Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 1

Τους τελευταίους μήνες ο Χρηστάκης μιλούσε πάντα για το Μελένιο Δράκο… Ο Μελένιος Δράκος είπε αυτό, είπε το άλλο… Ο Μελένιος Δράκος είχε ταξιδέψει στην Αφρική, είχε έρθει από την Κίνα, είχε πετάξει στο φεγγάρι, είχε πολεμήσει τους κακούς Δράκους.

Όταν ήταν πανσέληνος, τα σημάδια στο φεγγάρι ήταν το χωριό των Δράκων, όπου είχε φιλοξενηθεί ο Μελένιος Δράκος· κι εκεί γύρω οι γενναίοι φεγγαροβοσκοί έβοσκαν τα φεγγαροπροβατάκια του θείου Άρη – το πρόσθετε κι αυτό στην ιστορία, μετά από την εύστοχη παρατήρηση της Λένιας και της Μελίνας.

«Τι θες να πεις για το Μελένιο Δράκο;» τη ρώτησα κι όλοι είχαμε ανατριχιάσει. «Αυτό είναι μόνο ένα παραμύθι του Χρηστάκη».

Κούνησε το κοκκινόξανθο κεφαλάκι της με τα μπουκλάκια που ανέμισαν πέρα δώθε.

«Είναι αληθινός!».

«Πώς το ξέρεις; Τον είδες ποτέ σου;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Όοχι…» έκανε με αμηχανία. «Αλλά μου το είπε ο Χρηστάκης».

«Δηλαδή», μίλησε ο Κωστάκης, «εννοείς ότι τον έφαγε ο Μελένιος Δράκος;».

«Όχι, όχι! Είναι φίλος του ο Μελένιος Δράκος. Είναι καλός, πολύ καλός και προσέχει τα παιδάκια και τα φεγγαροπροβατάκια!».

Το αφήσαμε εκεί, δύσπιστοι και τρομοκρατημένοι. Δεν ήταν θέμα για συζήτηση μπροστά στη Μελίνα.

Το πρωί στο σχολείο, στο διάλειμμα, τα τρία αγόρια κρυφτήκαμε στις τουαλέτες να συζητήσουμε, στο μόνο μέρος όπου δε θα μας ανακάλυπταν τα κορίτσια.

«Να μιλήσουμε στους μεγάλους για το Μελένιο Δράκο;» πρότεινε ο Κωστάκης.

«Δε θα μας δώσουν σημασία» είπε ο Μιχάλης. «Άλλωστε, κι εμείς δεν ξέρουμε αν σημαίνει κάτι».

«Εγώ νομίζω πως την πείραζε τη Λένια» είπα. «Της έλεγε παραμύθια, σα μικρή που είναι».

«Πάντως εγώ θέλω να το πούμε στη θεία Ξένια» επέμεινε ο Κωστάκης, μιλώντας για τη μαμά του Χρηστάκη.

«Μπορείς να το πεις, για να δεις πως δε θα σου δώσει σημασία κανείς» πείσμωσε ο Μιχάλης κάνοντας μια χειρονομία, σαν πειρατής που σπαθίζει.

«Να το ψάξουμε πρώτα;» πρότεινα δειλά.

«Με ποιον τρόπο;» με ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον ο Μιχαλάκης, ενώ ο Κωστάκης περίμενε με αγωνία ν’ ακούσει τι θ’ απαντήσω.

Και τότε είπα τη δεύτερη ιστορική μου κουβέντα και φαντάζομαι πως τα οχτάχρονα μάτια μου άστραψαν:

«Να ρωτήσουμε τους φίλους του».

Και μ’ αυτό τον τρόπο βάλαμε τους πρώτους “έξω από την οικογένειά μας” συντρόφους σ’ αυτό το παιχνίδι.

Παιχνίδι το είπα, αν και θα ’πρεπε να το ονομάζω κυνήγι· μόνο που σύντομα δε θα ξέραμε ποιος κυνηγάει ποιον.

Βγήκαμε από τις τουαλέτες κι εκεί μας την είχαν στημένη τα δυο κορίτσια.

«Κορίτσια», είπε ο Μιχάλης με δασκαλίστικο ύφος, αρκετά άκομψα, «δεν πάτε πιο πέρα να παίξετε με τις φίλες σας;».

«Όχι, τις χρειαζόμαστε» μπήκα στη μέση, ενώ δυο στόματα είχαν ανοίξει ολοστρόγγυλα για να διαμαρτυρηθούν. «Λένια, θα μας πας στους φίλους του Χρήστου, να ρωτήσουμε για το Μελένιο Δράκο;».

«Γιούπιι!» πανηγύρισε η μικρούλα και τα δυο κορίτσια πέταξαν τρέχοντας μπροστά από μας.

Είχα πάρει τη σκυτάλη του αρχηγού απ’ το Μιχάλη κι αυτό μου δημιουργούσε συναίσθημα περηφάνιας, αλλά και αμηχανίας και ευθύνης.

Κατά βάθος περίμενα να δω αν ο ξάδερφός μου θα διεκδικούσε την αρχηγία. Δεν ήθελα να είμαι αρχηγός, ποτέ δεν ήμουν και δεν είμαι τολμηρός και διεκδικητικός, αλλά οι ιδέες μου με είχαν φέρει σ’ αυτή τη θέση. Κι ο Μιχάλης, ο πιο τολμηρός και διεκδικητικός της παρέας (ή μήπως παρίστανε πως ήταν έτσι, επειδή ήταν ο μεγαλύτερος;), ακολουθούσε χωρίς αντιρρήσεις, σα να είμαστε ίσοι.

Ήταν τα ξαδέρφια μου, μεγαλώναμε μαζί, δε φοβόμουν, ούτε τους ντρεπόμουν. Εκτός ίσως λίγο…

Τέλος πάντων.

Στην τάξη της Λένιας και του Χρηστάκη βρήκαμε μόνο τους επιμελητές. Το κορίτσι υποσχέθηκε να μαζέψει τα φιλαράκια του στο άλλο διάλειμμα.

 ***

Έτσι κι έγινε. Έξω απ’ την τάξη τους μας περίμεναν οι Λιλιπούτιοι Καταφερτζήδες (έτσι τους ονόμαζε ο κύριος της Γυμναστικής κι ο Χρηστάκης μας είχε πει μια φορά γι’ αυτό), ο Ανέστης, ο Νικήτας, ο Έκτορας, ο Κλωντιάν και ο Κλέβις, με το αστείο όνομα που θύμιζε κλέφτες.

Όλοι ήξεραν ποιοι είμαστε, αλλά η Λένια έκανε με επισημότητα τις συστάσεις.

«Παιδιά», πήρα το λόγο, «ο Χρηστάκης σας είχε μιλήσει ποτέ για κάποιον Μελένιο Δράκο;».

