Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 10 (α΄ μέρος)


Φωτογραφία από εδώ

Εδώ Μίνα.

Την είσοδό μου στο βασίλειο του Μελένιου Δράκου τη βίωσα τελείως διαφορετικά από τους παλιούς και τους καινούργιους φίλους μου!...

Μέχρι τότε, η πιο φρικαλέα εμπειρία της ζωής μου – των 16 χρονών – ήταν η αιχμαλωσία μας απ’ τους αναποδοσταυροφόρους. Κι αυτή η εμπειρία, δυστυχώς για μένα, συνεχίστηκε μόλις πέρασα τη μικρή θαυματουργική πόρτα!...

Όταν κατεβαίναμε στο υπόγειο, ο πατέρας Σάββας με τράβηξε λίγο και μου είπε διακριτικά:

«Να λες “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με την αμαρτωλή”».

Άραγε, είχε κάποιου είδους φώτιση και το είπε ειδικά σε μένα; Μήπως το είχε πει μυστικά σε όλους, στον καθένα ξεχωριστά; Ποτέ δεν τον ρώτησα.

Πάντως, αφού εκνευρίστηκα για μερικά δευτερόλεπτα, το διέγραψα αμέσως απ’ το μυαλό μου, σαν άχρηστο κατάλοιπο ενός σκοτεινού και δυστυχισμένου, μεσαιωνικού παρελθόντος. Η γενιά μου θεωρεί αμαρτίες μόνο το φόνο και την απάτη· όλα τ’ άλλα επιτρέπονται. Πώς τολμούσε κάποιος που δε με ήξερε καν, ένας μεγάλος, που ισχυριζόταν πως υπηρετεί το Θεό, να με συμβουλεύσει να προσεύχομαι στο Θεό του ομολογώντας πως είμαι αμαρτωλή; Πού ήμασταν, στην Ιερά Εξέταση; Μα σ’ όλες αυτές τις λυπητερές ιστορίες, εγώ ήμουν με τις μάγισσες κι όχι με τους ιεροεξεταστές, με τις πόρνες κι όχι με τους πουριτανούς!

Αυτά πέρασαν απ’ το μυαλό μου χωρίς λόγια, και μετά πάτησα νοερά delete. Εντάξει, ο άνθρωπος μας είχε βοηθήσει – έτσι νομίζω τουλάχιστον – και δεν ήθελα να του κρατήσω κακία. Ένιωσα μεγαλόψυχη· έδειξα κατανόηση κι απλώς διέγραψα με περιφρόνηση την απαρχαιωμένη, ακατανόητη συμβουλή του. Και πέρασα την πόρτα.

Αμέσως βρέθηκα σ’ έναν έρημο, θλιβερό τόπο, κατάμαυρο, γεμάτο στάχτες κι αποκαΐδια. Παντού μύριζε καμένο, ο ουρανός ήταν μαύρος, σκεπασμένος από βαριά σύννεφα, ξερά βράχια κείτονταν σκορπισμένα ώς εκεί που έφτανε το μάτι και, το χειρότερο, οι φίλοι μου είχαν γίνει άφαντοι!

Πάγωσα. Κι από μερικές σχισμάδες στις ρίζες των βράχων άρχισε ν’ αναβλύζει, όχι νερό, μα υγρό, ρευστό σκοτάδι, που σχημάτιζε ρυάκια κι ερχόταν προς εμένα από κάθε κατεύθυνση.

Κοίταξα γύρω μου, από πού να φύγω. Δεν έβλεπα ψυχή, ούτε άλλαζε πουθενά το τοπίο. Τα ρυάκια πλήθαιναν, πλησίαζαν και με περικύκλωναν. Απ’ όπου περνούσαν, κατάπιναν το έδαφος και τα βράχια – σύντομα θα έρχονταν κοντά μου και θα με κατάπιναν κι εμένα!

Το στόμα μου στέγνωσε, ο φόβος με παρέλυσε. Κι εκείνη την ώρα, μια γνώριμη φιγούρα φάνηκε ν’ ανατέλλει κάπου μακριά, στον ορίζοντα. Τα ’χασα, μα αμέσως στην καρδιά μου γεννήθηκε ελπίδα! Αυτή η φιγούρα, που μόλις διακρινόταν πολύ μακριά και που η θέα της με ταρακούνησε και με ξύπνησε, ήμουν σίγουρη πως ήταν η γιαγιά μου!

