκια τους.

«Τι θα κάνουμε; Τρελαθήκατε;» γκρίνιαξε η Λένια.

«Μπορεί» διαμαρτυρήθηκε ο Μιχάλης. «Αλλά λένε πως κάτι βρήκαν. Πρέπει να μάθουμε».

«Με γονείς και αστυνομικούς, όχι να κάνουμε εμείς τους αστυνομικούς!».

«Κι αν δεν εμπιστεύονται τους μεγάλους και τα παρατήσουν άμα τους δουν;» είπε ο Κωστάκης. «Δεν πειράζει, Λένια, θα πάμε μόνο εμείς».

«Κι όταν λέμε εμείς, εννοούμε εμείς οι τρεις» είπε κάπως αυστηρά, δηλαδή μεγαλίστικα, ο Μιχαλάκης. «Όχι εσύ».

«Τίιι;».

Της χάιδεψα το κεφαλάκι.

«Σωστά τα λέει, Λένια μου», είπα μαλακά. «Είσαι μικρή ακόμα. Εμείς είμαστε λίγο μεγαλύτεροι. Μείνε με τους γονείς σου, απλά μην τους πεις τίποτα. Μου το υπόσχεσαι;».

«Όχι βέβαια! Μην ξεχνάτε πως μόνο εγώ βλέπω τα κομπιουτεροκακάκια!».

«Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε ο Μιχάλης, «αλλά και πάλι δε γίνεται να σε πάρουμε μαζί μας. Στο κάτω κάτω, αν υπάρχει κίνδυνος, πρέπει να μείνει ένας να ψάξει για μας».

«Χμ…». Αυτό το επιχείρημα μάλλον την έπεισε.

Ή έτσι φάνηκε.

Το απόγευμα, στις έξι, γεμάτοι παιδιάστικη, απερίσκεπτη γενναιότητα, το σκάσαμε από τα σπίτια μας και τρέξαμε στο σχολείο.

«Πάω να παίξω» πέταξα στο μπαμπά μου ανοίγοντας την πόρτα του εργαστηρίου. Με είχε πάρει μαζί του, για να μη μείνω μόνος. Εκείνος πετάχτηκε να με σταματήσει, αλλά πριν προλάβει να πει κουβέντα είχα γίνει καπνός. Σίγουρα βγήκε στο δρόμο – εγώ έτρεξα σαν τον άνεμο, όσο μπορούσα, έστριψα στην πρώτη γωνία και δεν κοίταξα πίσω.

Παρόμοια δικαιολογία ξεστόμισαν στους γονείς τους Μιχάλης και Κώστας. Ίσως είπαν κάτι πιο συγκεκριμένο, πως πάνε κάπου, σε καμιά αλάνα, σε κάτι άλλο, δεν ξέρω. Πάντως έξι και πέντε ήμασταν μαζεμένοι, οι Τρεις Σωματοφύλακες χωρίς ντ’ Αρτανιάν, έξω από την αυλόπορτα του σχολείου, που ήταν κλειδωμένη με τη χοντρή αλυσίδα και το λουκέτο.

Το κορίτσι με τα τατουάζ και η παρέα της, άλλα δυο αγόρια και τρία κορίτσια, ήρθαν σύντομα να μας συναντήσουν. Μας χαιρέτησαν πολύ φιλικά, μας πήραν στα μηχανάκια τους και κινήσαμε για μακρύ ταξίδι.

Διασχίσαμε όλη την Αθήνα και είχε βραδιάσει για τα καλά όταν φτάσαμε σ’ ένα net café.

Το στομάχι μας ήταν σφιγμένο. Λυπόμασταν τους γονείς μας, φοβόμασταν για τον εαυτό μας…

«Τι θα μας δείξετε;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Ακολουθήστε μας» είπε το κορίτσι.

Ειλικρινά, δεν είχαμε λόγους να μην τους εμπιστευτούμε. Μετά από τόση προσπάθεια, τόσες περιπλανήσεις, τόσο κίνδυνο στην εκκλησία και τις πρόσφατες εξαφανίσεις, νιώθαμε μεγάλοι και αναγκασμένοι να συμπεριφερθούμε σ’ αυτά τα μεγάλα παιδιά σαν ίσοι. Έπρεπε να είμαστε μαχητές, σαν αυτά. Να προχωρήσουμε, τώρα που μας είχε δοθεί μια ελπίδα, και να φτάσουμε μέχρι το τέλος. Αν κάναμε πίσω τώρα, ίσως δεν ξαναβρίσκαμε ποτέ τίποτα.

