Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 6



Εικ. από εδώ, όπως και η επόμενη

Ο π. Σάββας δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ.

Είχε ένα αγοράκι πέντε χρονών, το Νικόλα, κι ένα δίχρονο κοριτσάκι, την Βερούλα. Και τα δυο κοιμούνταν στο δωμάτιό τους, δίπλα στα πολύχρωμα παιχνίδια τους, κάτω από το εικόνισμα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας, αντίγραφο της μεγάλης εικόνας απ’ το ναό του.

«Τι έπαθες, χριστιανέ μου, και στριφογυρίζεις;» τον ρώτησε, μέσα στη νύστα της, η παπαδιά του.

«Τίποτα, δεν έχω ύπνο» απάντησε και σηκώθηκε να βάλει ένα ποτήρι νερό.

Πέρασε μπροστά από το δωμάτιο των μωρών του.

«Μπαμπά» άκουσε τη φωνούλα του Νικολάκη. Μπήκε μέσα· το αγόρι καθόταν στο κρεβατάκι του. Κάθισε δίπλα του, με προσοχή, μην ξυπνήσει το κοριτσάκι που κοιμόταν μακάρια στην άλλη άκρη.

«Τι ’ναι, Νικόλα μου; Κάνε νάνι».

Το παιδάκι τον κοίταξε στα γαλάζια μάτια του με τα αθώα καστανά δικά του.

«Ξέρω τι έγινε σήμερα στην εκκλησία» τον πληροφόρησε σοβαρά, σα μεγάλος.

Ο παπάς ανατρίχιασε.

«Δηλαδή, τι έγινε;» τόλμησε να ρωτήσει.

«Μου τα είπε ο Μελένιος Δράκος. Πρέπει να πεις την αλήθεια στα παιδιά. Και να τα πας… εκεί που ξέρεις· εκεί που έχουμε πάει και μαζί».

«Είναι επικίνδυνα τώρα εκεί» αποκρίθηκε ο ιερέας. «Και πώς να τα πάρω να τα πάω; Δεν είναι δικά μας, έχουν γονείς και οι γονείς τους έχουν ευθύνη και φοβούνται γι’ αυτά».

«Ναι, αλλά τα εξαφανισμένα παιδιά; Πρέπει να τα βοηθήσεις. Εσύ μπορείς να τα βοηθήσεις, και ο Μελένιος Δράκος».

Ο μπαμπάς του τον κοιτούσε αμίλητος, κρατώντας του το χεράκι.

«Να ξέρεις πως κινδυνεύουν και τ’ άλλα παιδιά» επέμεινε ο μικρός. «Κινδυνεύουν αν δεν κάνεις τίποτα. Θα τα πιάσουν σαν ψαράκια. Κι αν δεν κάνεις τίποτα», έσφιξε τα χειλάκια του, «θα πάω εγώ να τα βρω. Θα καβαλικέψω το Μελένιο Δράκο και θα πάω πετώντας!».

***

“Οι μάγοι δεν υπάρχουν” είχα πει στη Λένια· “συγνώμη, Λένια μου, αλλά υπάρχουν μόνο στα παραμύθια”.

Έκανα λάθος.

Την επόμενη μέρα, καθώς φεύγαμε από το σχολείο (όπου όλο το πρωί συζητούσαμε με παιδιά και δασκάλους για τη μαμά μου και τη Μελίνα, είχαμε διηγηθεί πενήντα φορές – μόνο στα παιδιά – την περιπέτειά μας στην εκκλησία και είχαμε μυήσει όλους τους δασκάλους στην υπόθεση του Μελένιου Δράκου) συναντήσαμε τα μεγάλα παιδιά, το κορίτσι με τα τατουάζ και τα σκουλαρίκια και τους φίλους τους, που μας είχαν προσφέρει τη στήριξή τους πριν από καιρό.

Εκείνη που έψαχνε για τον αδερφό της, τη Μίνα.

«Μάθαμε κάτι» μας είπε «και πρέπει να έρθετε μαζί μας απόψε, σε κάποιο μέρος».

Εμείς τα χάσαμε, χαρήκαμε, τρομάξαμε, αιφνιδιαστήκαμε, όλα μαζί.

«Να μιλήσουμε στην αστυνομία και στους γονείς μας» φώναξε η Λένια.

«Όχι» είπε αυστηρά η κοπέλα. «Όχι αστυνομία, όχι γονείς».

«Μόνο παιδιά» πρόσθεσε το ένα αγόρι και συμφώνησαν οι σύντροφοί τους.

Κοιταχτήκαμε. Ο τρόπος που μιλούσαν και τα βλέμματά τους διέφεραν απ’ την άλλη φορά. Δεν το συνειδητοποιούσαμε τότε, μα έμοιαζαν σαν υπνωτισμένοι.

«Πού θέλετε να πάμε; Και τι ώρα; Είμαστε μικρά παιδιά εμείς» είπε ο Μιχάλης.

«Έχετε δίκιο» είπε το κορίτσι. «Νωρίς· ας πούμε… έξι η ώρα. Να μας περιμένετε εδώ. Μπορείτε;».

«Πού θα πάμε; Τι θα μας δείξετε;» ρώτησα.

Φάνηκαν θιγμένοι.

«Δε μας εμπιστεύεστε;» διαμαρτυρήθηκε μια άλλη από τις κοπέλες.

Σηκώσαμε τους ώμους μας.

«Φυσικά και σας εμπιστευόμαστε» είπα· οι άλλοι τρεις συμφώνησαν μαζί μου. «Θα έρθουμε, έτσι, παιδιά;».

«Ναι, θα έρθουμε» απάντησαν ο Μιχάλης κι ο Κώστας.

Τα μεγάλα παιδιά μας χαιρέτησαν με θερμή χειραψία κι αναχώρησαν με τα μηχανάκια τους.

«Τι θα κάνουμε; Τρελαθήκατε;» γκρίνιαξε η Λένια.

«Μπορεί» διαμαρτυρήθηκε ο Μιχάλης. «Αλλά λένε πως κάτι βρήκαν. Πρέπει να μάθουμε».

«Με γονείς και αστυνομικούς, όχι να κάνουμε εμείς τους αστυνομικούς!».

«Κι αν δεν εμπιστεύονται τους μεγάλους και τα παρατήσουν άμα τους δουν;» είπε ο Κωστάκης. «Δεν πειράζει, Λένια, θα πάμε μόνο εμείς».

«Κι όταν λέμε εμείς, εννοούμε εμείς οι τρεις» είπε κάπως αυστηρά, δηλαδή μεγαλίστικα, ο Μιχαλάκης. «Όχι εσύ».

«Τίιι;».

Της χάιδεψα το κεφαλάκι.

«Σωστά τα λέει, Λένια μου», είπα μαλακά. «Είσαι μικρή ακόμα. Εμείς είμαστε λίγο μεγαλύτεροι. Μείνε με τους γονείς σου, απλά μην τους πεις τίποτα. Μου το υπόσχεσαι;».

«Όχι βέβαια! Μην ξεχνάτε πως μόνο εγώ βλέπω τα κομπιουτεροκακάκια!».

«Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε ο Μιχάλης, «αλλά και πάλι δε γίνεται να σε πάρουμε μαζί μας. Στο κάτω κάτω, αν υπάρχει κίνδυνος, πρέπει να μείνει ένας να ψάξει για μας».

«Χμ…». Αυτό το επιχείρημα μάλλον την έπεισε.

Ή έτσι φάνηκε.

Το απόγευμα, στις έξι, γεμάτοι παιδιάστικη, απερίσκεπτη γενναιότητα, το σκάσαμε από τα σπίτια μας και τρέξαμε στο σχολείο.

«Πάω να παίξω» πέταξα στο μπαμπά μου ανοίγοντας την πόρτα του εργαστηρίου. Με είχε πάρει μαζί του, για να μη μείνω μόνος. Εκείνος πετάχτηκε να με σταματήσει, αλλά πριν προλάβει να πει κουβέντα είχα γίνει καπνός. Σίγουρα βγήκε στο δρόμο – εγώ έτρεξα σαν τον άνεμο, όσο μπορούσα, έστριψα στην πρώτη γωνία και δεν κοίταξα πίσω.