Σα να συνήλθα από λήθαργο, θυμήθηκα τα λόγια του παπά Σάββα. Κατάλαβα πως είχε λόγο που μου τα είπε κι αρπάχτηκα απελπισμένα από πάνω τους, σα να ήταν σκοινί:

«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με την αμαρτωλή!» φώναξα – μάλλον το φώναξα στο υποσυνείδητό μου, ίσως κι όλο το σκηνικό ήταν στο υποσυνείδητό μου, γιατί κανένας δεν τ’ άκουσε.

Και μεμιάς όλα κείνα τα ζοφερά κι απειλητικά εξαφανίστηκαν, ως διά μαγείας ή, καλύτερα, ως εκ θαύματος, και βρέθηκα ανακουφισμένη κι εξαντλημένη στο υπέροχο λιβάδι με τους φίλους μου και το Μελένιο Δράκο και τον όμορφο άη Γιώργη κι όλα τα ζώα!

Ο άη Γιώργης μου ’ριξε μια ματιά γεμάτη νόημα και θυμάμαι να πλησίασε και να μου χάιδεψε τα μαλλιά. Όταν το ’πα, κανείς άλλος δεν το θυμόταν· αλλά για μένα, αυτή η στιγμούλα ήταν η πιο γλυκιά, ελπιδοφόρα, δυναμωτική και προπαντός πραγματική στιγμή της ζωής μου – μια στιγμή καταξίωσης και σεβασμού: ένας άγιος, που δε φοβήθηκε το σκληρότερο βασιλιά (δεν είχα ιδέα βέβαια τότε για την ιστορία του – φαντάσου, ήμουνα δεκάξι, ήξερα όλους τους ήρωες και τις ηρωίδες των comics και των cartoons, όλους τους τραγουδιστές και τους σταρ του σινεμά και της τηλεόρασης, και κανείς δε μου είχε πει την ιστορία του άη Γιώργη!), που άντεξε σε βασανιστήρια, που είδε το Χριστό, που έμεινε νέος, ζωντανός και θαυματουργός τόσους αιώνες, χάιδεψε τα μαλλιά ενός κοριτσιού γεμάτου σκουλαρίκια και τατουάζ, οργισμένου και πικραμένου, που διακήρυττε σε όλους τους τόνους πως δεν πίστευε στο Θεό κι έφτυνε με μίσος και περιφρόνηση την Εκκλησία κι όλες τις καθυστερημένες γριές που σέρνονταν σα σκιές και τρύπωναν μέσα σ’ αυτήν!

 


Έτσι νόμιζα δηλαδή τότε. Έτσι νόμιζε ολόκληρη η γενιά μου – έτσι νομίζει και η τωρινή γενιά, αφού κυριαρχούν κι ολοένα δυναμώνουν οι αναποδοσταυροφόροι και οι ψυχοκάντζαροι!...

Κι εκείνη την ώρα, περνώντας ανάμεσα σε όλους τους φίλους μου, παλιούς και καινούργιους, πλησίασα το Μελένιο Δράκο με τα μεγάλα, πανέμορφα, αθώα μάτια, και τον ρώτησα:

«Τι είσαι;».

Και τη συνέχεια την ξέρετε: μας εξήγησε και μας ανέβασε στα φτερά του και μας πήγε στη λίμνη με το κουκλίστικο σπιτάκι και βρήκαμε το Θάνο και το Χρήστο, τον αδερφό του Γιάννη, και κάμποσα ακόμα προστατευμένα παιδιά, και μιλήσαμε για τους ψυχοκάντζαρους και τα μυαλομικρόβια και μετά μας πήρε ξανά, πετάξαμε και γυρίσαμε από το πορτάκι πίσω στην εκκλησία και στους γονείς μας, που περιμένανε με αγωνία – αγωνία που επιβραβεύτηκε και μετατράπηκε σε απερίγραπτη, παραδεισένια χαρά, μόλις είδανε τα χαμένα παιδιά τους!