Με αυτές τις ανόητες σκέψεις στο κεφάλι, περάσαμε μέσα.

Προχωρήσαμε μέσα στη σάλα, διεισδύσαμε στα μισοσκότεινα βάθη, εκεί όπου παιδιά και έφηβοι σε κατάσταση παροξυσμού έπαιζαν παιχνίδια τρομάζοντάς μας με τα απίστευτα νεύρα και τις κραυγές τους – και άνοιξε μια κρυμμένη πόρτα και βρεθήκαμε σε μια σκοτεινή αίθουσα. Και τα μεγάλα παιδιά μας οδήγησαν στο βάθος, όπου άνοιξε άλλη μια πόρτα και σχεδόν μας έσπρωξαν μέσα.

«Έι!» φωνάξαμε.

Μόνο το κορίτσι, η Μίνα, μπήκε μαζί μας. Αυτή, όπως νομίζαμε, θα μας οδηγούσε. Τα άλλα κορίτσια και τα αγόρια έμειναν πίσω.

Είχαν μείνει φρουροί, σαν αγάλματα, δέσμιοι της μαγείας των αναποδοσταυροφόρων. Δεν το ξέραμε τότε, αλλά θα το διαπιστώναμε πολύ σύντομα…

Και βρεθήκαμε σ’ ένα σκοτεινό λαβύρινθο. Και προχωρήσαμε, σαν σε μια στοά, ευρύχωρη, μισοφωτισμένη από αθέατες πηγές, μ’ ένα αρρωστιάρικο κοκκινωπό φως, που μας έκανε να αναριγούμε από παγερό φόβο.

«Τώρα είστε μόνοι» είπε με σπασμένη φωνή η Μίνα και κουλουριάστηκε στο δάπεδο, έγινε ένα κουβαράκι κι έπεσε λιπόθυμη.

«Τι γίνεται εδώ; Να φύγουμε!» τσίριξε ο Κώστας.

«Χριστέ μου, Παναγία μου» ξέσπασα εγώ κάνοντας το σταυρό μου. Με μιμήθηκαν κι οι δυο αμέσως.

«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» αναρωτήθηκε πανικόβλητος ο Μιχάλης. «Δε μάθαμε από την αυλή της εκκλησίας; Πέσαμε σε παγίδα!».

Κοιτάξαμε πίσω, δεν υπήρχε πόρτα. Να πάμε μπροστά; Ούτε γι’ αστείο. Αλλά να μέναμε εκεί;

Αρχίσαμε να κοπανάμε τον τοίχο ουρλιάζοντας για βοήθεια· καμιά ανταπόκριση.

Και τότε άρχισε το πάτωμα να πλημμυρίζει από ένα παχύρευστο πρασινωπό υγρό. Κοιτάξαμε, πάγωσε το αίμα μας και κολλήσαμε μεταξύ μας· ήταν σάλιο από ένα εφιαλτικό στόμα, ενός τέρατος που θύμιζε γιγαντιαία κόμπρα.

Και τότε ο Μιχάλης έκανε μια κίνηση πίστης και ιπποτισμού, που μας εντυπωσίασε. Έβγαλε από το λαιμό του το βαφτιστικό σταυρουδάκι του, πλησίασε και το φόρεσε στη λιπόθυμη Μίνα.

Μας κοίταξε απολογητικά – μη νομίσουμε πως ήταν κι ερωτευμένος…

«Μπράβο», τον ενθαρρύναμε. Χαμογέλασε. Δεν αμφιβάλλαμε πως κι εκείνη ήταν ένα θύμα.

Κρατηθήκαμε χέρι χέρι (μην το πείτε σε τίποτα κορίτσια αυτό) και αρχίσαμε να προσευχόμαστε, άτσαλα κι αδέξια, ο καθένας μέσα του, μαρμαρωμένοι.

***

Ο καλός Θεός εκείνη τη μέρα έφερε στο σπίτι μας το θείο Άρη. Ήρθε από την Κρήτη, όλος αγωνία, να δει τι συμβαίνει με τις λατρεμένες του ελαφίνες, όπως τις έλεγε, την αδερφή και την ανηψιά του.