«Ούου!» έκαναν όλοι. «Μιλάει και για τίποτ’ άλλο; Όλο για το Μελένιο Δράκο μας λέει».

«Όμως είναι αληθινός ή παραμύθι;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Αληθινός φυσικά!» βεβαίωσε ο Νικήτας. «Ο Χρήστος τον βλέπει και του μιλάει».

«Κι ο Κλέβις τον έχει δει» είπε ο Ανέστης δείχνοντας με το δάχτυλο το συμμαθητή του.

«Ο Κλέβις είναι ψεύτης» φώναξε ο Κωστάκης, που κάτι ήξερε απ’ το Χρηστάκη.

«Ψεύτης εγώ;» διαμαρτυρήθηκε το Αλβανάκι.

«Ο φίλος μου δεν είναι ψεύτης!» φώναξε ο Κλωντιάν έτοιμος για ξύλο.

«Ναι, γι’ αυτό η μύτη του κοντεύει να γίνει σαν του Πινόκιο!» τσίριξε η Λένια.

Φαίνεται πως ο μικρός είχε την τάση να παραφουσκώνει μερικά πράγματα.

«Έι, έι, έι», προσπάθησα να βάλω μια τάξη. «Δεν είμαστε εδώ για να μαλώσουμε τώρα. Κλέβις, είναι αλήθεια πως είδες το Μελένιο Δράκο;».

Τα γαλάζια μάτια του πιτσιρικά άστραψαν.

«Αμέ! Δυο φορές!».

«Σιγά!» σφύριξε ο Κωστάκης.

«Δηλαδή τι είδες;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Λοιπόν… Την πρώτη φορά μου τον έδειξε ο ίδιος ο Χρηστάκης, έξω από το σπίτι σας, Λένια, μια νύχτα που είχε φεγγάρι».

«Και πώς ήταν;» ρώτησε η μικρή πεισμωμένη.

«Ήταν…», ο Κλέβις έκανε μια κίνηση με το χέρι, «ήταν σα σκιά από σύννεφα μπροστά στο φεγγάρι. Πολύ πολύ ψηλά στον ουρανό, προχωρούσε και σε λίγο χάθηκε».

Φωτο από εδώ

«Μάλιστα» είπε ο Κωστάκης. «Δηλαδή τίποτ’ άλλο δεν είδες, παρά μόνο σύννεφα. Ο Χρηστάκης σε δούλευε κι εσύ το πίστεψες. Ή δουλεύεις εμάς τώρα».

«Όχι, ήταν ο Μελένιος Δράκος. Ο Χρήστος ποτέ δε θα με δούλευε, ούτ’ εγώ εσάς». Σκέφτηκε λίγο. «Πρόκειται για την εξαφάνισή του» πρόσθεσε με στόμφο· «ποτέ δε θα έλεγα ψέματα για κάτι τέτοιο».

Έπρεπε να παραδεχτούμε πως είχε δίκιο, ακόμα κι η Λένια.

«Τη δεύτερη φορά, ήμασταν σπίτι σας, Λένια, κι η μαμά σου μας έβαλε να φάμε ψωμί με βιτάμ και μέλι. Κι ο Χρήστος μου είπε πως αυτό το μέλι το είχε φέρει στο σπίτι σας ο Μελένιος Δράκος».

«Άρα δηλαδή δεν τον είδες το Μελένιο Δράκο», συμπέρανα, «μόνο το μέλι».

«Σαχλαμάρες λέει!» φώναξε η Λένια. «Το μέλι είναι από την Κρήτη, μας το ’χει δώσει ο θείος ο Γιώργος, ο μελισσοκόμος!».

«Δεν ήτανε από του θείου Γιώργου» επέμεινε ο Κλέβις. «Μου το είπε ο Χρήστος· ήτανε μέλι του Μελένιου Δράκου. Δρακόμελο το είπε!».

«Από το μυαλό σου τα βγάζεις» υπέθεσε ο Μιχάλης.

«Όχι, καθόλου!» κοκκίνισε το αγόρι. Δεν ήξερα τι να υποθέσω.

«Καλά, θα ρωτήσω τη μαμά μου και θα δεις» τον απείλησε η Λένια.

Αυτή ήταν μια λογική πρόταση. Η θεία θα ήξερε.

«Και τι είναι ο Μελένιος Δράκος; Μέλισσα;» ρώτησε ο Ανέστης.

«Όχι, είναι… μελένιος» απάντησε ο Κλωντιάν. «Γι’ αυτό έχει μέλι – είναι από μέλι!».

Τους αφήσαμε και περιπλανηθήκαμε στην αυλή, μαζί με τη Λένια και τη Μελίνα.

«Δε βγάζουμε συμπεράσματα έτσι» αποφάνθηκα.

«Τι να περιμένεις από παιδάκια;» έκανε ο Μιχάλης.

Εγώ κι ο Κωστάκης σκάσαμε στα γέλια. Ο Μιχάλης και τα δυο κορίτσια κόλλησαν κι εκείνοι.

«Τι γελάμε;» είπε ο Μιχάλης ξεκαρδισμένος.

«Μα, βρε Μιχάλη, κι εμείς παιδάκια είμαστε» απάντησα.

«Όχι παιδάκια! Παιδιά ναι, όχι παιδάκια!».

«Λοιπόν», είπε ο Κώστας, «επόμενη κίνηση, επιχείρηση Μελένιος Δράκος: ρωτάμε τη θεία Ξένια για το μέλι και ψάχνουμε στο δωμάτιο του Χρήστου για στοιχεία».

***

Ναι, αλλά πώς θα τη ρωτήσουμε; Δε μπορούσαμε να μαζευτούμε το απόγευμα, εκτός αν μας πήγαιναν οι γονείς μας, και οι γονείς μας είχαν άλλα στο πρόγραμμα και, κυρίως, είχαν άλλα στο δικό μας πρόγραμμα… Δραστηριότητες, που κανείς δε θα δεχόταν να τις αναβάλει επειδή ξαφνικά κάναμε τους ντετέκτιβς. Παιδιά που αξιώνουν να τα πάρουν οι μεγάλοι στα σοβαρά, θεωρείται κάτι σαν αρρώστια στον κόσμο των γιγάντων (των φανταστικών γιγάντων, που νομίζουν πως είναι οι μεγάλοι για τον εαυτό τους). Το ξέραμε, γι’ αυτό δεν τους το ζητήσαμε καν.

Αλλά θέλοντας και μη, μαθεύτηκε. Η Λένια, η μόνη που μπορούσε, ρώτησε τη μαμά της. Κι έτσι ο θείος Πέτρος και η θεία Ξένια πληροφορήθηκαν την απόφασή μας να εντοπίσουμε το Χρηστάκη, προσπάθεια που είχε ξεκινήσει με την έρευνά μας για το Μελένιο Δράκο.