Παρόμοια δικαιολογία ξεστόμισαν στους γονείς τους Μιχάλης και Κώστας. Ίσως είπαν κάτι πιο συγκεκριμένο, πως πάνε κάπου, σε καμιά αλάνα, σε κάτι άλλο, δεν ξέρω. Πάντως έξι και πέντε ήμασταν μαζεμένοι, οι Τρεις Σωματοφύλακες χωρίς ντ’ Αρτανιάν, έξω από την αυλόπορτα του σχολείου, που ήταν κλειδωμένη με τη χοντρή αλυσίδα και το λουκέτο.

Το κορίτσι με τα τατουάζ και η παρέα της, άλλα δυο αγόρια και τρία κορίτσια, ήρθαν σύντομα να μας συναντήσουν. Μας χαιρέτησαν πολύ φιλικά, μας πήραν στα μηχανάκια τους και κινήσαμε για μακρύ ταξίδι.

Διασχίσαμε όλη την Αθήνα και είχε βραδιάσει για τα καλά όταν φτάσαμε σ’ ένα net café.

Το στομάχι μας ήταν σφιγμένο. Λυπόμασταν τους γονείς μας, φοβόμασταν για τον εαυτό μας…

«Τι θα μας δείξετε;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Ακολουθήστε μας» είπε το κορίτσι.

Ειλικρινά, δεν είχαμε λόγους να μην τους εμπιστευτούμε. Μετά από τόση προσπάθεια, τόσες περιπλανήσεις, τόσο κίνδυνο στην εκκλησία και τις πρόσφατες εξαφανίσεις, νιώθαμε μεγάλοι και αναγκασμένοι να συμπεριφερθούμε σ’ αυτά τα μεγάλα παιδιά σαν ίσοι. Έπρεπε να είμαστε μαχητές, σαν αυτά. Να προχωρήσουμε, τώρα που μας είχε δοθεί μια ελπίδα, και να φτάσουμε μέχρι το τέλος. Αν κάναμε πίσω τώρα, ίσως δεν ξαναβρίσκαμε ποτέ τίποτα.

Με αυτές τις ανόητες σκέψεις στο κεφάλι, περάσαμε μέσα.

Προχωρήσαμε μέσα στη σάλα, διεισδύσαμε στα μισοσκότεινα βάθη, εκεί όπου παιδιά και έφηβοι σε κατάσταση παροξυσμού έπαιζαν παιχνίδια τρομάζοντάς μας με τα απίστευτα νεύρα και τις κραυγές τους – και άνοιξε μια κρυμμένη πόρτα και βρεθήκαμε σε μια σκοτεινή αίθουσα. Και τα μεγάλα παιδιά μας οδήγησαν στο βάθος, όπου άνοιξε άλλη μια πόρτα και σχεδόν μας έσπρωξαν μέσα.

«Έι!» φωνάξαμε.

Μόνο το κορίτσι, η Μίνα, μπήκε μαζί μας. Αυτή, όπως νομίζαμε, θα μας οδηγούσε. Τα άλλα κορίτσια και τα αγόρια έμειναν πίσω.

Είχαν μείνει φρουροί, σαν αγάλματα, δέσμιοι της μαγείας των αναποδοσταυροφόρων. Δεν το ξέραμε τότε, αλλά θα το διαπιστώναμε πολύ σύντομα…

Και βρεθήκαμε σ’ ένα σκοτεινό λαβύρινθο. Και προχωρήσαμε, σαν σε μια στοά, ευρύχωρη, μισοφωτισμένη από αθέατες πηγές, μ’ ένα αρρωστιάρικο κοκκινωπό φως, που μας έκανε να αναριγούμε από παγερό φόβο.

«Τώρα είστε μόνοι» είπε με σπασμένη φωνή η Μίνα και κουλουριάστηκε στο δάπεδο, έγινε ένα κουβαράκι κι έπεσε λιπόθυμη.

«Τι γίνεται εδώ; Να φύγουμε!» τσίριξε ο Κώστας.

«Χριστέ μου, Παναγία μου» ξέσπασα εγώ κάνοντας το σταυρό μου. Με μιμήθηκαν κι οι δυο αμέσως.

«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» αναρωτήθηκε πανικόβλητος ο Μιχάλης. «Δε μάθαμε από την αυλή της εκκλησίας; Πέσαμε σε παγίδα!».

Κοιτάξαμε πίσω, δεν υπήρχε πόρτα. Να πάμε μπροστά; Ούτε γι’ αστείο. Αλλά να μέναμε εκεί;

Αρχίσαμε να κοπανάμε τον τοίχο ουρλιάζοντας για βοήθεια· καμιά ανταπόκριση.

Και τότε άρχισε το πάτωμα να πλημμυρίζει από ένα παχύρευστο πρασινωπό υγρό. Κοιτάξαμε, πάγωσε το αίμα μας και κολλήσαμε μεταξύ μας· ήταν σάλιο από ένα εφιαλτικό στόμα, ενός τέρατος που θύμιζε γιγαντιαία κόμπρα.

Και τότε ο Μιχάλης έκανε μια κίνηση πίστης και ιπποτισμού, που μας εντυπωσίασε. Έβγαλε από το λαιμό του το βαφτιστικό σταυρουδάκι του, πλησίασε και το φόρεσε στη λιπόθυμη Μίνα.

Μας κοίταξε απολογητικά – μη νομίσουμε πως ήταν κι ερωτευμένος…

«Μπράβο», τον ενθαρρύναμε. Χαμογέλασε. Δεν αμφιβάλλαμε πως κι εκείνη ήταν ένα θύμα.

Κρατηθήκαμε χέρι χέρι (μην το πείτε σε τίποτα κορίτσια αυτό) και αρχίσαμε να προσευχόμαστε, άτσαλα κι αδέξια, ο καθένας μέσα του, μαρμαρωμένοι.

***

Ο καλός Θεός εκείνη τη μέρα έφερε στο σπίτι μας το θείο Άρη. Ήρθε από την Κρήτη, όλος αγωνία, να δει τι συμβαίνει με τις λατρεμένες του ελαφίνες, όπως τις έλεγε, την αδερφή και την ανηψιά του.

Η Λένια, στο σπίτι της, δεν κρατήθηκε και τα είπε όλα στους γονείς της. Ο θείος Πέτρος άρχισε να φωνάζει τόσο άγρια, που το κοριτσάκι έτρεξε με κλάματα και κρύφτηκε στη ντουλάπα της!

Η μαμά της έσπευσε, την εντόπισε ανάμεσα στα ροζ φουστανάκια και την έκρυψε στην αγκαλιά της.

Τηλεφώνησαν αμέσως στο μπαμπά μας και στο θείο Ορέστη. Εκείνοι ακόμα δε μας είχαν αναζητήσει. Εν ριπή οφθαλμού συγκεντρώθηκαν στο σχολείο, οργισμένοι κι απελπισμένοι μπροστά στην αυλόπορτα και την αλυσίδα της!

Ούτε μας είχαν προλάβει, ούτε μπορούσαν να φανταστούν που είχαμε πάει.

«Κάποιος μπορεί να ξέρει» είπε ο θείος Άρης, που είχε πληροφορηθεί στο δρόμο τα γεγονότα· «ο παπάς».

Ξαναμπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και κάλπασαν μανιασμένοι για την εκκλησία.

Ο π. Σάββας βρισκόταν μέσα· μόλις είχε νυχτώσει κι ετοιμαζόταν να κλείσει. Τον κύκλωσαν αλυχτώντας, όπως τα κυνηγόσκυλα ένα ελάφι. Τα ’χασε· ούτε που καταλάβαινε τι του έλεγαν. Ο θείος Ορέστης του έδωσε μια σπρωξιά· σωριάστηκε στο πάτωμα δίπλα στην εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας. Ο θείος Άρης παρατήρησε την εικόνα. Θυμήθηκε, και συνήλθε.

«Ψυχραιμία!» είπε απλώνοντας τα χέρια. Βοήθησε το ιερέα να σηκωθεί, τους έκανε όλους να σωπάσουν και του εξήγησε εν τάχει τα γεγονότα.

Ο παπάς συλλογίστηκε μια στιγμή.

«Δεν ξέρω τίποτα» είπε κατόπιν. «Καλύτερα να μιλήσετε στην αστυνομία». Έκανε μια μικρή παύση. «Εγώ, από ’δώ, αυτό που μπορώ να κάνω είναι μια παράκληση στην Παναγία».

Φόρεσε το πετραχήλι του και κατευθύνθηκε προς το Ιερό. Έτρεμε από ένταση. Ο θείος Άρης το πρόσεξε. Ίσως ήταν πιο ψύχραιμος, επειδή ήταν ο μόνος που δεν είχε χάσει κανένα παιδί του – ή τη γυναίκα του.