Η Λένια, στο σπίτι της, δεν κρατήθηκε και τα είπε όλα στους γονείς της. Ο θείος Πέτρος άρχισε να φωνάζει τόσο άγρια, που το κοριτσάκι έτρεξε με κλάματα και κρύφτηκε στη ντουλάπα της!

Η μαμά της έσπευσε, την εντόπισε ανάμεσα στα ροζ φουστανάκια και την έκρυψε στην αγκαλιά της.

Τηλεφώνησαν αμέσως στο μπαμπά μας και στο θείο Ορέστη. Εκείνοι ακόμα δε μας είχαν αναζητήσει. Εν ριπή οφθαλμού συγκεντρώθηκαν στο σχολείο, οργισμένοι κι απελπισμένοι μπροστά στην αυλόπορτα και την αλυσίδα της!

Ούτε μας είχαν προλάβει, ούτε μπορούσαν να φανταστούν που είχαμε πάει.

«Κάποιος μπορεί να ξέρει» είπε ο θείος Άρης, που είχε πληροφορηθεί στο δρόμο τα γεγονότα· «ο παπάς».

Ξαναμπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και κάλπασαν μανιασμένοι για την εκκλησία.

Ο π. Σάββας βρισκόταν μέσα· μόλις είχε νυχτώσει κι ετοιμαζόταν να κλείσει. Τον κύκλωσαν αλυχτώντας, όπως τα κυνηγόσκυλα ένα ελάφι. Τα ’χασε· ούτε που καταλάβαινε τι του έλεγαν. Ο θείος Ορέστης του έδωσε μια σπρωξιά· σωριάστηκε στο πάτωμα δίπλα στην εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας. Ο θείος Άρης παρατήρησε την εικόνα. Θυμήθηκε, και συνήλθε.

«Ψυχραιμία!» είπε απλώνοντας τα χέρια. Βοήθησε το ιερέα να σηκωθεί, τους έκανε όλους να σωπάσουν και του εξήγησε εν τάχει τα γεγονότα.

Ο παπάς συλλογίστηκε μια στιγμή.

«Δεν ξέρω τίποτα» είπε κατόπιν. «Καλύτερα να μιλήσετε στην αστυνομία». Έκανε μια μικρή παύση. «Εγώ, από ’δώ, αυτό που μπορώ να κάνω είναι μια παράκληση στην Παναγία».

Φόρεσε το πετραχήλι του και κατευθύνθηκε προς το Ιερό. Έτρεμε από ένταση. Ο θείος Άρης το πρόσεξε. Ίσως ήταν πιο ψύχραιμος, επειδή ήταν ο μόνος που δεν είχε χάσει κανένα παιδί του – ή τη γυναίκα του.

«Θα μείνω εδώ» είπε.

«Τι να κάνεις;» φώναξε αγανακτισμένος ο θείος Ορέστης.

«Φύγετε, φύγετε. Πηγαίνετε στην αστυνομία. Εγώ θα μείνω εδώ, μήπως καταλάβω τίποτα, κι αν υπάρξει κάτι θα σας τηλεφωνήσω».

Ήταν δικαιολογία, γιατί είχε ήδη καταλάβει κάτι· πως αυτά που συνέβαιναν εδώ πέρα δεν ήταν δουλειά μόνο της αστυνομίας.

***

Στην κόλασή μας, το σιχαμερό σάλιο είχε ανεβεί ώς τα γόνατά μας. Το τεράστιο φίδι με τα κόκκινα μάτια, τα σουβλερά δόντια και την κρεμαστή διχαλωτή γλώσσα, μας κοιτούσε σα λαχταριστά μεζεδάκια, άρχιζε να σέρνεται κι ολοφάνερα ετοιμαζόταν να μας χιμήξει.

Κάναμε το σταυρό μας, δεν ξέραμε τι άλλο να κάνουμε. Και τότε φαίνεται πως το κόλπο έπιασε κι άρχισε να αραιώνει γύρω μας το σάλιο. Το προσέξαμε και πήραμε θάρρος!

«Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…» αρχίσαμε να φωνάζουμε δυνατά.