Οι γονείς μας θορυβήθηκαν. Κι εμείς βρήκαμε την ευκαιρία να απαιτήσουμε – σωστά το λέω – τη σύγκληση μιας οικογενειακής συγκέντρωσης στο σπίτι του θύματος… “Του θύματος”· δε θέλαμε να σκεφτούμε πως ο Χρηστάκης ήταν θύμα, αλλά το όλο σκηνικό θύμιζε ταινίες με τον Ηρακλή Πουαρό.

Η συγκέντρωση, μετά από επιμονή μας, αρκετούς καυγάδες και απειλές πως θα συνεδριάσουμε μόνοι μας και πως θα μιλήσουμε στην αστυνομία, πραγματοποιήθηκε την άλλη μέρα.

Εκεί, εμείς, γεμάτοι έξαψη, εκθέσαμε μπροστά στα αφτιά και τα μάτια των τριών ζευγαριών, των έξι γονιών, την ιστορία με το Μελένιο Δράκο, τη βεβαιότητα της Λένιας πως είναι αληθινός και την υπόθεσή μας πως ίσως σχετίζεται με την εξαφάνιση του οχτάχρονου – το υπενθυμίζω – πολυαγαπημένου ξαδέρφου μας.

Οι μεγάλοι μας αντιμετώπισαν με κατανόηση.

«Παιδιά», είπε συγκαταβατικά ο θείος Πέτρος, ενώ η θεία Ξένια έκλαιγε με αγωνία και συγκίνηση και οι γονείς μας άκουγαν ταραγμένοι, μήπως κάνουμε καμιά βλακεία και μπούμε σε κίνδυνο για την υπόθεση ενός ξένου παιδιού, «η αστυνομία κάνει σοβαρή και αληθινή έρευνα για το Χρηστάκη. Πρέπει να την αφήσετε σε κείνους. Όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της θα τα χρησιμοποιήσει».

«Ναι, αλλά ξέρουν για το Μελένιο Δράκο;» επέμεινε η Λένια.

«Αγάπη μου, δεν υπάρχει Μελένιος Δράκος», είπε η μαμά της, «ούτε γενικά κανένας δράκος».

«Δηλαδή εμείς δεν κάνουμε αληθινή έρευνα, θείε;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Πέτρο, μου επιτρέπεις;» είπε ο μπαμπάς του Μιχάλη, ο θείος Ορέστης. Ο θείος Πέτρος κούνησε το κεφάλι του. «Μιχάλη, παιδί μου, η έρευνά σας είναι παιδική. Μόνο παιδιά, μικρά παιδιά, μπορεί να ψάχνουν για ένα μελένιο δράκο στον πραγματικό κόσμο και να τον συνδέουν με την υπόθεση μιας εξαφάνισης… Αυτό μπορείτε να το συνεχίσετε μόνο σαν παιχνίδι μεταξύ σας…».

«Όχι! Να μην το συνεχίσουν!» ούρλιαξε η μαμά μου, συνεπικουρούμενη από τη θεία Ξένια και τη θεία Μαρκέλλα, τη μαμά του Μιχάλη. «Να σταματήσετε αμέσως κάθε…», έψαξε τη λέξη, «κάθε πράξη που σχετίζεται με το Χρηστάκη. Δεν είναι δική σας δουλειά. Είναι επικίνδυνο, το καταλάβατε; Επικίνδυνο! Δε θα κάνετε τίποτα, ούτε με δράκους, ούτε με δεινόσαυρους, ούτε με καρχαρίες, ούτε με λιοντάρια, τίποτα, τίποτα – καταλάβατε;».

«Ναι, μαμά», «Μάλιστα, θεία», είπαμε όλοι τραγουδιστά, εν χορώ, και μέσα μας ξέραμε πως δεν το εννοούσαμε.

Ξέραμε επίσης (το ξέραμε από πριν δηλαδή, αλλά τους είχαμε δώσει μια ευκαιρία), πως οι μεγάλοι δε θα μας βοηθούσαν στο εγχείρημά μας.

«Εκτός από έναν μεγάλο» είπε η Λένια, όταν μείναμε μόνοι, και τα μάτια της έλαμψαν.

«Το θείο Άρη!» συμπλήρωσε η Μελίνα κι όλοι γεμίσαμε ελπίδα.

***

Ο Μιχάλης βρήκε το τηλέφωνο του θείου Άρη στο μπλοκάκι των γονιών του.

Στην αρχή σκεφτήκαμε να τηλεφωνήσουμε στο 11880, αλλά με το όνομα Άρης Λεμονάκης μπορεί να υπήρχανε κι άλλοι στην Κρήτη. Μετά, είπαμε να τηλεφωνήσουμε στον παππού και να του ζητήσουμε το τηλέφωνο του θείου Άρη, αλλά εκείνος θα μας ρωτούσε γιατί το θέλουμε και σίγουρα θα ενημέρωνε και τους παντοδύναμους φύλακές μας, τους γονείς μας, οπότε θα είχαμε κακά ξεμπερδέματα.

Τελικά, ο Μιχάλης έκανε μια καταδρομική στο συρτάρι κάτω απ’ το τραπεζάκι του τηλεφώνου, ένα μεσημέρι, όταν ο μπαμπάς του κοιμόταν κι η μαμά του έκανε κάποια απ’ αυτές τις βαρετές δουλειές που κάνουν οι μαμάδες τα μεσημέρια αντί να κοιμούνται – σιδέρωνε; άπλωνε μπουγάδα; τακτοποιούσε το νεροχύτη; – και βρήκε ένα παλιό ξεχασμένο μπλοκάκι, προφανώς από την εποχή που δε γράφανε όλοι τους αριθμούς τηλεφώνου στη μνήμη του κινητού τους. Υπήρχε τέτοια εποχή, όπως είχαμε ακούσει, και μάλιστα υπήρχε και εποχή όπου δεν υπήρχαν καθόλου κινητά τηλέφωνα· λίγο μετά τον Τρωικό Πόλεμο, υποθέταμε· στον Τρωικό Πόλεμο δεν πρέπει να υπήρχαν κινητά τηλέφωνα. Μάλλον ούτε Internet και Facebook. Αυτά σίγουρα δεν υπήρχαν ούτε στην Κατοχή, όπου είχαμε πολεμήσει με τους Γερμανούς…

Τέλος πάντων, ξέφυγα απ’ το σκοπό μου. Ο Μιχάλης με τον Κωστάκη δώσανε σε μένα τον αριθμό του θείου Άρη κι εγώ τηλεφώνησα το απόγευμα από τα αγγλικά. Εμείς βέβαια δεν είχαμε Facebook, ούτε κινητά τηλέφωνα· ήμασταν μικροί, κατά τους γονείς μας, παρόλο που ο μπαμπάς μου ήτανε γιατρός κομπιουτερολόγος, κομπιουτερογιατρός δηλαδή, αυτό που οι μεγάλοι το λένε τεχνικός υπολογιστών. Ή μάλλον, ακριβώς γι’ αυτό επέμενε πως ήμαστε μικροί για τάμπλετ, κινητά και Facebook· όταν ήταν νεότερος, έλεγε και ξανάλεγε, είχε πάθει εξάρτηση απ’ όλα αυτά κι είδε κι έπαθε να ισορροπήσει.