Κι εκεί, μέσα στα κλάματα, στα φιλιά και τις αγκαλιές με τα εξαφανισμένα και ξαναφανερωμένα αγόρια, είδα πρώτη φορά έναν καλό άνθρωπο να πεθαίνει στ’ αλήθεια μπροστά στα πόδια μου, σε μια σύγκρουση τραγικότερη απ’ όσες είχαν αντικρίσει τα μάτια μου μέχρι τότε.

***

Παρόλο που νιώθω την ανάγκη να σταματήσω και να σας πω για τη γιαγιά μου, επειδή καταλαβαίνω πως σας έβαλα σε αγωνία, θα συνεχίσω με τη μάχη και την αυτοθυσία του καλού ανθρώπου.

Θα το γράψω μάλιστα εγώ, γιατί ο Γιάννης μου φάνηκε πολύ συγκινημένος για να το κάνει. Έτσι, θα πάρω αυτή την τιμή, και νομίζω πως είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή μου για τη συμμετοχή μου στη διήγηση της ιστορίας…

Ανεβήκαμε στο ναό. Μπροστά στα ζωγραφισμένα μάτια της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας (δεν ήξερα τότε τη σύνδεσή της με το Χρηστάκη και τα υπόλοιπα παιδιά) διαδραματίστηκαν οι σκηνές, ή μάλλον οι πανηγυρισμοί και το παραλήρημα της συγκίνησης, της αγάπης και της ευτυχίας!

Ο πατήρ Ανέστης έκλαιγε κι αυτός σα μωρό παιδί, ακριβώς το ίδιο με τις μαμάδες μας. Είχε εξομολογήσει εκείνους που ήθελαν να εξομολογηθούν κι ένιωθε κι ο ίδιος σαν αναβαπτισμένος – είδατε τι λέξεις χρησιμοποιώ τώρα; λέξεις που ούτε τις είχα ακουστά μέχρι τότε.

Άκουσα καθαρά το θείο των παιδιών, τον Άρη, να λέει στον παπά Σάββα αγκαλιάζοντάς τον, ενώ γελούσαν και τ’ αφτιά του:

«Σε παραδέχομαι, πάτερ μου!... Και να σου πω, το μισό απ’ αυτό που ευχήθηκα το ’χω κάνει, καβάλησα το δράκο και είμαι, νομίζω, ο μόνος ενήλικας εδώ πέρα που τον έχει δει! Το άλλο μισό μου μένει μόνο, ο πόλεμος με τους δαίμονες!».

«Σ’ αυτό τον πόλεμο, πολλοί χάνουν τη ζωή τους» απάντησε ο ιερέας, λάμποντας κι εκείνος από χαρά.

«Ίσως δεν είμαι καλό παλικάρι για κάτι τέτοιο», είπε κάπως ντροπαλά ο Άρης, «πάντως, αν είναι να πεθάνεις, αξίζει να πεθάνεις σώζοντας κάποιον!».

Πόση ώρα πέρασε; Ούτε θυμάμαι· είχε σταματήσει να κυλάει ο χρόνος για τις καρδιές μας.

Καταλάγιασαν οι πανηγυρισμοί και διηγηθήκαμε, μιλώντας ο ένας πάνω στον άλλο, όλα όσα μας είχε πει ο Μελένιος Δράκος. Οι μεγάλοι άκουγαν με το στόμα ανοιχτό. Κανείς δε μας αμφισβήτησε· είχαν δει πια αρκετά, όπως κι εμείς άλλωστε, και είχαν πειστεί πως τα πράγματα ήταν σοβαρά και, κυρίως, αληθινά.

Αργότερα ορισμένοι αναρωτήθηκαν αν όσα έζησαν κείνη τη μέρα είχαν συμβεί πράγματι· αλλά κοιτάζοντας τη φωτογραφία με το σταυρουδάκι, που ένα αντίγραφό της πήραμε όλοι μας, τιμής ένεκεν (θα σας πει αργότερα ο Γιάννης γι’ αυτήν), προσγειώνονταν στην πραγματικότητα.

Ο πατήρ Σάββας έμεινε άναυδος όταν άκουσε πως εκείνος έπρεπε να μας καθοδηγήσει στον αγώνα μας με τους ψυχοκάντζαρους.

«Είμαι πολύ νέος» ψιθύρισε και στο μέτωπό του φάνηκαν στάλες ιδρώτα. «Ο π. Ανέστης είναι ηλικιωμένος και έμπειρος».