Το φίδι κοντοστάθηκε κι έπαψε να μας ζυγώνει. Δυναμώσαμε.

«Αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου…» – δεν ξέραμε κι άλλη προσευχή. Αλλά φαίνεται πως αυτή ήταν αρκετή.

Αναθαρρήσαμε. Αυτό που ζούσαμε ξεπερνούσε κατά πολύ το κυνηγητό με τα διαβολάκια στην εκκλησία· αληθινά νιώσαμε πολεμιστές, που έχουν ελπίδες να δώσουν μάχη και να νικήσουν. Ήδη δίναμε μάχη!

Μιλούσαμε τώρα τολμηρά και σταθερά. Ξαναρχίσαμε το Πάτερ ημών από την αρχή. Κάναμε το σταυρό μας. Κοιτάζαμε τα κόκκινα μάτια θαρρετά, όχι σαν κουτάβια.

Και τα κόκκινα μάτια μισόκλεισαν, έκλεισε το στόμα με τα σουβλερά δόντια και τη διχαλωτή γλώσσα και μετά το φίδι άρχισε να σφυρίζει, να στριφογυρίζει σαν πληγωμένο, ώσπου χάθηκε από μπροστά μας με ανυπόφορη βρόμα και τρομερό κρότο!

Μαζί του χάθηκε, σα να εξατμίστηκε, και το πρασινωπό σάλιο που είχε γεμίσει τον τόπο.

Ξεφωνήσαμε χοροπηδώντας από τη χαρά μας! Η Μίνα σάλεψε λίγο, μα δε συνήλθε. Κοιτάξαμε γύρω, ακόμα δεν είχε φανεί η πόρτα, παρά μόνο ένα άνοιγμα, καθόλου ενθαρρυντικό, που θα μας κατέβαζε πιο βαθιά.

Και ξαφνικά η χαρά μας άρχισε να μικραίνει.

Μια μαύρη φιγούρα με μυτερά δόντια πρόβαλε ρουθουνίζοντας από το πλάι. Δίπλα της ερχόταν ένας ξερακιανός άντρας με το πρόσωπο βαμμένο άσπρο, πράσινα μαλλιά και κόκκινα χείλη.

Τους αναγνωρίσαμε αμέσως και κόπηκαν οι ζητωκραυγές μας· ήταν ο Venom κι ο Joker – και δίπλα τους παρατάσσονταν ο Solomon Grandy, ο Δικαστής Θάνατος, το Τέρας του Φρανκενστάιν, μια μούμια που γρύλιζε, ένας λυκάνθρωπος που ρουθούνιζε κι ένα ζόμπι! Και πίσω τους ακολουθούσαν και πολλοί άλλοι, υπεράνθρωποι και τερατώδεις κακοί από κόμικς και ταινίες, που είχαν γεμίσει τη φαντασία μας από μικρούλια!

Και τώρα βρισκόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο απέναντί τους, και μας κάρφωναν με τα μοχθηρά τους μάτια, χαμογελώντας σαρδόνια, κι όλο πλησίαζαν με απλωμένα τα γαμψά τους νύχια, έτοιμοι να μας ξεσκίσουν και να μας κατασπαράξουν!

Ποιος μπορούσε να μας προστατέψει; Πού ήταν ο Spider Man, o Batman, οι Εκδικητές, οι X-Men, όλοι οι υπερήρωες, να τους πολεμήσουν;

Και ξαφνικά, έγινε το αναπάντεχο. Οι υπερήρωες ήρθαν – όχι ακριβώς εκείνοι που φανταζόμασταν, αλλά άλλοι, που δεν τους είχαμε φανταστεί ποτέ, αλλά εκείνοι στάθηκαν γύρω μας αρματωμένοι, πάνοπλοι, σχηματίζοντας ένα τείχος.

Πέντε πολεμιστές με αρχαίες χρυσαφένιες αρματωσιές, οπλισμένοι με σπαθιά κι ασπίδες. Η παρουσία τους φώτισε το χώρο κάνοντας τα τέρατα να υποχωρήσουν σχεδόν με τρόμο και γεμίζοντάς μας καινούργιο θάρρος.

Όχι μόνο θάρρος, μα ένα είδος γαλήνης, που λες και το βλέμμα τους μας το μετάγγιζε στις ψυχές μας!