Ζήτησα λοιπόν από την κυρία να κάνω ένα τηλεφώνημα, με άφησε μόνο μου στο γραφείο κι ευτυχώς τον πέτυχα με την πρώτη.

«Θείε, σε παρακαλώ, μπορείς να έρθεις στην Αθήνα;».

«Γιατί, Γιαννάκη, συμβαίνει τίποτα;».

«Έχουμε ένα στοιχείο για το Χρηστάκη, αλλά οι μεγάλοι δε μας αφήνουν να ψάξουμε. Είσαι ο μόνος που μας καταλαβαίνεις».

Ο θείος σκέφτηκε λίγο. Μετά, είπε μόνο δυο λέξεις. Τις λέξεις που περίμενα ν’ ακούσω από τα χείλη του:

«Παίρνω αεροπλάνο».

«Ζήτω!» φώναξα χαμηλόφωνα. Τον ευχαρίστησα, έκλεισα κι έτρεξα να το ανακοινώσω στον Κώστα. Πανηγυρίζαμε – ξέραμε ότι μπορούσαμε να βασιστούμε σ’ αυτόν.

***

Ο θείος Άρης ήρθε βραδάκι στο σπίτι μας, στο σπίτι της Μάρθας και του Γρηγόρη (των γονιών μας), κι είπε πως θα ’μενε μια δυο μέρες για κάτι δουλειές και για να δει και τι κάνουμε. Τη νύχτα, του έγραψα ένα σημείωμα και τρύπωσα στο σαλόνι, όπου κοιμόταν στον καναπέ. Το έβαλα μέσα στην παντόφλα του.

Θείε, ψάξε στο δωμάτιο του Χρηστάκη στοιχεία για το φίλο του, το Μελένιο Δράκο.

Ο θείος το διάβασε, πήγε στο μαγαζί όπου δούλευε ο Πέτρος (μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων) και το συζήτησε μαζί του, τοποθετώντας το θέμα σε μεγαλίστικα πλαίσια.

Τι του είπε; Μου το εξήγησε αργότερα και σας το μεταφέρω κι εδώ:

«Ο Γιαννάκης μου είπε πως ο Χρηστάκης είχε ένα φίλο που τον ονόμαζε Μελένιο Δράκο. Μήπως δεν είναι τελείως παραμύθι; Μήπως είναι κάποιος άνθρωπος, που τον ξεγέλασε και τον απήγαγε, και κάνουμε λάθος που δεν το ψάχνουμε;».

Μόνο ένας μεγάλος μπορεί να πείσει μεγάλους. Μπορεί να τους πείσει ακόμη και για τα πιο απίθανα πράγματα, ενώ ακόμη και χίλια παιδιά δεν μπορούν να πείσουν τους μεγάλους έστω και για το πιο λογικό πράγμα.

Ο θείος Άρης για όλους μας ήταν παιδί. Για τους μεγάλους ήταν μεγάλος. Ή μάλλον ήταν ένας μεγάλος με μυαλό και ψυχή παιδιού – δύσκολο και ανεπιθύμητο πράγμα στον κόσμο των μεγάλων. Αλλά δεν μπορούσαν να τον απορρίψουν.

Μπήκε λοιπόν μαζί με τη Λένια στο δωμάτιο του Χρηστάκη. Βρήκαν μπόλικες ζωγραφιές με το Μελένιο Δράκο στον ουρανό, στο φεγγάρι, στην Κίνα, να πολεμάει άλλους δράκους, να φυσάει φωτιές, να προστατεύει τα φεγγαροπρόβατα (χαμογέλασε μελαγχολικά ο θείος Άρης)… Έψαξαν αναφορές για το Μελένιο Δράκο στα παραμύθια που αναπαύονταν παραταγμένα στη βιβλιοθήκη του Χρηστάκη, ο θείος πήγε και ρώτησε και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, ενώ η Λένια κι εμείς ρωτήσαμε την κυρία της Βιβλιοθήκης του σχολείου – τίποτα, καμιά αναφορά σε Μελένιο Δράκο στα βιβλία. Ούτε στο Internet, όπου αναζήτησε ο θείος Άρης. Ο Μελένιος Δράκος δεν ήταν ήρωας που προερχόταν από καμιά γνωστή πηγή.

«Πάντως δεν τον ζωγραφίζει σαν άνθρωπο» είπε ο θείος Πέτρος στο θείο Άρη, «αλλά πάντα σα δράκο. Γι’ αυτό, συνεχίζω να πιστεύω πως δε σημαίνει τίποτα. Είναι, ας πούμε, κάτι σαν φανταστικός φίλος».

«Ας το πούμε στην αστυνομία, για καλό και για κακό, να κάνουν κι εκείνοι την έρευνά τους» αποκρίθηκε ο θείος Άρης.

«Και προς Θεού, μη φουσκώσεις τα μυαλά των μικρών ότι ψάχνουμε στα σοβαρά κάποιον δράκο!».

«Μην ανησυχείς», χαμογέλασε ο θείος. «Με ξέρεις για τέτοιον;».

Ο θείος Πέτρος σήκωσε τους ώμους του· δε χρειαζόταν ν’ απαντήσει.

 

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020

Μελένιος Δράκος, κεφάλαιο 1

 
«Γιατί αυτό το γιαούρτι είναι ροζ;».

«Δεν είναι γιαούρτι, βρε χαζούλιακα! Σάλτσα είναι!».

«Σσσστ!» έκανε ο θείος Άρης, βάζοντας το δάχτυλο μπροστά στα χείλια του. «Και βέβαια είναι γιαούρτι».

Ο Χρηστάκης, ο πιο μικρός απ’ τ’ αγόρια, άφησε ένα επιφώνημα ικανοποίησης.

«Είναι ροζ, γιατί είναι φτιαγμένο από φεγγαροπρόβατα», συνέχισε ο θείος Άρης.

Τα παιδιά τον κοίταξαν με δυσπιστία· ξέρανε βέβαια πως ήτανε πλακατζής και παραμυθάς. Εκείνος συνέχισε απτόητος:

«Τα φεγγαροπρόβατα ζούνε στο φεγγάρι. Έρχονται στις πλατειές φεγγαροκοιλάδες και βόσκουνε φεγγαρολούλουδα. Τα φεγγαρολούλουδα είναι ροζ, γι’ αυτό και τα φεγγαροπρόβατα κάνουνε γάλα ροζ».

«Ναι, καλά!» φώναξε γεμάτος αγανάκτηση ο Μιχαλάκης, που ήταν ο πιο μεγάλος απ’ όλους, δηλαδή εννιά χρονών.