«Θα μείνω εδώ» είπε.

«Τι να κάνεις;» φώναξε αγανακτισμένος ο θείος Ορέστης.

«Φύγετε, φύγετε. Πηγαίνετε στην αστυνομία. Εγώ θα μείνω εδώ, μήπως καταλάβω τίποτα, κι αν υπάρξει κάτι θα σας τηλεφωνήσω».

Ήταν δικαιολογία, γιατί είχε ήδη καταλάβει κάτι· πως αυτά που συνέβαιναν εδώ πέρα δεν ήταν δουλειά μόνο της αστυνομίας.

***

Στην κόλασή μας, το σιχαμερό σάλιο είχε ανεβεί ώς τα γόνατά μας. Το τεράστιο φίδι με τα κόκκινα μάτια, τα σουβλερά δόντια και την κρεμαστή διχαλωτή γλώσσα, μας κοιτούσε σα λαχταριστά μεζεδάκια, άρχιζε να σέρνεται κι ολοφάνερα ετοιμαζόταν να μας χιμήξει.

Κάναμε το σταυρό μας, δεν ξέραμε τι άλλο να κάνουμε. Και τότε φαίνεται πως το κόλπο έπιασε κι άρχισε να αραιώνει γύρω μας το σάλιο. Το προσέξαμε και πήραμε θάρρος!

«Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…» αρχίσαμε να φωνάζουμε δυνατά.

Το φίδι κοντοστάθηκε κι έπαψε να μας ζυγώνει. Δυναμώσαμε.

«Αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου…» – δεν ξέραμε κι άλλη προσευχή. Αλλά φαίνεται πως αυτή ήταν αρκετή.

Αναθαρρήσαμε. Αυτό που ζούσαμε ξεπερνούσε κατά πολύ το κυνηγητό με τα διαβολάκια στην εκκλησία· αληθινά νιώσαμε πολεμιστές, που έχουν ελπίδες να δώσουν μάχη και να νικήσουν. Ήδη δίναμε μάχη!

Μιλούσαμε τώρα τολμηρά και σταθερά. Ξαναρχίσαμε το Πάτερ ημών από την αρχή. Κάναμε το σταυρό μας. Κοιτάζαμε τα κόκκινα μάτια θαρρετά, όχι σαν κουτάβια.

Και τα κόκκινα μάτια μισόκλεισαν, έκλεισε το στόμα με τα σουβλερά δόντια και τη διχαλωτή γλώσσα και μετά το φίδι άρχισε να σφυρίζει, να στριφογυρίζει σαν πληγωμένο, ώσπου χάθηκε από μπροστά μας με ανυπόφορη βρόμα και τρομερό κρότο!

Μαζί του χάθηκε, σα να εξατμίστηκε, και το πρασινωπό σάλιο που είχε γεμίσει τον τόπο.

Ξεφωνήσαμε χοροπηδώντας από τη χαρά μας! Η Μίνα σάλεψε λίγο, μα δε συνήλθε. Κοιτάξαμε γύρω, ακόμα δεν είχε φανεί η πόρτα, παρά μόνο ένα άνοιγμα, καθόλου ενθαρρυντικό, που θα μας κατέβαζε πιο βαθιά.

Και ξαφνικά η χαρά μας άρχισε να μικραίνει.

Μια μαύρη φιγούρα με μυτερά δόντια πρόβαλε ρουθουνίζοντας από το πλάι. Δίπλα της ερχόταν ένας ξερακιανός άντρας με το πρόσωπο βαμμένο άσπρο, πράσινα μαλλιά και κόκκινα χείλη.

Τους αναγνωρίσαμε αμέσως και κόπηκαν οι ζητωκραυγές μας· ήταν ο Venom κι ο Joker – και δίπλα τους παρατάσσονταν ο Solomon Grandy, ο Δικαστής Θάνατος, το Τέρας του Φρανκενστάιν, μια μούμια που γρύλιζε, ένας λυκάνθρωπος που ρουθούνιζε κι ένα ζόμπι! Και πίσω τους ακολουθούσαν και πολλοί άλλοι, υπεράνθρωποι και τερατώδεις κακοί από κόμικς και ταινίες, που είχαν γεμίσει τη φαντασία μας από μικρούλια!

Και τώρα βρισκόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο απέναντί τους, και μας κάρφωναν με τα μοχθηρά τους μάτια, χαμογελώντας σαρδόνια, κι όλο πλησίαζαν με απλωμένα τα γαμψά τους νύχια, έτοιμοι να μας ξεσκίσουν και να μας κατασπαράξουν!

Ποιος μπορούσε να μας προστατέψει; Πού ήταν ο Spider Man, o Batman, οι Εκδικητές, οι X-Men, όλοι οι υπερήρωες, να τους πολεμήσουν;

Και ξαφνικά, έγινε το αναπάντεχο. Οι υπερήρωες ήρθαν – όχι ακριβώς εκείνοι που φανταζόμασταν, αλλά άλλοι, που δεν τους είχαμε φανταστεί ποτέ, αλλά εκείνοι στάθηκαν γύρω μας αρματωμένοι, πάνοπλοι, σχηματίζοντας ένα τείχος.

Πέντε πολεμιστές με αρχαίες χρυσαφένιες αρματωσιές, οπλισμένοι με σπαθιά κι ασπίδες. Η παρουσία τους φώτισε το χώρο κάνοντας τα τέρατα να υποχωρήσουν σχεδόν με τρόμο και γεμίζοντάς μας καινούργιο θάρρος.

Όχι μόνο θάρρος, μα ένα είδος γαλήνης, που λες και το βλέμμα τους μας το μετάγγιζε στις ψυχές μας!

Και άρχισαν να πολεμούν. Χτυπήθηκαν λυσσαλέα με τους μοχθηρούς μαχητές, που ούρλιαζαν και χοροπηδούσαν δαιμονισμένα, ενώ οι υπερασπιστές μας μάχονταν σιωπηλά, σοβαροί και ψύχραιμοι. Και η σύγκρουσή τους, μπροστά στα μάτια μας, φάνηκε να κράτησε αρκετή ώρα. Και τελείωσε με την άτακτη φυγή των τεράτων, που ξαναχώθηκαν στριγκλίζοντας στα ερέβη, απ’ όπου είχαν έρθει και όπου φαίνεται ήταν η φωλιά τους.

Από κείνη την ώρα καταλάβαμε πως ήμασταν ασφαλείς.

Δεν ξέρω πόσοι από σας έχουν νιώσει αυτό το μοναδικό συναίσθημα· να πιστεύεις ότι θα πεθάνεις, να βλέπεις το θάνατο μπρος στα μάτια του, και ξαφνικά να σώζεσαι ως εκ θαύματος! Πρόκειται για μια απόλαυση που δε συγκρίνεται με τίποτε άλλο στον κόσμο. Πόσο μάλλον όταν τη βιώνουν μικρά παιδιά – που ο τρόμος τους είναι εντονότερος απ’ των μεγάλων!

Το σκοτάδι χάθηκε από το χώρο. Δε φαινόταν πια τρομαχτικός· μια απλή, άδεια αίθουσα. Από πού είχαν έρθει όλοι οι εχθροί μας;

Μπροστά μας φαινόταν η κλειστή πόρτα, από την οποία είχαμε μπει. Απέναντι, το άνοιγμα που οδηγούσε στο έρεβος. Από ’κεί θα είχαν ξεχυθεί, σίγουρα εκεί θα είχαν ξανατρυπώσει!

Οι πολεμιστές στέκονταν δίπλα μας· για τις παιδικές μας διαστάσεις έμοιαζαν γίγαντες! Αγαθοί γίγαντες, που χαμογελούσαν και μας μετέδιδαν ασφάλεια και ηρεμία.

Ο ένας ευλόγησε με το χέρι του το κορίτσι, που σχεδόν αμέσως άνοιξε τα μάτια του. Ανακάθισε ξαφνιασμένο, φοβισμένο. Ο στρατιώτης την έπιασε απαλά απ’ το χέρι και τη βοήθησε να σταθεί όρθια.

Έτρεξε προς το μέρος μας και μας αγκάλιασε κλαίγοντας και ζητώντας μας συγνώμη. Δεν έδειχνε πια αγέρωχη πειρατίνα, αλλά εύθραυστο κοριτσάκι, πίσω από τη μάσκα του χαλασμένου της μακιγιάζ με τα τατουάζ και τα σκουλαρίκια.