Και άρχισαν να πολεμούν. Χτυπήθηκαν λυσσαλέα με τους μοχθηρούς μαχητές, που ούρλιαζαν και χοροπηδούσαν δαιμονισμένα, ενώ οι υπερασπιστές μας μάχονταν σιωπηλά, σοβαροί και ψύχραιμοι. Και η σύγκρουσή τους, μπροστά στα μάτια μας, φάνηκε να κράτησε αρκετή ώρα. Και τελείωσε με την άτακτη φυγή των τεράτων, που ξαναχώθηκαν στριγκλίζοντας στα ερέβη, απ’ όπου είχαν έρθει και όπου φαίνεται ήταν η φωλιά τους.

Από κείνη την ώρα καταλάβαμε πως ήμασταν ασφαλείς.

Δεν ξέρω πόσοι από σας έχουν νιώσει αυτό το μοναδικό συναίσθημα· να πιστεύεις ότι θα πεθάνεις, να βλέπεις το θάνατο μπρος στα μάτια του, και ξαφνικά να σώζεσαι ως εκ θαύματος! Πρόκειται για μια απόλαυση που δε συγκρίνεται με τίποτε άλλο στον κόσμο. Πόσο μάλλον όταν τη βιώνουν μικρά παιδιά – που ο τρόμος τους είναι εντονότερος απ’ των μεγάλων!

Το σκοτάδι χάθηκε από το χώρο. Δε φαινόταν πια τρομαχτικός· μια απλή, άδεια αίθουσα. Από πού είχαν έρθει όλοι οι εχθροί μας;

Μπροστά μας φαινόταν η κλειστή πόρτα, από την οποία είχαμε μπει. Απέναντι, το άνοιγμα που οδηγούσε στο έρεβος. Από ’κεί θα είχαν ξεχυθεί, σίγουρα εκεί θα είχαν ξανατρυπώσει!

Οι πολεμιστές στέκονταν δίπλα μας· για τις παιδικές μας διαστάσεις έμοιαζαν γίγαντες! Αγαθοί γίγαντες, που χαμογελούσαν και μας μετέδιδαν ασφάλεια και ηρεμία.

Ο ένας ευλόγησε με το χέρι του το κορίτσι, που σχεδόν αμέσως άνοιξε τα μάτια του. Ανακάθισε ξαφνιασμένο, φοβισμένο. Ο στρατιώτης την έπιασε απαλά απ’ το χέρι και τη βοήθησε να σταθεί όρθια.

Έτρεξε προς το μέρος μας και μας αγκάλιασε κλαίγοντας και ζητώντας μας συγνώμη. Δεν έδειχνε πια αγέρωχη πειρατίνα, αλλά εύθραυστο κοριτσάκι, πίσω από τη μάσκα του χαλασμένου της μακιγιάζ με τα τατουάζ και τα σκουλαρίκια.

«Σας ευχαριστούμε!» είπαμε στους σωτήρες μας με ευγνωμοσύνη. «Ποιοι είστε;».

Μας συστήθηκαν με μάτια που έλαμπαν:

«Γεώργιος». «Δημήτριος». «Θεόδωρος». «Θεόδωρος». «Ευστάθιος».

Ναι, είχαμε υποψιαστεί ποιοι ήταν. Η Μίνα κοιτούσε αποσβολωμένη – δεν καταλάβαινε.

«Οι φίλοι μου» ψέλλισε.

«Θα τους πάρουμε στο γυρισμό» την καθησύχασε ο Δημήτριος. «Μη φοβάσαι».

«Η μαμά μου; Η αδερφή μου;» ικέτεψα.

«Θα τις σώσουμε, με τη βοήθεια του Χριστού» είπε ο Ευστάθιος. Έσφιξαν τα όπλα τους και κινήθηκαν προς το απειλητικό άνοιγμα.

«Να έρθουμε μαζί σας;» ρώτησε ο Κώστας με αδιευκρίνιστες διαθέσεις.

Ένευσαν καταφατικά. Ο Γεώργιος έκανε το σταυρό του και προχώρησε πρώτος. Πέρασαν την πύλη κι ακολουθήσαμε ξωπίσω τους. Μαζί μας, τρέμοντας από φόβο και τύψεις, και η Μίνα.