Ο θείος έδειξε, μέσα στη νύχτα, τη σιλουέτα των βουνών, που διαγραφόταν αμυδρά έξω απ’ τον αυλότοιχο του κέντρου, όπου έτρωγαν κι έπιναν οι καλεσμένοι του γάμου, μεταξύ των άλλων κι ο θείος Άρης μ’ εμάς τ’ ανηψάκια του και τους γονείς μας.

«Σ’ αυτά τα βουνά», είπε με σιγουριά, «ζει ένας βοσκός, που ξέρει ένα ειδικό σφύριγμα. Μ’ αυτό μαζεύει τα φεγγαροπρόβατα και τ’ αρμέγει».

«Κατεβαίνουν από το φεγγάρι;» ρώτησε η Λένια, η δίδυμη αδερφή του Χρηστάκη, με μάτια νυσταγμένα που έμοιαζαν να έχουν αρχίσει να πείθονται.

«Βέβαια. Μόνο όταν το φεγγάρι είναι γεμάτο ή ολόκληρο· όταν έχει λίγωση, δε βρίσκουνε το δρόμο να κατεβούνε και, αν τύχει και τον βρούνε, σίγουρα δεν τον ξαναβρίσκουν για να γυρίσουνε. Αρμέγει λοιπόν το φεγγαρόγαλο, που είναι, όπως είπαμε, ροζ, το δίνει στους γιαουρτάδες κι αυτοί φτιάχνουνε αυτό το ροζ γιαούρτι».

«Λες να ’ναι μαγικό;» ρώτησε η Μελίνα, και τα δικά της νυσταγμένα ματάκια σπίθισαν.

«Δεν ξέρω. Ας φάμε, να δούμε».

Όλα φάγαμε μπόλικο ροζ γιαουρτάκι – ή μήπως ήτανε σος; – με ψωμάκι και λίγα μεζεδάκια. Δίπλα, οι μαμάδες παρατηρούσαν το θείο Άρη – αδερφό τους, γαμπρό τους – που μας γοήτευε με τις ιστορίες του, μας προστάτευε, να μη βαρεθούμε στον κόσμο των μεγάλων, και μας έκανε να φάμε το φαγητό μας, να μεγαλώσουμε.

«Και γιατί να μεγαλώσουν;» έλεγε ο ίδιος. «Για να γίνουν κι αυτά βαρετοί μεγάλοι; Εγώ τα προστατεύω ακριβώς απ’ αυτή την κακή συνήθεια, που βάζετε όλοι σας στα παιδιά σας: να μεγαλώνουν».

Μα σαράντα χρονών είχε γίνει κι ακόμα ζούσε σε μαγεμένα δάση με φεγγαροπρόβατα και φεγγαρόγαλο, σκέφτονταν ενδόμυχα οι μαμάδες, λίγο χαμογελαστές, λίγο γλαρωμένες. Όμως ο θείος Άρης το απολάμβανε και διεκδικούσε με σθένος το δικαίωμά του να μένει πάντα παιδί.

«Μια μέρα», συνέχισε, «ένα φεγγαροπροβατάκι έχασε το δρόμο και ξέμεινε σ’ αυτά τα βουνά. Το βρήκε ένα κοριτσάκι, που το λέγανε Μηλίτσα».

«Σιγά μην το λέγανε και Κυδωνίτσα!» αμφισβήτησε ο Μιχάλης.

«Μπορεί να το λέγανε και Κυδωνίτσα», είπε ο θείος Άρης, σα να προσπαθούσε να θυμηθεί, «ή Λεμονίτσα – όπως το δικό μας επίθετο, Λεμονάκης (*)».

«Κοριτσάκι ήτανε ή δέντρο;» απόρησε, κάπως αμφιβάλλοντας κι αυτός, ο Χρηστάκης.

«Δεντροκοριτσάκι· με πράσινα…»

«Φύλλα;» ρώτησε γουρλώνοντας τα ματάκια της η Λένια.

«Όχι, καλέ, μάτια!» γέλασε ο θείος. «Το προβατάκι, λοιπόν, την ακολουθούσε όπου και να πήγαινε».

«Και πώς ήτανε;» ρώτησε η Μελίνα.

«Σαν τα κανονικά προβατάκια, μόνο που είχε ροζ μαλλί».

«Σαν το μαλλί της γριάς!» φωνάξαμε όλα μ’ ένα στόμα.

«Ακριβώς! Τώρα ξέρετε πώς βγήκε το ροζ μαλλί της γριάς! Η Μηλίτσα μια μέρα έχασε το προβατάκι· το κλέψανε φεγγαροκλέφτες! Κι από τότε βρήκε ροζ ζάχαρη κι έφτιαξε το ροζ μαλλί της γριάς, για να θυμάται κι η ίδια και όλα τα παιδάκια του κόσμου το ροζ προβατάκι της».

«Και τότε γιατί δεν το λένε μαλλί του προβατακιού;» ρώτησε ο μόνιμος αντιρρησίας, ο Μιχάλης.

«Επειδή υπήρχε ήδη το άσπρο μαλλί της γριάς, πήρε τ’ όνομά του, σαν μια παραλλαγή του. Άλλωστε, θα έτρωγες εσύ ένα γλυκό, που θα το λέγανε μαλλί του προβάτου;».

«Μπλιαξ!» κάναμε όλα ξινίζοντας τα μουτράκια μας. Οι μαμάδες χαμογέλασαν κάτω από τα φώτα της κατάμεστης και στολισμένης αυλής.

«Θείε, βαριέμαι», έκανε σε λίγο η Μελίνα, τραβώντας τον απ’ το πουκάμισο.

Οι άλλοι είχαμε βαλθεί να παίζουμε κυνηγητό στην αυλή, ακριβώς δίπλα στα τραπέζια με τους καλεσμένους, αυτή δεν ήθελε.

«Πάμε να βρούμε ένα μέρος χωρίς φώτα, να δούμε τ’ αστέρια;» πρότεινε ο Άρης.

«Αμέ! Έλα, τρέξε!».

Τον άρπαξε απ’ το χέρι και τρέξανε έξω απ’ την πύλη με την καμάρα, εκεί που απλωνόταν το ευρύχωρο πάρκιν. Εκεί φαίνονταν μπόλικα αστέρια· μερικά μάλιστα ήτανε πορτοκαλί. Ο θείος σήκωσε το χέρι κι έκανε πως έπιανε με τα δάχτυλά του αστεράκια και τα ’βαζε στην τσέπη του πουκαμίσου του.

Η Μελίνα, παιχνιδιάρικα, του τα ’κλεβε απλώνοντας το χεράκι της και τα ’βαζε στη φανταστική της τσάντα. Μετά του λέει:

«Κοίτα πόσα αστεράκια μάζεψα!».

Ο θείος κοίταξε την άδεια τσέπη του.

«Πού είναι τα δικά μου; Μήπως μου τα έκλεψε κανείς;».