«Σας ευχαριστούμε!» είπαμε στους σωτήρες μας με ευγνωμοσύνη. «Ποιοι είστε;».

Μας συστήθηκαν με μάτια που έλαμπαν:

«Γεώργιος». «Δημήτριος». «Θεόδωρος». «Θεόδωρος». «Ευστάθιος».

Ναι, είχαμε υποψιαστεί ποιοι ήταν. Η Μίνα κοιτούσε αποσβολωμένη – δεν καταλάβαινε.

«Οι φίλοι μου» ψέλλισε.

«Θα τους πάρουμε στο γυρισμό» την καθησύχασε ο Δημήτριος. «Μη φοβάσαι».

«Η μαμά μου; Η αδερφή μου;» ικέτεψα.

«Θα τις σώσουμε, με τη βοήθεια του Χριστού» είπε ο Ευστάθιος. Έσφιξαν τα όπλα τους και κινήθηκαν προς το απειλητικό άνοιγμα.

«Να έρθουμε μαζί σας;» ρώτησε ο Κώστας με αδιευκρίνιστες διαθέσεις.

Ένευσαν καταφατικά. Ο Γεώργιος έκανε το σταυρό του και προχώρησε πρώτος. Πέρασαν την πύλη κι ακολουθήσαμε ξωπίσω τους. Μαζί μας, τρέμοντας από φόβο και τύψεις, και η Μίνα.

Βρεθήκαμε σε μια σκοτεινή στοά. Βλέπαμε από μια λευκή ανταύγεια που αναδιδόταν λες από τα δικά τους βλέμματα. Ο διάδρομος βυθιζόταν προς τα κάτω. Τον ακολουθήσαμε.

Σε αρκετή απόσταση βρήκαμε μια αίθουσα. Οι σπηλαιώδεις τοίχοι ήταν γεμάτοι οβάλ οθόνες, σε σχήμα ματιού, μεγάλες σαν υπερσύγχρονες τηλεοράσεις. Ήταν σαν παράθυρα και πίσω τους φαίνονταν υπνωτισμένες, ακίνητες μορφές αγοριών και κοριτσιών, διαφόρων ηλικιών, με ορθάνοιχτα μάτια και απλανή βλέμματα.

Κοιτάξαμε τους συνοδούς μας.

«Δεν είναι εδώ» εξήγησαν. «Δε θα τους ελευθερώσουμε τώρα. Εδώ είναι μόνο η εικόνα τους».

Παρακάτω τρεις έφηβοι ήταν αιχμάλωτοι, δεμένοι σε τρεις δερμάτινες πολυθρόνες, και γύρω τους είχανε στρατοπεδεύσει σκοτεινοί ιππότες με ανάποδους σταυρούς, οι αναποδοσταυροφόροι της Μίνας. Η κοπέλα ξεφώνισε σιγανά. Οι σατανικοί άντρες μας αντιλήφθηκαν κι άρπαξαν τα όπλα τους.

Οι τρεις αιχμάλωτοι ήταν ο Στάθης, ο Πάνος και ο Ιωσήφ, οι τρεις φίλοι της Μίνας, τα Τρία Γουρουνάκια, όπως τους έλεγαν τα παιδιά (εμείς τότε πρώτη φορά τους βλέπαμε). Ούτε γύρισαν να μας κοιτάξουν, σαν υπνωτισμένοι.

«Πού είμαστε;» ψιθύρισε η κοπέλα κλαμένη.

«Μέσα στη φαντασία τους» εξήγησε ένας από τους Θεόδωρους. «Σταθείτε στην άκρη και, αν ξέρετε να προσεύχεστε, είναι η ώρα».

Και άρχισε μάχη. Σε κάθε χτύπημα των δικών μας, οι αναποδοσταυροφόροι σπαρτάραγαν σα να δέχονταν πλήγμα με ηλεκτροφόρα καλώδια. Οι δικοί μας ήταν ανίκητοι – παρόλ’ αυτά, τους πήρε αρκετή ώρα να τους απωθήσουν!

Η Μίνα παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια· τέτοια επική μάχη δε συγκρινόταν με ό,τι είχε δει παίζοντας στις οθόνες. Ώστε έτσι νικιούνταν οι σκληροί φονιάδες!...

Καθάρισαν τον τόπο· οι αναποδοσταυροφόροι χάθηκαν, όπως είχαν κάνει νωρίτερα οι σούπερ κακοί! Οι πολεμιστές μας σταύρωσαν με τα σπαθιά τους τις μορφές των τριών αιχμαλώτων, που ξεθώριασαν μπροστά στα μάτια μας και η αίθουσα απόμεινε κι αυτή άδεια, σαν την προηγούμενη.

«Τώρα θα συνέλθουν» είπαν.

Και προχωρήσαμε. Η καρδιά μας χτυπούσε ολοένα και πιο δυνατά – πότε θα συναντούσαμε τους δικούς μας; Άραγε ήταν κι ο Χρήστος εδώ; Και ο Θάνος, ο αδερφός της Μίνας; Ή ήταν μόνον οθόνες, σαν εκείνες που συναντήσαμε προηγουμένως;

Και παρακάτω βρεθήκαμε σε μια λίμνη, όχι με νερό, αλλά με πετρέλαιο που φλεγόταν με ανυπόφορη μυρωδιά, και δίπλα είχαν στρατοπεδεύσει εκατοντάδες αναποδοσταυροφόροι, με αρχηγό έναν πανύψηλο τύπο που πετούσε γαλάζιες φλόγες απ’ το κρανίο του κι απ’ τις παλάμες, σαν εκείνο το σατανικό μοτοσικλετιστή, που είχε παίξει σε καναδυό ταινίες ο Νίκολας Κέιτζ!

Κάναμε πίσω, με καινούργιο φόβο να μας πετρώνει, ενώ οι υπερασπιστές μας επιδίδονταν σε νέα μάχη! Αυτή τη φορά δε συμπλέκονταν σιωπηλοί, αλλά μουρμουρίζοντας κάποια φράση, που κατάλαβα μετά από χρόνια πως ήταν μια δυνατή προσευχή, μια προσευχή της καρδιάς – η νοερά προσευχή.

Αυτή την προσευχή την έλεγαν μέσα στην καρδιά τους κάθε στιγμή, μα τώρα την έλεγαν και ψιθυριστά, πολεμώντας συγχρόνως, επειδή αυτή η τελευταία μάχη, με τόσες εκατοντάδες εχθρούς, ήταν η πιο δύσκολη.

Πόση ώρα κράτησε; Λεπτά; Ώρες; Είχε χαθεί ο χρόνος μέσ’ στο μυαλό μας. Κλαγγές αρχαίων όπλων, ουρλιαχτά, στριγκλίσματα και φτερουγίσματα μας ξεκούφαιναν. Κι όταν χάθηκαν οι εχθροί, δυο φιγούρες έτρεξαν καταπάνω μας και μας αγκάλιασαν κλαίγοντας με αναφιλητά!

Δυο γνωστές, αγαπημένες φιγούρες: η μαμά μου κι η μικρή Μελίνα!

“Δεν πρόλαβαν να τους φάνε!” σκέφτηκα αμέσως· δεν ήξερα πόσο δίκιο είχα!

Η καρδιά μου χόρευε ευτυχισμένη – με την άκρη του ματιού μου πρόσεξα κάποια ζήλεια στο σκυθρωπό βλέμμα της Μίνας, με τα μαύρα ξεβαμμένα βλέφαρα. Ευχήθηκα να ’ρθει κι η σειρά της, ν’ αγκαλιάσει κι αυτή τον αδερφό της έτσι!...

Και ξάφνου οι στρατιώτες συσπειρώθηκαν γύρω μας ενώνοντας τις ασπίδες τους. Ο αρχηγός των κτηνών εξαπέλυσε πύρινα κύματα από τα χέρια του και οι φλόγες μας σκέπασαν μανιασμένες σαν καταιγίδα! Κανείς δεν πειράχτηκε, προστατευμένοι από τις ασπίδες και τα κορμιά των ανίκητων φίλων μας.

Και τότε χάθηκαν όλα και βρεθήκαμε πίσω στην ευρύχωρη σάλα του net café, με τους έφηβους που κοπανιούνταν, τσίριζαν κι έβριζαν, αποχαυνωμένοι μπροστά στα τερματικά τους. Μόνο που τώρα τσίριζαν κι έβριζαν και σκόρπιζαν πανικόβλητοι προς κάθε κατεύθυνση για άλλο λόγο: επειδή τα πάντα καίγονταν!