«Εσύ όμως είσαι τίμιος και αγνός» αποκρίθηκε ο π. Ανέστης πιάνοντάς τον απ’ τον ώμο. «Μη φοβάσαι, αν κάπου μπορώ να σε στηρίξω, θα το κάνω με όλες μου τις δυνάμεις. Κι ας αφήσουμε τον Κύριο να μας οδηγήσει, όπως πρέπει να κάνουμε ως ιερείς Του».

Ο νεαρός παπάς μας κοίταξε όλους με τα ωραία γαλάζια μάτια του· εκείνο το βλέμμα μου έμεινε αξέχαστο.

«Αν θέλετε ν’ αρχίσετε μια καινούργια ζωή, παιδιά», είπε, «κι εσείς, αδελφοί και αδελφές μου», και κοίταξε τους μεγάλους, «θα πορευτώ μαζί σας σε αυτό το δρόμο με όλη μου την καρδιά. Να ξέρετε πως είναι δρόμος χαράς, αλλά και αγώνα· δρόμος σταύρωσης, αλλά και ανάστασης».

***

Κι εκείνη την ώρα, από την εξώπορτα του ναού εισέβαλαν θορυβώντας, στριγκλίζοντας και βρομοκοπώντας οι ψυχοκάντζαροι! Κοπάδι ολόκληρο, συνοδευόμενο από ένα πλήθος αναποδοσταυροφόρους με γυμνά τα ξίφη!

Όλοι κερώσαμε. Ορισμένοι νομίζω πως κάνανε το σταυρό τους, ή τουλάχιστον προσπαθήσανε, μα δεν ξέρω αν τους άφησε ο ξαφνικός τρόμος ή και κάποια μαγική δύναμη που εξαπολύσανε κατά πάνω μας τα δαιμόνια.

Θυμάμαι που αναρωτήθηκα πώς ήτανε δυνατό να τρυπώνουν έτσι μέσα σε μια εκκλησία και μάλλον πως όλοι, λίγο πολύ, κάνανε την ίδια σκέψη. Αναρωτήθηκα μήπως αυτό σήμαινε πως ο Θεός τελικά δεν υπήρχε ή πως ήταν ανίσχυρος μπροστά στους εχθρούς μας – ή μήπως αυτοί δεν ήταν δικοί του εχθροί και θα τους άφηνε να μας ξεκάνουν;

Όλ’ αυτά απαντήθηκαν σε μερικά δευτερόλεπτα.

Ανάμεσα στους αναποδοσταυροφόρους ξεχώρισε ο αρχηγός τους, ο ψηλολέλεκας με τη νεκροκεφαλή, που πετούσε γαλάζιες φλόγες από τα χέρια και το κεφάλι του. Κι εκείνος στάθηκε απέναντι στον πατέρα Σάββα, μούγκρισε σαν πεινασμένος τυραννόσαυρος και τον σημάδεψε με τις φωτιές του!

Ο π. Σάββας δεν κουνήθηκε. Από φόβο; Από θάρρος; Δεν ξέρω. Όλοι εμείς σκορπίσαμε δεξιά κι αριστερά, να μη χτυπηθούμε. Αλλά ο Άρης, χωρίς να χάσει λεπτό, πετάχτηκε μπροστά, έβαλε το κορμί του ανάμεσα στο τέρας και τον παπά Σάββα και δέχτηκε κατάστηθα τη γαλάζια βολίδα!

Όλοι τσιρίξαμε τρομαγμένοι, μα αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στις τσιρίδες των αποκρουστικών καλικάντζαρων, που απογοητεύτηκαν με την αστοχία.

Ο π. Σάββας σα να ξύπνησε. Ο π. Ανέστης του ’βαλε στο χέρι το πετραχήλι του κι ο ίδιος πρόσεξα πως φορούσε το δικό του – το ’χε πάρει φαίνεται σαλτάροντας στο γραφείο από την ανοιχτή πόρτα που ήταν δίπλα του.

Σαν αστραπή ο παπά Σάββας το φόρεσε και ύψωσε το δεξί του χέρι, κρατώντας ένα σταυρό.