Βρεθήκαμε σε μια σκοτεινή στοά. Βλέπαμε από μια λευκή ανταύγεια που αναδιδόταν λες από τα δικά τους βλέμματα. Ο διάδρομος βυθιζόταν προς τα κάτω. Τον ακολουθήσαμε.

Σε αρκετή απόσταση βρήκαμε μια αίθουσα. Οι σπηλαιώδεις τοίχοι ήταν γεμάτοι οβάλ οθόνες, σε σχήμα ματιού, μεγάλες σαν υπερσύγχρονες τηλεοράσεις. Ήταν σαν παράθυρα και πίσω τους φαίνονταν υπνωτισμένες, ακίνητες μορφές αγοριών και κοριτσιών, διαφόρων ηλικιών, με ορθάνοιχτα μάτια και απλανή βλέμματα.

Κοιτάξαμε τους συνοδούς μας.

«Δεν είναι εδώ» εξήγησαν. «Δε θα τους ελευθερώσουμε τώρα. Εδώ είναι μόνο η εικόνα τους».

Παρακάτω τρεις έφηβοι ήταν αιχμάλωτοι, δεμένοι σε τρεις δερμάτινες πολυθρόνες, και γύρω τους είχανε στρατοπεδεύσει σκοτεινοί ιππότες με ανάποδους σταυρούς, οι αναποδοσταυροφόροι της Μίνας. Η κοπέλα ξεφώνισε σιγανά. Οι σατανικοί άντρες μας αντιλήφθηκαν κι άρπαξαν τα όπλα τους.

Οι τρεις αιχμάλωτοι ήταν ο Στάθης, ο Πάνος και ο Ιωσήφ, οι τρεις φίλοι της Μίνας, τα Τρία Γουρουνάκια, όπως τους έλεγαν τα παιδιά (εμείς τότε πρώτη φορά τους βλέπαμε). Ούτε γύρισαν να μας κοιτάξουν, σαν υπνωτισμένοι.

«Πού είμαστε;» ψιθύρισε η κοπέλα κλαμένη.

«Μέσα στη φαντασία τους» εξήγησε ένας από τους Θεόδωρους. «Σταθείτε στην άκρη και, αν ξέρετε να προσεύχεστε, είναι η ώρα».

Και άρχισε μάχη. Σε κάθε χτύπημα των δικών μας, οι αναποδοσταυροφόροι σπαρτάραγαν σα να δέχονταν πλήγμα με ηλεκτροφόρα καλώδια. Οι δικοί μας ήταν ανίκητοι – παρόλ’ αυτά, τους πήρε αρκετή ώρα να τους απωθήσουν!

Η Μίνα παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια· τέτοια επική μάχη δε συγκρινόταν με ό,τι είχε δει παίζοντας στις οθόνες. Ώστε έτσι νικιούνταν οι σκληροί φονιάδες!...

Καθάρισαν τον τόπο· οι αναποδοσταυροφόροι χάθηκαν, όπως είχαν κάνει νωρίτερα οι σούπερ κακοί! Οι πολεμιστές μας σταύρωσαν με τα σπαθιά τους τις μορφές των τριών αιχμαλώτων, που ξεθώριασαν μπροστά στα μάτια μας και η αίθουσα απόμεινε κι αυτή άδεια, σαν την προηγούμενη.

«Τώρα θα συνέλθουν» είπαν.

Και προχωρήσαμε. Η καρδιά μας χτυπούσε ολοένα και πιο δυνατά – πότε θα συναντούσαμε τους δικούς μας; Άραγε ήταν κι ο Χρήστος εδώ; Και ο Θάνος, ο αδερφός της Μίνας; Ή ήταν μόνον οθόνες, σαν εκείνες που συναντήσαμε προηγουμένως;

Και παρακάτω βρεθήκαμε σε μια λίμνη, όχι με νερό, αλλά με πετρέλαιο που φλεγόταν με ανυπόφορη μυρωδιά, και δίπλα είχαν στρατοπεδεύσει εκατοντάδες αναποδοσταυροφόροι, με αρχηγό έναν πανύψηλο τύπο που πετούσε γαλάζιες φλόγες απ’ το κρανίο του κι απ’ τις παλάμες, σαν εκείνο το σατανικό μοτοσικλετιστή, που είχε παίξει σε καναδυό ταινίες ο Νίκολας Κέιτζ!