***

Στην εκκλησία ο π. Σάββας τέλεσε την παράκληση με πρωτόγνωρη θέρμη, που ξάφνιασε και τον ίδιο. Τέτοιο ηλεκτρισμό δεν τον είχε ξανανιώσει ποτέ.

Μοναδικός ακροατής, που σταυροκοπιόταν πότε πότε και προσευχόταν με αγωνία μέσα στην καρδιά του, ο θείος Άρης. Ήταν η πρώτη φορά που ο θείος Άρης προσευχόταν με πραγματική σοβαρότητα· μάλλον η πρώτη φορά που προσευχόταν γενικά, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του.

Όταν τελείωσε η παράκληση, ο νεαρός ιερέας βγήκε από το Ιερό και τον πλησίασε, φορώντας ακόμα το πετραχήλι του.

Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Το βλέμμα του θείου ζητούσε εξηγήσεις – κάτι περισσότερο από εξηγήσεις· οδηγίες.

«Βγες έξω, κατέβα τα σκαλοπάτια και στάσου μπροστά στο ναό» είπε απλά ο ιερέας.

«Γιατί;».

«Μη ρωτάς. Κάνε το».

Έτσι κι έκανε. Περνώντας μπροστά από την εικόνα της Παναγίας, υποκλίθηκε καταθέτοντας αίτημα για ενισχύσεις.

Στάθηκε ακίνητος μπροστά στο ναό. Η νύχτα είχε πέσει, έκανε ψύχρα αλλά δεν κουνιόταν φύλλο. Και ξαφνικά όλα τα φύλλα στα δέντρα, και τα κλαδιά μαζί, κουνήθηκαν. Και πριν προλάβει ο θείος μας να καταλάβει, ο Μελένιος Δράκος κατέβηκε, τον φορτώθηκε στη χνουδωτή ράχη του κι απογειώθηκε μέσα στη νύχτα!

Στο φλεγόμενο net café οι πολεμιστές με τις χρυσαφένιες αρματωσιές άπλωσαν τα χέρια τους κι οι φλόγες ανοίχτηκαν και χωρίστηκαν στα δυο, σαν την Ερυθρά Θάλασσα που μαθαίναμε στο σχολείο – αν το μαθαίναμε, γιατί κάπου μαθαίναμε και πως ήταν μύθος.

Τώρα πια, με όσα ζήσαμε κείνες τις ώρες, και όχι μόνο, είμαι σίγουρος πως ήταν αλήθεια.

Τέλος πάντων.

Οι δυο Θεόδωροι καθοδήγησαν το πλήθος, που έκλαιγε ανήμπορο ν’ αντιδράσει, και βοήθησαν να βγουν όλοι στο δρόμο, σώοι και αβλαβείς.

Ανάμεσά τους ξεχώρισα μερικές μορφές από κείνες που είχαμε δει νωρίτερα, στις οθόνες, και κατάλαβα ποιοι ήταν εκείνοι οι αιχμάλωτοι στη σκοτεινή αίθουσα.

Βγήκαν οι έφηβοι, αγόρια και κορίτσια, βγήκαν οι ενήλικες που ήταν πιο ψύχραιμοι και αυτενεργοί, βγήκαμε κι εμείς και κοντά σ’ εμάς και οι φίλοι της Μίνας, οι Πειρατές των Υπονόμων, που μας είχαν φέρει σ’ αυτή τη φάκα χωρίς να καταλαβαίνουν τι κάνουν, ο Νόντας, ο Τζίμης, η Σοφία, η Στέλλα και η Οξάνα· και φυσικά και η Μίνα.

Σα να ’χαν συνέλθει από βαρύ λήθαργο, δε μπορούσαν ακόμα να καταλάβουν πού βρίσκονταν και τι είχαν κάνει. Μας πλησίασαν παραπατώντας κι έδειξαν να χαίρονται που μας βλέπουν.

Από το φλεγόμενο κτήριο όλοι σκόρπιζαν σα σκιουράκια. Μερικά ταξί είχαν πλησιάσει και μάζευαν κόσμο. Από μακριά ακούγονταν οι σειρήνες της πυροσβεστικής.

Κι εμείς τι θα κάναμε, μικρά παιδιά, με την ταλαιπωρημένη μαμά μου να στέκεται μόλις και μετά βίας όρθια;

Οι πολεμιστές, οι υπερασπιστές μας, είχαν γίνει άφαντοι.

Και τότε μας πλησίασε μια φιγούρα γνώριμη, λατρεμένη κι ελπιδοφόρα. Μας έκλεισε όλους σε μια πελώρια αγκαλιά, έκλαψε μαζί μας και μετά μερίμνησε με ταξί και τηλεφωνήματα να γυρίσουμε όλοι – κι εμείς και οι Πειρατές, που παράτησαν τα μηχανάκια τους μισοκαμένα στο χώρο στάθμευσης μπροστά στο κατεστραμμένο café – σώοι στα σπίτια μας.

Μια φιγούρα, που την είχε αφήσει εκεί ο Μελένιος Δράκος πριν χαθεί στο συννεφιασμένο αθηναϊκό ουρανό, αθέατος από ανθρώπινα μάτια – η φιγούρα του θείου Άρη.

 

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαια 4 & 5


Εικ. από εδώ

 4

Με λένε Μίνα.

Από μικρή ζούσα μέσα στη φαντασία. Κόλλησα με το Τζίμη, το Νόντα, τη Σοφία, τη Στέλλα, την Οξάνα. Ξεκινήσαμε το ταξίδι μας με τον Πήτερ Παν, συνεχίσαμε με το Χάρυ Πότερ, προχωρήσαμε με παιχνίδια ρόλων στο net café της περιοχής μας και μετά στα τάμπλετ και τα λάπτοπ μας. Και τώρα, που πάμε Α΄ Λυκείου (τελευταία περίοδο χάριτος πριν την κούρσα θανάτου στην αρένα με τις Πανελλήνιες), έχουμε περάσει στην πράξη. Καπνίζουμε, πίνουμε, ξενυχτάμε, χορεύουμε, κάνουμε έρωτα (με προφυλάξεις, εννοείται – φιλενάδες μας χωρίς προφυλάξεις έχουν μπει στο χειρουργείο για να πετάξουν τις συνέπειες), έχουμε διαμορφώσει το σώμα μας όπως θέλουμε με τατουάζ, σκουλαρίκια και βαφές μαλλιών, γενικά έχουμε σουτάρει αυτόν το βρόμικο κόσμο και ζούμε στον δικό μας, κοινό, δημιουργημένο από μας, περιπετειώδη, αγανακτισμένο κόσμο μας.

Κρατηθήκαμε καθαροί από ναρκωτικά, αν και δοκιμάσαμε μερικά ελαφριά. Δε μπλέξαμε σε παρανομίες, αν και πότε πότε σουφρώσαμε μερικά ψιλά απ’ τους γονείς μας. Άλλωστε, γι’ αυτό είναι οι γονείς, είτε είναι μαζί, είτε (οι περισσότεροι) χωρισμένοι, είτε μόνο μαμά, χωρίς ποτέ να έχει υπάρξει στη ζωή μας μπαμπάς.

Έχουμε κάνει κι ένα γκρουπάκι και παίζουμε σκληρό rock. Είμαστε οι “Πειρατές των Υπονόμων”. Ο Νόντας έγραψε κι ένα τραγούδι, τον Παπαγάλο με ξύλινο πόδι, ταιριαστό με το όνομα του group μας· το ανεβάσαμε στο Facebook, το παίζουμε στις μικρές μας συναυλίες κι έχει τρομερή επιτυχία. Ελπίζουμε πως θα φτιάξουμε κι άλλα τραγούδια, όχι για CD κι εταιρίες (αλλεργία σε όλα αυτά), μόνο για βιντεάκια στο Fb.

Όλα αυτά μέχρι πριν πέντε μήνες, όταν χάθηκε ο αδερφός μου, ο Θάνος.

 ***

Οι μισοί από μας έχουμε και μικρούς αδερφούς. Συνήθως δεν ασχολούμαστε μαζί τους. Μερικοί απ’ αυτούς ακολουθούν τα βήματά μας· σχηματίζουν παρέες που προσπαθούν να μας μοιάσουν.