Άρχισε να μιλάει, προφέροντας λόγια που δε θυμάμαι, μα που σίγουρα ήτανε λόγια εξορκισμού. Κι όσο μιλούσε, μεταμορφωνόταν, όχι στην εμφάνιση, μα στην ψυχή, στο κουράγιο, στον τόνο της φωνής του, κι άρχισε να προχωράει και να πλησιάζει το συρφετό των εχθρών μας, που κουτρουβαλιάζονταν τώρα κι όπου φύγει φύγει.

Τελικά ο Θεός θα πολεμήσει στο πλευρό μας, συλλογίστηκα στιγμιαία. Κοίταξα τον Άρη – ήταν σωριασμένος ακριβώς κάτω από τη μεγάλη εικόνα της Παναγίας, που φαινόταν να τον κοιτάζει στα μάτια. Κανείς δεν τολμούσε ακόμη να σηκωθεί, από κει που ήμασταν πεσμένοι και κρυμμένοι σαν τα κουνέλια, και να πάει κοντά του…

Μόνο όταν ο παπά Σάββας απώθησε προχωρώντας τα κτήνη, τα έβγαλε απ’ την πόρτα της εκκλησίας κι εκείνα χάθηκαν μέσα σε κρότους, τσιρίδες, καπνούς και σπίθες (ο π. Ανέστης δεν είχε κουνηθεί, μόνο κοιτούσε, σαν έτοιμος να προστατέψει εμάς αν κάτι άλλο μας πλησίαζε), τότε όλοι πεταχτήκαμε πάνω και κυκλώσαμε τον τραυματία.

Ήρθε κι ο παπά Σάββας, μούσκεμα στον ιδρώτα, κατάχλομος.

Έσκυψε πάνω του κι ακούμπησε το σταυρό στο στήθος του. Δε φαίνονταν αίματα, ούτε σημάδια. Ο Άρης, ο καλός άνθρωπος, ο Κρητικός, άνοιξε τα μάτια του, τον είδε και χαμογέλασε.

«Για δες, το ’πα κι έγινε» ψιθύρισε, ίσα που ακούστηκε. «Δόξα τω Θεώ». Μετά κοίταξε τον π. Ανέστη, που τον είχε εξομολογήσει λίγη ώρα πριν. «Ευχαριστώ» του είπε ψιθυριστά.

«Ένα γιατρό!» φώναξε ο μπαμπάς του Χρήστου κι έτρεξε στο γραφείο να τηλεφωνήσει.

Ο Άρης ύψωσε τα μάτια του στην εικόνα της Παναγίας. Ήταν προφανές τι θα γινόταν· ανατρίχιασα. Εκείνος χαμογέλασε.

Και μ’ αυτή την έκφραση, που νομίζω πως κανείς δε θα την ξεχάσει, χαμογελώντας, με το βλέμμα καρφωμένο στην εικόνα της Παναγίας, έφυγε η ψυχή του.

***

Ο άγιος Ματθαίος Ρεθύμνου (αναλυτικά εδώ), ένας Κρητικός άγιος μάρτυρας του 1700. Δείτε και εδώ.
 

Σ’ ευχαριστώ, Μίνα. Είναι τιμή για μένα που εσύ ειδικά διηγήθηκες αυτές τις στιγμές. Θα συνεχίσω εγώ και θα σου δώσω το λόγο αργότερα, γιατί είναι πολύ σημαντικό να μιλήσεις για τη γιαγιά σου.

Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε καρδιακή προσβολή. Η αστυνομία δεν το έψαξε περισσότερο. Ούτε για την επιστροφή των χαμένων παιδιών το έψαξε περισσότερο· δεν ξέρω κι αν την ενημέρωσαν όλοι οι γονείς. Φυσικά, κανείς μεγάλος δεν αποκάλυψε τις εξωπραγματικές λεπτομέρειες. Όσο για μας τα παιδιά, κανείς δε μας ρώτησε – κι αν μας ρωτούσε, δε θα μας πίστευε.

Η κηδεία του θείου μου έγινε στην Κρήτη, στο χωριό μας. Ο παππούς κι η γιαγιά, οι γονείς του, έκλαψαν πολύ. Μέσα στη χαρά τους για την ανακάλυψη του εγγονού τους, έζησαν τη μεγαλύτερη τραγωδία που μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος: έθαψαν το παιδί τους.