Το κοριτσάκι έσκασε στα γέλια κι εκείνος τ’ άρπαξε στην αγκαλιά του και γύρισαν στο τραπέζι… 

(*) Απλή σύμπτωση η συνωνυμία με την πραγματική οικογένεια των Λεμονάκηδων, που ζει στην Κρήτη. Εκφράζω την εκτίμησή μου για όσα από τα μέλη της οικογένειας γνωρίζω.

***

«Θέλω να πάμε να βρούμε το προβατάκι» είπε η Μελίνα, η αδερφή μου, το άλλο πρωί, σε μένα και στα ξαδερφάκια μας, το Χρηστάκη και τη Λένια, το Μιχάλη και τον Κωστάκη.

«Πώς να το βρούμε;» προσπάθησα να τη μεταπείσω. Ήταν ακόμα μωρό κι εγώ είχα φτάσει κιόλας οχτώ χρονών. «Τώρα δεν είμαστε στο κέντρο, είμαστε στο σπίτι».

«Άλλωστε, αυτό ήταν μόνο ένα παραμύθι του θείου Άρη», βεβαίωσε ο Μιχάλης. «Δεν υπάρχουν φεγγαροπρόβατα, ούτε ροζ γάλα! Ούτε κορίτσια που τα λένε Μηλίτσες!».

«Υπάρχουν!» φώναξε η Μελίνα σφίγγοντας τις γροθιές της. «Υπάρχουν, υπάρχουν, υπάρχουν!».

Τα ματάκια της βούρκωσαν. Ο Χρηστάκης κι η Λένια με τον Κωστάκη πήγαν κοντά της και την πήραν στην αγκαλιά τους.

«Εμείς σε πιστεύουμε, Μελίνα», είπε η Λένια.

Και, γυρνώντας σ’ εμάς τους αντιρρησίες:

«Τι κι αν είμαστε στο κέντρο, τι στο χωριό; Τα ίδια δάση έχουμε γύρω γύρω».

«Και τα ίδια βουνά» συμπλήρωσε ο Κωστάκης, συνομήλικός μου κι ένα χρόνο μικρότερος απ’ τον αδερφό του το Μιχάλη.

«Και το ίδιο φεγγάρι!» ολοκλήρωσε ο Χρηστάκης δείχνοντας με το δαχτυλάκι του το χλομό φεγγάρι, που περπατούσε στον ουρανό περιμένοντας το φως του ήλιου, να λάμψει.

«Καλά· ας πάμε».

Πιαστήκαμε χέρι χέρι και βγήκαμε απ’ την αυλή της γιαγιάς μας. Δίπλα στο σπίτι, απ’ την πάνω μεριά, ήταν ένα χωράφι, που η μια του πλευρά ήτανε βράχος και στο βράχο αυτόν είχανε φυτρώσει φραγκοσυκιές και κληματαριές. Ή ίσως τις είχε φυτέψει ο παππούς, όταν ήταν νέος, ή κάποιος παλιός συγγενής, που δεν τον είχαμε καν ακουστά. Ή κάποιος βοσκός φεγγαροπρόβατων ή γητευτής νυχτερίδων ή συλλέκτης μαργαριτών, που από μαργαρίτες γίνονται μαργαριτάρια τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης, όταν σταυρώνεται ο Χριστός…

Τα καλοκαίρια, που ερχόμασταν στο χωριό, ποτέ δεν πηγαίναμε προς τα εκεί. Μα, τώρα που πήγαμε, είδαμε ανάμεσα σ’ αυτά τα παράξενα δέντρα ένα μονοπάτι, σχεδόν κρυμμένο από θάμνους.

«Λες να είναι εδώ πέρα;» ρώτησε με έξαψη η Μελίνα.

«Εγώ φοβάμαι» κλαψούρισε η Λένια.

Μα τώρα ήταν η σειρά των αγοριών να πρέπει να δείξουμε θάρρος και πίστη:

«Θα πάμε» είπε αποφασιστικά, σαν αρχηγός, ο Μιχάλης, αφού ήτανε ο μεγαλύτερος.

Και δε βρήκαμε το φεγγαροπροβατάκι με το ροζ μαλλί, αλλά βρήκαμε κάτι σα σπηλιά – ένα μικροσκοπικό κοίλωμα στο βράχο – και μέσα από κει, σκύβοντας, ανασύραμε κάτι τυλιγμένο σε μουσαμάδες, σαν θησαυρό.

Το βάλαμε στη μέση και γονατίσαμε γύρω του εκστασιασμένα.

«Βρήκαμε θησαυρό!»

«Ποιος θα τον ανοίξει;»

«Να τον πάμε στους μεγάλους; Στον παππού; Στη γιαγιά;».

«Δε χρειάζεται», είπε ο Μιχάλης. «Θα τον ανοίξουμε εδώ και τώρα».

Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να έχει αυτός την τιμή.

«Η Μελίνα να τον ανοίξει», είπε σε μια στιγμή μεγαλοψυχίας, «αυτή είχε την ιδέα να ψάξουμε προς τα εδώ».

Δε φέραμε αντίρρηση, αν και η Μελίνα ενδιαφερόταν για προβατάκι. Η αδερφή μου, δειλά, άπλωσε το χεράκι της κι άρχισε να ξετυλίγει το μουσαμά. Σχεδόν αμέσως την ακολουθήσαμε όλοι. Κι εκείνη χάρηκε, γιατί φοβόταν να το κάνει μόνη της.

Τι υπήρχε μέσα στους μουσαμάδες; Τι ήταν ο θησαυρός;

Μια εικόνα, παλιά και λίγο φθαρμένη, που έδειχνε την Παναγίτσα, με το ένα στήθος να θηλάζει το μικρό Χριστούλη!

Μπροστά σ’ αυτή την εικόνα, που την πήγαμε στον παππού και τη γιαγιά και τώρα αναπαύεται στο εικονοστάσι του σπιτιού μας, δώσαμε το λόγο μας να μην εγκαταλείψουμε ποτέ ο ένας τον άλλο, σε όλη μας τη ζωή, ό,τι κι αν γίνει.

Δε φανταζόμασταν πόσο σύντομα θα χρειαζόταν να δοκιμαστεί το θάρρος και η αγάπη μας για να κάνουμε πράξη αυτή την υπόσχεση. 

 

***

Ο Χρηστάκης εξαφανίστηκε ένα απόγευμα όταν ήταν εφτά χρονών· εγώ κι ο Κωστάκης εννιά, ο Μιχάλης δέκα· τα κορίτσια έξι και εφτά – και οι φίλοι μας… εκεί γύρω.

Παίζανε στα αγγλικά· στο φροντιστήριο δηλαδή, όπου μαζί με τη Λένια και πολλά παιδάκια ακόμη παρακολουθούσε την pre-junior, την πιο μικρή τάξη. Βγήκε απ’ την αυλίτσα κι έστριψε στη γωνία, δέκα μέτρα πιο πέρα, να πάρει μια σοκολάτα ή κάτι τέτοιο από το περίπτερο. Και δεν ξαναγύρισε.