Ίσως δεν προσπαθούν να μοιάσουν σ’ εμάς, αλλά το ποτάμι τους φέρνει κατά ’δώ. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, ελπίζω· το ποτάμι της ζωής, το ρεύμα, πώς να το πω; Αυτό που κατά βάθος ακολουθούμε όλοι, ζούμε μια ζωή αφύσικη σ’ έναν κόσμο αφύσικο, χτίζουμε έναν παράδεισο που μοιάζει με κόλαση, σ’ έναν κολασμένο κόσμο που μας κατασπαράζει με τεράστια σαγόνια σαν από θρίλερ.

Αυτό κάνουμε εμείς, αυτό θα κάνουν και τα μικρά μας αδέρφια· τι άλλο; Greek History X. Το πιάσατε;

Όμως όχι και να εξαφανιστούνε τ’ αδέρφια μας! Μπορεί να μας ενοχλούν, να μην ασχολούμαστε μαζί τους, να μη θέλουμε ν’ ασχολούνται κι αυτά μαζί μας, αλλά τι στο καλό, αδέρφια μας είναι, είναι και θέμα τιμής να τα διατηρούμε ασφαλή.

Θέμα τιμής, απαίτηση των γονιών, ίσως κατά βάθος να τ’ αγαπάμε και λίγο.

Εγώ είμαι σίγουρη πως τον αγαπάω τον αδερφό μου, αν και δεν το ’χω παραδεχτεί ποτέ και ελπίζω να μη βρεθώ στην ανάγκη να το παραδεχτώ και στο μέλλον. Αλλά όταν βρω αυτόν που του έκανε κακό, θα τον σκοτώσω!

Επειδή κανείς άλλος απ’ τον πραγματικό κόσμο δε θα το κάνει, θα τον σκοτώσω εγώ η ίδια. Αλλιώς, όλη η αναρχία και η πειρατεία που χτίσαμε γύρω μας και μέσα μας τόσα χρόνια, είναι λόγια του αέρα.

Συσπειρωθήκαμε λοιπόν όλοι και αρχίσαμε το ψάξιμο.

Κατ’ αρχάς, κάναμε ένα τατουάζ στον καρπό μας, μια πειρατική νεκροκεφαλή κι έναν παπαγάλο με ξύλινο πόδι. Και μετά αρχίσαμε να ρωτάμε. Πρώτα τους φίλους του, τους αγριέψαμε και τους απειλήσαμε, μήπως είναι πουθενά μπλεγμένοι. Δε βγάλαμε άκρη. Μετά ξεκινήσαμε να ψάχνουμε στις πλατείες, στα στέκια, στα πεζοδρόμια και στις σκιές. Όχι για Μελένιους Δράκους και σαχλαμάρες! Για εμπόρους ναρκωτικών, μαστροπούς, παιδεραστές, εμπόρους σκλάβων, διακινητές ανθρωπίνων οργάνων…

Σε όλα αυτά, οι γονείς μας αμέτοχοι. Έτσι κι αλλιώς αμέτοχοι είναι σε όλη τη ζωή μας. Ούτε που ρωτάνε τι κάνουμε όλη μέρα – και όλη νύχτα.

Αυτή η νύχτα είναι που κρύβει την αλήθεια, μέσα σ’ αυτήν βρίσκεται και κατοικεί, σαν κουκούλι τερατώδους σαρκοβόρας πεταλούδας, που εκκολάπτεται και καταβροχθίζει όποιους βρει μπροστά της!

Είδαμε πολλά. Δεν πήγαμε μόνοι μας· δε θα ζούσαμε ούτε βδομάδα. Πήγαμε με μεγαλύτερους, ξεσκολισμένους κι απ’ τα συστημικά σχολεία (που πιστεύαμε τότε πως θέλουν κάψιμο) κι απ’ τη ζωή (που αυτή κι αν θέλει κάψιμο).

Είχαμε φίλους και εραστές – ας εκφραστώ κόσμια, μας διαβάζουν και παιδιά – που ήξεραν πρόσωπα και πράγματα κι ήταν αληθινοί πειρατές, όχι πειρατές της μουσικής σαν εμάς. Άνθρωποι που έκαναν και βρομοδουλειές, και μας φέρανε κοντά σε άλλους, που κάνανε πιο μεγάλες βρομοδουλειές.

Αλλά πέρασαν πέντε μήνες και δε βρήκαμε τίποτα.

Και τότε διαβάσαμε στο Fb την ιστορία με το Μελένιο Δράκο.

Και θυμήθηκα πως ο Θάνος μου μού είχε πει μια φορά αυτές τις λέξεις.

Αμέσως βαλθήκαμε να το ψάχνουμε· όχι μόνο στα ελληνικά, αλλά σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Δεν ήταν από παιχνίδι υπολογιστών, ούτε από παιδική ταινία· από τι ήταν;

Μήπως καμιά σπείρα που ξεγελούσε παιδιά;

Ρωτήσαμε στο σχολείο, και φυτά και φλώρους και μάγκες· τίποτα. Ρωτήσαμε και στα στέκια, στα μπαρ, στους νυχτερινούς δρόμους· πάλι τίποτα.

Ρωτήσαμε μέσω Fb και τους “φίλους” μας σε άλλες πόλεις, σε άλλες χώρες· και πάλι τίποτα.

Όλοι ήξεραν για την αναζήτηση του Μελένιου Δράκου – θα βοηθήσαμε κι εμείς σ’ αυτό, το είπαμε σε εκατοντάδες ανθρώπους ώς τα πέρατα του κόσμου, τόσο ταξιδεμένοι πειρατές δε θα ’χουν υπάρξει – μα κανείς δεν ήξερε τι ήταν.

Όμως ένας δυο ακόμη με αδέρφια εξαφανισμένα βρέθηκαν που είχαν ακούσει τις λέξεις, και το μυστήριο μεγάλωνε.

Έτσι πήγαμε στα μικρά, σ’ αυτά που ξεκίνησαν την ιστορία, και τους προσφέραμε συμμαχία και υποστήριξη.

Είχα τα μαλλιά μου βαμμένα μαύρα κατράμι, το ίδιο και τα χείλια μου και τα μάτια· ντυμένη στα μαύρα, με πολλά σκουλαρίκια και τατουάζ· το βλέμμα μου γεμάτο οργή, όλο τον κόσμο μισούσα – θα τα παίξανε τα μικρά.

Κερδίσαμε την εμπιστοσύνη και το σεβασμό τους. Δεν ήξεραν ακόμα πού πήγαιναν να μπλέξουν· πού πήγαιναν να μπλέξουν μαζί μας…

Βλέπεις, δεν είχαν αρχίσει να γίνονται επικίνδυνοι· ακόμη δεν είχαν δει τα αβγά, αυτά που το κοριτσάκι ονόμαζε κομπιουτεροκακάκια, κι έτσι έμειναν και στην ιστορία…

5

Φωτο από εδώ

Εδώ Μίνα.

Κατά τα μέσα της χρονιάς, τρία αγόρια απ’ το σχολείο μας, κολλητοί, τρεις φλωρογκατζετάκηδες, κομπιουτεροσπασίκλες, τα Τρία Γουρουνάκια, έτσι τους λέγαμε – ήταν και χοντρούληδες – κι ούτε που ήξερα τα ονόματά τους, χακάρανε και κατεβάσανε ένα παιχνίδι ρόλων, ολόφρεσκο κι ακυκλοφόρητο. Λεγόταν “Απαγωγή”· μιλούσε για την απαγωγή ενός εντεκάχρονου και για την αδερφή του με την παρέα της, που ψάχνανε να τον βρουν, να τον φέρουν πίσω.

Σχεδόν αμέσως κατάλαβαν πως οι χαρακτήρες του παιχνιδιού ήμασταν ο Θάνος κι εμείς!

Ξενυχτήσανε παίζοντας. Τα βάλανε με ψηφιακούς κακοποιούς και μαχαιροβγάλτες, εμπόρους ναρκωτικών και σωματέμπορους – αυτούς που είχαμε ερευνήσει εμείς, μόνο που στο παιχνίδι τους πολεμούσαν και τους ξεπάστρευαν με σπαθιά και τόξα.

Όποιος έχανε βυθιζόταν σε φυλακές βασανιστηρίων, στο παιχνίδι πάντα, κι οι άλλοι έπρεπε να ρισκάρουν για να τον σώσουν, αλλιώς έχαναν πόντους· και αν ρίσκαραν, ξεκινούσαν καινούργιες πίστες όπου μπορεί να έχαναν εντελώς τη ζωή τους και το παιχνίδι. Χάσανε και ξεκίνησαν από την αρχή κάμποσες φορές, ολοένα και πιο πεισμωμένοι.