Όλοι οι φίλοι μας με τις οικογένειές τους, όσοι βρισκόμασταν στην εκκλησία εκείνη τη μέρα, καθώς και οι οικογένειες των άλλων χαμένων (μα στην ουσία προστατευμένων) παιδιών, που είχαν επιστρέψει μαζί μας από το βασίλειο του Μελένιου Δράκου, κατέβηκαν σύσσωμοι στην Κρήτη και παραστάθηκαν στην κηδεία. Το ίδιο και οι δυο ιερείς, μαζί με τους ιερείς όλων των χωριών της περιοχής μας και το δεσπότη.

Ο π. Σάββας έβγαλε λόγο, είπε δακρυσμένος πως ο θείος μας πέθανε για να τον σώσει και τόνισε στους γονείς του πως ο θάνατος είναι ένα ταξίδι, που ο θείος μας το είχε κάνει με τον καλύτερο τρόπο, και πως όλοι μια μέρα θα τον ξαναβλέπαμε στον παράδεισο. Δεν τόλμησε να πει όλη την αλήθεια, για το Μελένιο Δράκο, τους ψυχοκάντζαρους, τους αναποδοσταυροφόρους και τα κομπιουτεροκακάκια. Εμείς, τα παιδιά, λαχταρούσαμε να ειπωθούν όλα κι αγανακτήσαμε με τη σιωπή του. Όμως μετά την κηδεία τα διαδώσαμε εμείς, και στον παππού και τη γιαγιά μας και σ’ όλο τον κόσμο.

Ποιοι μας πίστεψαν; Φοβάμαι πως μόνο οι φίλοι μας, τα παιδιά του χωριού, που μας έδωσαν σημασία και μας πρόσφεραν συμμαχία…

Οι συγγενείς μας κι οι φίλοι του θείου Άρη κουβάλησαν το φέρετρό του στους ώμους τους. Πάνω απ’ τον τάφο του άδειασαν τα τουφέκια τους. Τον έθαψαν σαν να ήταν ο καλύτερός τους, σαν οπλαρχηγό του παλιού καιρού, απ’ αυτούς που διαβάζουμε στα βιβλία για την ιστορία και τις επαναστάσεις της Κρήτης.

Εμείς είχαμε την ιδέα, κι ακόμα και σήμερα το πιστεύω ακράδαντα, πως ο θείος μας ήταν κάτι μεγαλύτερο από οπλαρχηγός: ένας μάρτυρας και πιθανόν άγιος. Κι αυτή την ιδέα την αποδέχτηκε ο π. Σάββας και τύπωσε αντίγραφα μιας φωτογραφίας του θείου Άρη, μιας υπέροχης, γελαστής φωτογραφίας, που του είχε βγάλει ένας πλανόδιος φωτογράφος τη βραδιά του γάμου με τα φεγγαροπρόβατα, που σας είχα διηγηθεί στην αρχή αυτής της ιστορίας, ζωγράφισε στη γωνία ένα σταυρουδάκι και τη μοίρασε σε όλους μας.

Και μετά μας μάζεψε στην εκκλησία του χωριού μας, όλα τα παιδιά, κι εμάς και τους Πειρατές των Υπονόμων, μας ευλόγησε με την εικόνα της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσας (εκείνη που είχαμε βρει το περασμένο καλοκαίρι στο βράχο πίσω από τις φραγκοσυκιές) και μας έχρισε Ιππότες της, παίρνοντας από μας την υπόσχεση πως θα μεγαλώναμε σα χριστιανοί και θ’ αγωνιζόμασταν ενάντια στους ψυχοκάντζαρους για την προστασία τη δική μας, των μελλοντικών παιδιών μας και όλου του κόσμου.

Ξέχασα να πω πως τα παιδιά, οι φίλοι μας, έκοψαν τα βιντεοπαιχνίδια, τις selfies, τα πολλά SMS και MMS, μείωσαν το Internet, ο λογαριασμός τους στο Facebook έπιασε αράχνες, τα smartphones τους έπαψαν να είναι προέκταση του χεριού τους κι άρχισαν να επικοινωνούν με κανονικά τηλεφωνήματα και συναντήσεις, συνέχισαν σοβαρότερα τον αθλητισμό και τη μουσική και νομίζω πως βρήκαν τη χαρά τους· και σύντομα ηχογράφησαν ένα CD, το παρήγαγαν σε αρκετά αντίγραφα και το μοίρασαν στο σχολείο τους και σ’ όλους εμάς.