Αναστάτωση, αστυνομία· έρευνα, πανικός· ανακρίσεις.

Οι συμμαθητές του δεν είδαν τίποτα. Η Λένια δεν είδε τίποτα. Οι δασκάλες δεν είδαν τίποτα. Ο περιπτεράς δεν είδε τίποτα.

«Ο Χριστούλης δεν είδε τίποτα;» ρώτησε η Λένια σκουπίζοντας με τα χεράκια της τα δάκρυά της.

Κανείς δεν της απάντησε· ίσως κατά βάθος κανείς δεν πίστευε πως είχε απάντηση να της δώσει.

Εμάς στην αρχή μας κρατήσανε μακριά απ’ την υπόθεση. Παιδιά… Ποιος τους δίνει σημασία; Είναι σαν μπιμπελό· δεν έχουν γνώμη, δεν έχουν μνήμη, δεν έχουν συναισθήματα… Έτσι νομίζουν οι μεγάλοι – γι’ αυτό κι εγώ είχα αποφασίσει να μη μεγαλώσω. Το ’χα εκμυστηρευτεί στο θείο Άρη, που με μια δυνατή χειραψία (αμερικάνικη, με χτύπημα των χεριών) μου ’δωσε συγχαρητήρια και την ευθύνη να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου.

Ο θείος Άρης ήταν στην Κρήτη, εμείς στην Αθήνα. Ίσως δε θα μπορούσε να μας βοηθήσει, αλλά εμείς μπορούσαμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο.

Μαζευτήκαμε στο δωμάτιό μου. Πήρα αγκαλιά τη Λένια και της είπα την πρώτη ιστορική φράση της ζωής μου:

«Λένια μου, ο Χριστούλης τα είδε όλα. Γι’ αυτό μας έστειλε την εικόνα το καλοκαίρι, για να υποσχεθούμε πως δε θα εγκαταλείψουμε ο ένας τον άλλο».

«Αλήθεια;» με κοίταξε γουρλώνοντάς τα μάτια το κοριτσάκι. «Μήπως με τιμωρήσει που άφησα το Χρηστάκη να πάει στο περίπτερο μοναχούλης του;».

«Όχι βέβαια, Λένια μας!» διαμαρτυρήθηκε ο Κωστάκης, εννιά χρονών σαν κι εμένα, λίγους μήνες μεγαλύτερός μου. Κατά βάθος κι εκείνος δεν ήξερε ποια ήταν η αλήθεια. Συνειδητοποιούσαμε όμως όλοι πως κάτι αόρατο σαν μαγική μαχαιριά είχε ανοιχτεί και πλήγωνε την καρδούλα της. Δεν ξέραμε ακόμη πώς λέγεται, αλλά το νιώθαμε.

«Δεν ήταν δική σου δουλειά να τον προστατεύεις» είπε ο Μιχάλης κι όλοι κουνήσαμε το κεφάλι – όλοι εκτός απ’ τη Μελίνα, την πιο μικρή, που άκουγε κι έβαζε μέσα της κάθε λεξούλα, μικρή ή μεγάλη. «Ήταν δουλειά της κυρίας. Αλλά…».

Σταμάτησε· μέσα του δεν ήθελε να κατηγορήσει και τη δασκάλα.

«Τέλος πάντων», είπε, «ο Χριστούλης μόνο μας βοηθάει. Τιμωρεί μόνο τους κακούς ανθρώπους· τους μεγάλους, όχι τα παιδάκια. Αυτοί που λένε πως τιμωρεί τα παιδάκια, λένε ψέματα για να είμαστε φρόνιμοι».

«Και τα κακά παιδάκια;» επέμεινε η Λένια.

«Δεν υπάρχουν κακά παιδάκια» απάντησε περισπούδαστα ο Κωστάκης. Δεν ξέραμε τότε – ίσως κανείς δεν το ήξερε, ούτε οι γονείς μας, που βέβαια δε μας άκουγαν – πόσο σοφή και σπουδαία κουβέντα είχε ξεστομίσει.

«Λοιπόν», συνέχισα παίρνοντας βαθιά ανάσα, «τώρα, αυτός που δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε είναι ο Χρηστάκης».

Κοιταχτήκαμε με σοβαρότητα.

«Κι όχι μόνο» συμπλήρωσε ο Μιχάλης. «Ψάχνοντας για το Χρηστάκη, ίσως χρειαστεί να μην εγκαταλείψουμε και κάποιον από μας».

«Θα τον βρούμε δηλαδή;» ρώτησε με ελπίδα η Μελίνα.

«Θα προσπαθήσουμε» είπε ο Κωστάκης. «Αλλά εσείς τα μικρά κοριτσάκια πρέπει να μείνετε ασφαλή».

«Μα κι εμείς θέλουμε να τον βρούμε!» διαμαρτυρήθηκε η Λένια.

Ίσως δεν έπρεπε να έχουμε κάνει αυτή τη συζήτηση μπροστά τους.

«Εξάλλου», συνέχισε η Λένια, «εσείς δεν ξέρετε από πού ν’ αρχίσετε. Εγώ ξέρω!».

«Σοβαρά; Από πού;».

«Από το Μελένιο Δράκο» απάντησε με στόμφο το κοριτσάκι.


Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

Μελένιος Δράκος ― Ένα παραμύθι για τα εξαφανισμένα παιδιά (πρόλογος)

 


... Θα σας πω τώρα την ιστορία του Μελένιου Δράκου, την ιστορία του φίλου μας του Χρήστου, που, χωρίς να το θέλει ή να το ξέρει, άλλαξε τη ζωή μας· όχι μόνο τη δική μας ζωή, αλλά και πολύ περισσότερα στον κόσμο μας.

Σκοπεύω να ξενυχτίσω για να τη γράψω κι ελπίζω να ξενυχτίσετε κι εσείς μαζί μου, για να τη διαβάσετε. Να της αφιερώσετε τουλάχιστον μια νύχτα από τη ζωή σας, όπως εμείς αφιερώσαμε πολλές νύχτες από τη δική μας για να τη ζήσουμε.

Ποιο παιδί δε θέλει να ζήσει μια περιπέτεια; Να μπει βαθιά μέσα της και να βγει διαφορετικό, ώριμο και σοφό, πεπειραμένο περισσότερο απ’ τους μεγάλους, αλλά πάντα παιδί… Όμως αυτή που ζήσαμε εμείς ήταν πέρα από κάθε φαντασία, χωρίς προηγούμενο – και το καλύτερο, ή το χειρότερο, δεν ήταν απ’ αυτές που γράφονται στα βιβλία, ούτε κι απ’ αυτές που δημιουργεί η ζωή· ήταν η περιπέτεια ενός κόσμου παιδιών, ενός πληρώματος πειρατών, ενός στρατού ιπποτών… Η περιπέτεια του Μελένιου Δράκου.