Και τελικά φτάσανε σ’ ένα βασίλειο βυθισμένο στη νύχτα, σ’ ένα σκοτεινό μεσαιωνικό κόσμο, όπου πρόβαλαν να τους αντιμετωπίσουν διαβολικοί σταυροφόροι, ή μάλλον αναποδοσταυροφόροι, ιππότες με μαύρες πανοπλίες κι ανάποδους σταυρούς στο στήθος, στις ασπίδες και στους μανδύες. Ό,τι κι αν έκαναν, δεν κατάφεραν να τους νικήσουν.

Μετά από ολονύχτιο παιχνίδι, ήρθαν άυπνοι στο σχολείο και στο πρώτο διάλειμμα με βρήκαν και μου τα είπαν.

Κάναμε κοπάνα από τη δεύτερη κιόλας ώρα – πού να περιμένουμε να σχολάσουμε; Και τι να καθίσουμε να κάνουμε στο σχολείο; Ήμασταν εννιά άτομα, οι Πειρατές των Υπονόμων (υπενθυμίζω: ο Τζίμης, ο Νόντας, η Οξάνα, η Σοφία, η Στέλλα κι εγώ) και τα Τρία Γουρουνάκια. Πάντα νιώθαμε περήφανοι στις κοπάνες μας, αλλ’ αυτή τη φορά είχαμε κυριευτεί από ιερό ρίγος, σαν αληθινοί πειρατές ή ίσως ιππότες ή κομάντος, που ξεκινούσαν για αποστολή υψηλού κινδύνου, για να σώσουν τον κόσμο.

Ναι, ήμασταν αληθινοί πειρατές και κομάντος, είχαμε βουτήξει βαθιά, δεν ήταν αστείο. Κι αν κανένας φλώρος καθηγητής – έτσι τους έβλεπα τότε – μας ζητούσε το λόγο την άλλη μέρα, πρώτη φορά είχαμε πραγματικά σοβαρό λόγο που είχαμε φύγει: να ψάξουμε για τον αδερφό μου.

Αυτό που δεν ξέραμε, αν και θα ’πρεπε να το φανταστούμε, ήταν πως η όλη φάση ήταν στημένη. Στημένη, για να μας παγιδεύσουν· στημένη, για να μας κάνουν δικούς τους, για να μας μετατρέψουν σε δόλωμα.

Βάλανε δόλωμα για να κάνουν εμάς δολώματα. Βάλανε δόλωμα για μαρίδες, για να τις κάνουνε δόλωμα για συναγρίδες – αν τα λέω σωστά, γιατί δεν ξέρω από ψάρεμα.

Μαζευτήκαμε στο σπίτι ενός απ’ τα Τρία Γουρουνάκια, του πιο χοντρούλη. Τα καημένα, ήταν περήφανα που μας έδειχναν κάτι, όπως κάθε σπασίκλας είναι περήφανος όταν συνεργάζεται με ανθρώπους της πιάτσας και της πράξης.

Μας έδειξαν το παιχνίδι, και το παίξαμε. Ήταν φως φανάρι πως στην οθόνη φιγουράραμε ο Θάνος κι εμείς. Παλεύαμε με κακοποιούς κάθε είδους, που μοιάζανε με τους τύπους που είχαμε συναντήσει τόσο καιρό στην έρευνά μας για τον αδερφό μου.

Ποιος το είχε φτιάξει; Τι κρυβόταν από πίσω; Ναι, αυτοί που είχαν αρπάξει το μικρό Θάνο, αλλά ποιοι ήταν; Μας παρακολουθούσαν βήμα προς βήμα; Ξέρανε τα πάντα για μας; Τυχαία έφτασε στα χέρια των τριών καινούργιων συμμάχων μας;

Αναρωτιόμασταν, αλλά προς το παρόν δεν το ερευνούσαμε, μόνο παίζαμε, μήπως αποκαλυφθούν τίποτα στοιχεία.

Επιμείναμε ξανά και ξανά. Φτάσαμε στο σκοτεινό βασίλειο και στους ιππότες. Πολεμήσαμε, χάσαμε. Ξαναρχίσαμε από την αρχή, ξαναφτάσαμε μετά πολλή ώρα, ξαναχάσαμε. Δεν υπήρχε τρόπος να τους νικήσουμε στο παιχνίδι· ήταν φανερό πως δεν ήταν άνθρωποι.

Ήρθε το απόγευμα και δεν είχαμε σηκώσει το κεφάλι μας από την οθόνη.

Το καλό της εποχής μας (σαν καλό το θεωρούσα τότε) είναι πως δεν υπάρχουν γονείς. Δουλεύουν τρελά ωράρια και ακανόνιστα. Κι όταν έρχονται στο σπίτι, δε μας ενοχλούν. Έχουν αποδεχτεί την ήττα τους και παραιτηθεί από τις προσπάθειές τους να παρέμβουν στη ζωή μας· κυριολεκτικά, έχουν παραδοθεί.

Έτσι ο κόσμος μας έχει γίνει κόσμος των παιδιών – ή, για ν’ ακριβολογήσουμε, των εφήβων. Ο έφηβος κάνει ό,τι θέλει και το πιθανότερο είναι πως οι γονείς δε θα μάθουν ποτέ τίποτα.

Και τι κόσμος είναι αυτός και τι ακριβώς θέλει να κάνει ο έφηβος σ’ έναν τέτοιο κόσμο;

Όλοι το ξέρετε, μην κρύβεστε και μην κάνετε πως χρειάζεται να σας το πω: ένας εφιαλτικός κόσμος. Ένας κόσμος παράνοιας, σαν βγαλμένος από το πιο τρομαχτικό θρίλερ· δεν ξέρω αν τα θρίλερ αντιγράφουν τον αληθινό κόσμο ή ο κόσμος τα θρίλερ. Απελπισία, σκοτάδι, βία, πόνος, μίσος, κενότητα, τι άλλο να πω; Αυτά είναι τα μαύρα βέλη στη φαρέτρα ενός Τοξότη Ζόμπι, που τοξεύει και, όποιον πετύχει, αυτός βυθίζεται σε μια κόλαση· μια γοητευτική κόλαση, που τον ελκύει ολοένα και πιο βαθιά, τον τροφοδοτεί με κατάλληλη μουσική, ταινίες, παιχνίδια, διασκεδάσεις, και τελικά τον σκοτώνει.

Αυτά θα μπορούσε να τα λέει κι ένας κοινωνιολόγος, ένας ψυχολόγος ή ακόμα κι ένας παπάς – αν και δε θυμόμασταν τότε πως υπάρχουν παπάδες· αυτός ο κόσμος, ο μαγεμένος με μαύρη μαγεία, τους κρύβει από τα μάτια μας και, όταν τους αφήνει λίγο να φανούν, τους παραμορφώνει τόσο (ή εμάς παραμορφώνει) που τους σιχαινόμαστε και τους μισούμε.

Τέλος πάντων, αυτά τώρα δεν τα έλεγε κάποιος που δεν τα ’χει ζήσει. Εμείς τα ξέραμε πολύ καλά και αργότερα θα διαπιστώναμε πως κυριολεκτικά είναι αλήθεια.

 ***

Όπως είπα, ήρθε το απόγευμα και δεν είχαμε σηκώσει το κεφάλι μας από την οθόνη. Μας ξύπνησε απ’ το λήθαργο η μαμά του παιδιού, που μπούκαρε ξαφνικά και μας βρήκε. Μας παράγγειλε σουβλάκια – είχε φτιάξει φαΐ, μα δεν έφτανε για όλο το τσούρμο – μας έστρωσε την τραπεζαρία και φάγαμε και δε μας ενόχλησε καθόλου. Μερικοί ακόμα γονείς τηλεφώνησαν στα παιδιά τους, πήραν την απάντηση πως όλα ok και δεν ξαναρώτησαν. Ήρθε κι ο μπαμπάς του παιδιού, μας χαιρέτησε ευγενικά και μας άφησε κι αυτός ήσυχους.

Κι εμείς, χωμένοι ξανά στο δωμάτιό του, με κλειστή την πόρτα, κάποια στιγμή φάνηκε να νικάμε τους αναποδοσταυροφόρους. Κι αφού είχαμε σκοτώσει πολλούς, είδαμε να προβάλλουν από το βάθος της πίστας τρεις φιγούρες – τρεις αιχμάλωτοι, δεμένοι, ολόγυμνοι, με μήλα στο στόμα, σα γουρουνάκια έτοιμα για το φούρνο. Μαντέψατε ποιοι ήταν;

Οι καινούργιοι μας φίλοι, τα Τρία Γουρουνάκια! Ίδιοι κι απαράλλαχτοι, όπως είναι στην πραγματικότητα!