Κάναμε πίσω, με καινούργιο φόβο να μας πετρώνει, ενώ οι υπερασπιστές μας επιδίδονταν σε νέα μάχη! Αυτή τη φορά δε συμπλέκονταν σιωπηλοί, αλλά μουρμουρίζοντας κάποια φράση, που κατάλαβα μετά από χρόνια πως ήταν μια δυνατή προσευχή, μια προσευχή της καρδιάς – η νοερά προσευχή.

Αυτή την προσευχή την έλεγαν μέσα στην καρδιά τους κάθε στιγμή, μα τώρα την έλεγαν και ψιθυριστά, πολεμώντας συγχρόνως, επειδή αυτή η τελευταία μάχη, με τόσες εκατοντάδες εχθρούς, ήταν η πιο δύσκολη.

Πόση ώρα κράτησε; Λεπτά; Ώρες; Είχε χαθεί ο χρόνος μέσ’ στο μυαλό μας. Κλαγγές αρχαίων όπλων, ουρλιαχτά, στριγκλίσματα και φτερουγίσματα μας ξεκούφαιναν. Κι όταν χάθηκαν οι εχθροί, δυο φιγούρες έτρεξαν καταπάνω μας και μας αγκάλιασαν κλαίγοντας με αναφιλητά!

Δυο γνωστές, αγαπημένες φιγούρες: η μαμά μου κι η μικρή Μελίνα!

“Δεν πρόλαβαν να τους φάνε!” σκέφτηκα αμέσως· δεν ήξερα πόσο δίκιο είχα!

Η καρδιά μου χόρευε ευτυχισμένη – με την άκρη του ματιού μου πρόσεξα κάποια ζήλεια στο σκυθρωπό βλέμμα της Μίνας, με τα μαύρα ξεβαμμένα βλέφαρα. Ευχήθηκα να ’ρθει κι η σειρά της, ν’ αγκαλιάσει κι αυτή τον αδερφό της έτσι!...

Και ξάφνου οι στρατιώτες συσπειρώθηκαν γύρω μας ενώνοντας τις ασπίδες τους. Ο αρχηγός των κτηνών εξαπέλυσε πύρινα κύματα από τα χέρια του και οι φλόγες μας σκέπασαν μανιασμένες σαν καταιγίδα! Κανείς δεν πειράχτηκε, προστατευμένοι από τις ασπίδες και τα κορμιά των ανίκητων φίλων μας.

Και τότε χάθηκαν όλα και βρεθήκαμε πίσω στην ευρύχωρη σάλα του net café, με τους έφηβους που κοπανιούνταν, τσίριζαν κι έβριζαν, αποχαυνωμένοι μπροστά στα τερματικά τους. Μόνο που τώρα τσίριζαν κι έβριζαν και σκόρπιζαν πανικόβλητοι προς κάθε κατεύθυνση για άλλο λόγο: επειδή τα πάντα καίγονταν!

***

Στην εκκλησία ο π. Σάββας τέλεσε την παράκληση με πρωτόγνωρη θέρμη, που ξάφνιασε και τον ίδιο. Τέτοιο ηλεκτρισμό δεν τον είχε ξανανιώσει ποτέ.

Μοναδικός ακροατής, που σταυροκοπιόταν πότε πότε και προσευχόταν με αγωνία μέσα στην καρδιά του, ο θείος Άρης. Ήταν η πρώτη φορά που ο θείος Άρης προσευχόταν με πραγματική σοβαρότητα· μάλλον η πρώτη φορά που προσευχόταν γενικά, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του.

Όταν τελείωσε η παράκληση, ο νεαρός ιερέας βγήκε από το Ιερό και τον πλησίασε, φορώντας ακόμα το πετραχήλι του.

Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Το βλέμμα του θείου ζητούσε εξηγήσεις – κάτι περισσότερο από εξηγήσεις· οδηγίες.

«Βγες έξω, κατέβα τα σκαλοπάτια και στάσου μπροστά στο ναό» είπε απλά ο ιερέας.

«Γιατί;».

«Μη ρωτάς. Κάνε το».

Έτσι κι έκανε. Περνώντας μπροστά από την εικόνα της Παναγίας, υποκλίθηκε καταθέτοντας αίτημα για ενισχύσεις.