Πρόλογος για τους μεγάλους

Αυτό το βιβλίο αφηγείται ένα παραμύθι, άρα ο σκοπός του πρωτίστως είναι να ψυχαγωγήσει και να συναρπάσει τους αναγνώστες του. Δε θα ήθελα να εκληφθεί ως ηθικοπλαστικό βιβλίο, αν και η αλήθεια είναι ότι κάθε ιστορία, κάθε συγγραφέα, περιέχει κάποια μηνύματα, έστω και υποσυνείδητα.

Επίσης, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι προωθεί κάποια τεχνοφοβία (δηλ. φοβία προς τη σύγχρονη τεχνολογία), γιατί τότε το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για τα αμέτρητα λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα επιστημονικής φαντασίας που μιλούν για αυτονόμηση των ρομπότ και επίθεσή τους κατά των ανθρώπων.

Τέλος, πρέπει να διευκρινίσω ότι, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, τα ζώα δεν έχουν αθάνατη ψυχή (αλλά θνητή), δεν αναμένεται η ανάστασή τους κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και δεν υπάρχουν μαρτυρίες για κάποιον «παράδεισο των ζώων», όπως αυτός που αναφέρεται στην ιστορία μας. Στην Καινή Διαθήκη ο απόστολος Παύλος γράφει ότι όλη η Κτίση (τα δημιουργήματα του Θεού) υποφέρει και περιμένει τη λύτρωσή της μαζί με τον άνθρωπο (προς Ρωμαίους, 8, 19-22), αλλά δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό. Επίσης, στους βίους των αγίων συναντούμε άφθονες περιπτώσεις σύνδεσης ανθρώπων και ζώων, ενώ ο σύγχρονος ορθόδοξος διδάσκαλος π. Σεραφείμ Ρόουζ είπε κάποτε ότι «τα ζώα σχετίζονται με τον παράδεισο». Ωστόσο, όπως είπαμε, το συγκεκριμένο μέρος της ιστορίας μας θα προτιμούσα να εκληφθεί ως εντελώς φανταστικό.

Εικ. από εδώ, όπου σχετική διήγηση
 

Την ιστορία αυτή, και όλη τη ζωή μου, την αφιερώνω στη σύζυγό μου Ειρήνη και την κόρη μας Νεκταρία – Μαρία, που την ονομάσαμε έτσι για τον άγιο Νεκτάριό μας και την Παναγία μας.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς που βρεθήκατε σ’ αυτή την αφετηρία.

Καλή ανάγνωση!

ΥΓ. Ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχουν δράκοι, νομίζω ότι δε χρειάζεται καν να το αναφέρω.

Η αρχική εικόνα είναι από εδώ, όπου άρθρο για τους δράκους στην αρχαία ελληνική μυθολογία.

Ρέθυμνο 1 Οκτωβρίου 2017

Εορτή της Παναγίας Γοργοεπηκόου και Ελευθερώτριας

Αγίων Ανανία του αποστόλου (που θεράπευσε και βάφτισε τον απόστολο Παύλο), Ρωμανού του Μελωδού και Ιωάννη του Κουκουζέλη, των μεγάλων ποιητών και μουσικών, που τα έργα τους ψάλλονται ακόμα και σήμερα στις εκκλησίες μας.

Με αγάπη

Θ.Ρ.

Όταν ο Δικαστής Ντρεντ πολέμησε δίπλα στον άγιο Γεώργιο (πρόλογος & περιεχόμενα)

 
Πρόλογος του συγγραφέα

Οι φίλοι των περιπετειών του Δικαστή Ντρεντ γνωρίζουν ότι σε πολλά κόμικς τοποθετείται δίπλα σε υπερήρωες από εκδόσεις άλλων εταιριών, όπως της Marvel και της DC, ή ακόμη και σε κινηματογραφικούς χαρακτήρες, όπως το Άλιεν και ο Κυνηγός. Ως παλιός "ντρεντόβιος" λοιπόν, θέλησα να διαβάσω κάτι (συνεπώς, πρώτα να το γράψω, αφού δεν υπήρχε), με το Ντρεντ δίπλα σ' έναν δικό μας ήρωα και επέλεξα εκείνον που θεωρώ καλύτερο, ιδιαίτερο και ελάχιστα αξιοποιημένο, τον άγιο Γεώργιο.

Η ιστορία αυτή γράφεται και δημοσιεύεται εντελώς αφιλοκερδώς, απλώς και μόνο από το μεράκι μου. Μάλιστα, ουσιαστικά διαφημίζει το Δικαστή Ντρεντ κάνοντάς τον γνωστό σε ευρύτερο κοινό και τονώνοντας το ενδιαφέρον των ήδη υπαρχόντων φίλων του. Οι περιπέτειές του κυκλοφορούν στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή με το περιοδικό Μπλεκ, από τις εκδόσεις "Μικρός Ήρως".

Αν και απολαμβάνω την ξένη υπερηρωϊκή λογοτεχνία (εικονογραφημένη και μη), η αλήθεια είναι ότι επιθυμώ να δω και δικούς μας ήρωες να αναδεικνύονται κατάλληλα, αφού είναι αντάξιοι των ξένων, και μάλιστα αληθινοί, όχι φανταστικοί, όπως οι δυτικοί υπερήρωες. Κάθε λαός έχει τους ήρωές του και ο δικός μας λαός διαθέτει άφθονους. Πιστεύω ότι αυτό θα μπορούσε να μας βοηθήσει να ξαναβρούμε την ταυτότητά μας, με νέο τρόπο, και κάπως να θυμηθούμε και το δρόμο προς τη λευτεριά μας, που καταστρατηγείται από κάθε άποψη εκ μέρους των σύγχρονων αποικιοκρατών και ιμπεριαλιστών.

Ελπίζω η ιστορία μας - που εξελίσσεται λίγο ανατρεπτικά - να αρέσει στους φίλους του θρυλικού Δικαστή.
Καλή ανάγνωση!

ΜΕΡΟΣ Α΄

ΜΕΡΟΣ Β΄
 
ΜΕΡΟΣ Γ΄

O "άγιος Γεώργιος ο Φιλεύσπλαγχνος", που ταΐζει τα παιδιά του δράκοντα, του χειρότερου εχθρού του. Ορθόδοξη χριστιανική εικόνα, από την ανάρτηση Άγιος Γεώργιος & Ισλάμ.
 

«Ο Διγαβρές»: με αγάπη & μεράκι από το Ρεθεμνάκι...

Διγαβρές στην κρητική διάλεκτο σημαίνει έγνοια. Είναι και ο τίτλος μιας διαδικτυακής κωμικής σειράς, που γυρίζουν με μεγάλη αγάπη, αλλά και ...