Όλοι ξεφωνίσαμε από τρόμο και κλείσαμε το παιχνίδι.

Περάσαμε κάμποση ώρα αμίλητοι κι αφού συνήλθαμε κάπως από τη φρίκη, κάναμε επιτέλους την κίνηση που ίσως έπρεπε να είχαμε κάνει (ή να μην είχαμε κάνει) από την αρχή: με αρχηγούς τους τρεις φίλους, που ήταν δυνατοί κομπιουτεράδες, τρυπώσαμε στον κυβερνοχώρο και ψάξαμε την προέλευση του παιχνιδιού.

Και η αναζήτηση μας οδήγησε σ’ ένα net café στην άλλη άκρη της Αττικής. Όλη την ώρα πιστεύαμε πως είναι ξένο, και τώρα βλέπαμε, από τα ίχνη του στον κυβερνοχώρο, πως όχι μόνο είναι ελληνικό, αλλά και προέρχεται από ένα γνωστό net café.

Να καλέσουμε τους μπάτσους; Δεν υπήρχε περίπτωση. Να μιλήσουμε στους μεγάλους; Ούτε συζήτηση. Να φωνάξουμε ενήλικες φίλους μας για ενισχύσεις;

Αυτό θα μπορούσαμε να το ’χουμε κάνει, αλλά κανείς δεν το σκέφτηκε. Λογικά, περιμέναμε πως θα μπλέξουμε, αλλά ήμασταν τόσο ναρκωμένοι από την επίδραση του πολύωρου παιχνιδιού στα μυαλά μας, που ήμασταν σα συνδεδεμένοι σ’ αυτό, σαν το Matrix· σκεφτόμασταν ό,τι ήθελαν κάποιοι άλλοι, που θα τους γνωρίζαμε σε λίγη ώρα.

Παρατήσαμε τις τσάντες μας, ούτε που τις θυμηθήκαμε, χαιρετήσαμε τους γονείς του παιδιού, που μας κοίταζαν αποσβολωμένοι, και ξεκινήσαμε κάτω από ένα βαρύ μολυβένιο βραδινό ουρανό, που έσταζε πού και πού παγερές ψιχάλες.

Διασχίσαμε την Αθήνα με τα μηχανάκια μας. Όσο να φτάσουμε είχε νυχτώσει. Πώς νιώθαμε; Φοβισμένοι. Πεισμωμένοι; Μπα… Σταθήκαμε απ’ έξω και δεν τολμούσαμε να κάνουμε βήμα. Και μακάρι να μην είχαμε κάνει βήμα.

Αλλά, πάλι, δεν ξέρω, ίσως καλύτερα που το κάναμε αυτό το βήμα. Μόνο ο Θεός ξέρει – δεν Τον ανέφερα ξανά, απ’ όσο θυμάμαι – τι ήταν καλύτερο και τι θα γινόταν, αν δεν είχε γίνει αυτό που έγινε εκείνη τη νύχτα…

 

Η φωτο από εδώ, δεν έχει σχέση με την υπόθεση (δείτε όμως το άρθρο από το οποίο προέρχεται...)
 

Μπήκαμε και ρωτήσαμε χύμα το μπάρμαν για το παιχνίδι, δείχνοντάς του το CD, όπου το είχαμε κατεβάσει. Δεν τον ξέραμε, δεν ήταν κοντά στην περιοχή μας, και δεν καταλάβαμε πως εκείνος μας ήξερε και μας κορόιδευε.

Φάνηκε χαρούμενος που το είχαμε στα χέρια μας, μίλησε πολύ ευγενικά και μας πρότεινε να περάσουμε από μια πόρτα στο μισοσκότεινο βάθος του τεράστιου café. Φύγαμε από το μπροστινό μέρος, όπου ενήλικες χρησιμοποιούσαν το Internet νηφάλιοι για κάπως σοβαρούς λόγους, και διασχίσαμε τον απέραντο χώρο, όπου αμέτρητα παιδιά και έφηβοι χτυπιούνταν με τις οθόνες, τσίριζαν κι έβριζαν με φριχτές βρισιές παίζοντας διάφορα παιχνίδια, που δε γυρίσαμε να δούμε τι περιείχαν.

Ίσως ήταν παιχνίδια αντίστοιχα μ’ εκείνο που είχαμε παίξει εμείς. Αλλά κι αν δεν ήταν, πάλι ήταν ναρκωτικά της ψυχής· όλα ένα κύκλωμα είναι, μην αμφιβάλλεις· ένας ιστός αράχνης, που σε τυλίγει και σε τρώει.

Πίσω από την πόρτα βρεθήκαμε σε απόλυτο σκοτάδι. Σχεδόν αμέσως μια ανταύγεια φώτισε κάπως. Όπως δυνάμωσε, διαπιστώσαμε με τρόμο πως βρισκόμασταν στην πίστα με τους αναποδοσταυροφόρους. Δε φαινόταν ψυχή, αλλά ο χώρος ήταν ίδιος.

Η πόρτα πίσω μας όχι μόνο κλειστή, αλλά και αόρατη. Μας είχαν μπλοκάρει.

«Καλά κορόιδα είμαστε, που ήρθαμε εδώ» γκρίνιαξε ο Νόντας.

Όλοι οι άλλοι είχαμε χάσει τη λαλιά μας. Τα Τρία Γουρουνακια τρέμανε πιο πολύ απ’ όλους, είχανε γουρλώσει τα μάτια, τα δόντια τους και τα γόνατά τους χτυπούσαν και σφίγγονταν ο ένας πλάι στον άλλο σαν κινούμενα σχέδια. Αν δεν ήταν τραγικό, θα ήταν αστείο.

Εμείς κάναμε τους γενναίους. Δυο αγόρια και τρία κορίτσια, Πειρατές των Υπονόμων, δεν έπρεπε κανείς να μας πει δειλές, δεν έπρεπε καμιά να τους πει δειλούς. Κατά βάθος, τα ’χαμε παίξει. Κοιταχτήκαμε. Τι θα γινόταν;

Άνοιξε απέναντί μας μια πύλη, από την οποία ξεχύθηκε άπλετο φως. Μπήκαν μια εικοσαριά αναποδοσταυροφόροι, με πρόσωπα καλυμμένα, όπως στο παιχνίδι, πίσω από μαύρες περικεφαλαίες. Κρατούσαν γυμνά σπαθιά και ασπίδες· το σύμβολο του ανάποδου σταυρού – όλοι ξέρουμε τι σημαίνει – φεγγοβολούσε παντού, σα να μας περιγελούσε. Και πράγματι μας περιγελούσε.

Στη μέση ξεπρόβαλε ο άρχοντάς τους. Πρώτη φορά τον βλέπαμε, δεν υπήρχε στο παιχνίδι. Ή, κι αν υπήρχε, δεν είχαμε προχωρήσει τόσο που να τον συναντήσουμε στην οθόνη.

Δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν ένα τέρας ξερακιανό, πολλά μέτρα ψηλό, ώς την οροφή, ντυμένο κατάμαυρα σαν το Χάρο. Το πρόσωπό του έλαμπε μ’ ένα αρρωστημένο γαλάζιο φως, δεν ξεχώριζες τα χαρακτηριστικά του. Από το κρανίο και τα δυο του χέρια έμοιαζε να πετούσε γαλάζιες φλόγες. Μας πλησίασε κι έμοιαζε σα να πετούσε και στάθηκε ακριβώς μπροστά μας. Είχαμε παγώσει – ή μήπως εκείνος μας είχε παγώσει; Ακόμα και τώρα δεν ξέρω και ίσως ποτέ δε θα μάθω.

Μας μίλησε μέσα στο μυαλό μας και μας έστειλε να του φέρουμε τα παιδιά. Ήταν τότε που είχαν γλιτώσει απ’ τους καλικάντζαρους, στην εκκλησία. Δεν τα ξέραμε βέβαια ακόμη αυτά.

Όταν βγήκαμε από την αίθουσα και περάσαμε από τη σάλα του net café, ήμασταν όργανά του.

 

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 6

Εικ. από εδώ , όπως και η επόμενη Ο π. Σάββας δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ. Είχε ένα αγοράκι πέντε χρονών, το Νικόλα, κι ένα...