Στάθηκε ακίνητος μπροστά στο ναό. Η νύχτα είχε πέσει, έκανε ψύχρα αλλά δεν κουνιόταν φύλλο. Και ξαφνικά όλα τα φύλλα στα δέντρα, και τα κλαδιά μαζί, κουνήθηκαν. Και πριν προλάβει ο θείος μας να καταλάβει, ο Μελένιος Δράκος κατέβηκε, τον φορτώθηκε στη χνουδωτή ράχη του κι απογειώθηκε μέσα στη νύχτα!

Στο φλεγόμενο net café οι πολεμιστές με τις χρυσαφένιες αρματωσιές άπλωσαν τα χέρια τους κι οι φλόγες ανοίχτηκαν και χωρίστηκαν στα δυο, σαν την Ερυθρά Θάλασσα που μαθαίναμε στο σχολείο – αν το μαθαίναμε, γιατί κάπου μαθαίναμε και πως ήταν μύθος.

Τώρα πια, με όσα ζήσαμε κείνες τις ώρες, και όχι μόνο, είμαι σίγουρος πως ήταν αλήθεια.

Τέλος πάντων.

Οι δυο Θεόδωροι καθοδήγησαν το πλήθος, που έκλαιγε ανήμπορο ν’ αντιδράσει, και βοήθησαν να βγουν όλοι στο δρόμο, σώοι και αβλαβείς.

Ανάμεσά τους ξεχώρισα μερικές μορφές από κείνες που είχαμε δει νωρίτερα, στις οθόνες, και κατάλαβα ποιοι ήταν εκείνοι οι αιχμάλωτοι στη σκοτεινή αίθουσα.

Βγήκαν οι έφηβοι, αγόρια και κορίτσια, βγήκαν οι ενήλικες που ήταν πιο ψύχραιμοι και αυτενεργοί, βγήκαμε κι εμείς και κοντά σ’ εμάς και οι φίλοι της Μίνας, οι Πειρατές των Υπονόμων, που μας είχαν φέρει σ’ αυτή τη φάκα χωρίς να καταλαβαίνουν τι κάνουν, ο Νόντας, ο Τζίμης, η Σοφία, η Στέλλα και η Οξάνα· και φυσικά και η Μίνα.

Σα να ’χαν συνέλθει από βαρύ λήθαργο, δε μπορούσαν ακόμα να καταλάβουν πού βρίσκονταν και τι είχαν κάνει. Μας πλησίασαν παραπατώντας κι έδειξαν να χαίρονται που μας βλέπουν.

Από το φλεγόμενο κτήριο όλοι σκόρπιζαν σα σκιουράκια. Μερικά ταξί είχαν πλησιάσει και μάζευαν κόσμο. Από μακριά ακούγονταν οι σειρήνες της πυροσβεστικής.

Κι εμείς τι θα κάναμε, μικρά παιδιά, με την ταλαιπωρημένη μαμά μου να στέκεται μόλις και μετά βίας όρθια;

Οι πολεμιστές, οι υπερασπιστές μας, είχαν γίνει άφαντοι.

Και τότε μας πλησίασε μια φιγούρα γνώριμη, λατρεμένη κι ελπιδοφόρα. Μας έκλεισε όλους σε μια πελώρια αγκαλιά, έκλαψε μαζί μας και μετά μερίμνησε με ταξί και τηλεφωνήματα να γυρίσουμε όλοι – κι εμείς και οι Πειρατές, που παράτησαν τα μηχανάκια τους μισοκαμένα στο χώρο στάθμευσης μπροστά στο κατεστραμμένο café – σώοι στα σπίτια μας.

Μια φιγούρα, που την είχε αφήσει εκεί ο Μελένιος Δράκος πριν χαθεί στο συννεφιασμένο αθηναϊκό ουρανό, αθέατος από ανθρώπινα μάτια – η φιγούρα του θείου Άρη.

 

"Από μια κρυφή γωνιά του κόσμου": Ο "Μπάρμπας" ο μεταξωτός και... ο Σταύρος ο φοβερός

Αναδημοσιεύουμε από τον αδελφό Αμφοτεροδέξιο, ένα βίντεο (και την εισαγωγή σ' αυτό) από Ζάππειο μεριά! Μεγαλεία θα πει κάποιος.... Ακριβ...