Και λοιπόν άρχισε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μας. Και σ’ αυτό το κεφάλαιο έπαιξε σπουδαίο ρόλο κι ο Χρήστος. Και τώρα, που είμαστε μεγάλοι και ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ και βλέπουμε γύρω μας πολύ έντονα την κυριαρχία των αναποδοσταυροφόρων και των ψυχοκάντζαρων, αυτό το κεφάλαιο συνεχίζει να γράφεται. Και δε σκοπεύουμε να το σταματήσουμε, όσο θα ζούμε.

Και τώρα, Μίνα, σε παρακαλώ να πάρεις το λόγο και να πεις όσα πρέπει ν’ ακούσουμε για τη γιαγιά σου...

 

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 9


   

Υπέροχη - και ειρηνική - εικόνα του αγίου Γεωργίου από το αγιογραφείο της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους (από εδώ & εδώ).

Ο π. Σάββας προσπάθησε εκείνο το πρωί να πείσει το Νικόλα να μην πάει σχολείο. Του κάκου· το αγοράκι δεν κρατιόταν, να δει τους φίλους του και να μοιραστούν τις εντυπώσεις τους απ’ το προηγούμενο βράδυ!

Έτσι, ο νεαρός ιερέας υποχώρησε. Πήγε το μικρό στο νηπιαγωγείο, αλλά έμεινε μαζί του κι άκουσε με τα ίδια του τ’ αφτιά τη μαρτυρία των παιδιών.

Κατόπιν την άραξε στο αμάξι του, ασφαλώς προσευχόμενος, σε απόσταση αναπνοής απ’ το νηπιαγωγείο, κι όταν σχόλασε ο Νικόλας τον πήρε και τον μετέφερε σπίτι.

Η γυναίκα του είχε μείνει εκεί, παίρνοντας άδεια από τη δουλειά της και κρατώντας τη Βέρα στο σπίτι, αντί να την πάει στον παιδικό σταθμό, γεμάτη ανησυχία για την αλλόκοτη ιστορία που διηγιόταν ο γιος της για χθες το βράδυ και που ο άντρας της (που ήταν πάντοτε λίγο ονειροπαρμένος) έδειχνε να την πιστεύει!

Στο μεταξύ, απ’ το ναό τον πήρε τηλέφωνο ο προϊστάμενος ιερέας, πως ένα παράξενο τσούρμο είχε καταπλεύσει και καιγόταν να τον συναντήσει!

«Νικολάκη μου», γύρισε στο γιο του, «θέλεις να πάμε στην εκκλησία και να δείξουμε στα παιδιά το Μελένιο Δράκο;».

«Ναι, ναι!» απάντησε ενθουσιασμένο το αγόρι και τα μάτια του έλαμψαν!

Η παπαδιά γκρίνιαξε· η υπόθεση είχε αρχίσει να γίνεται πολύ σοβαρή. Τελικά δέχτηκε, με τον όρο ν’ ακολουθήσει κι εκείνη μαζί με τη Βέρα τους.

Έτσι, προς το μεσημέρι, όλοι ήμασταν στην εκκλησία. Δίπλα στην εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας, οι μεγάλοι περικύκλωσαν και πάλι τον ιερέα. Αυτή τη φορά όμως, όχι σαν αγριεμένα σκυλιά· σαν κύκνοι.

«Συχώρα με, πάτερ», είπε ντροπαλά ο θείος Ορέστης. «Άπλωσα χέρι επάνω σου… Εσύ ό,τι κι αν μας είπες ήταν αλήθεια».

Πλησίασε, πήρε το χέρι του ιερέα στα δικά του και το φίλησε ευλαβικά. Ο παπάς το τράβηξε κοκκινίζοντας με αμηχανία και τον ευλόγησε σταυρώνοντας τον αέρα. Μετά, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα μάγουλα.

Δίπλα του βρισκόταν η οικογένειά του και παραδίπλα ο π. Ανέστης, ο φαλακρός προϊστάμενος με τα μακριά γκρίζα γένια. Μας έκαναν νόημα και καθίσαμε στα καθίσματα της εκκλησίας, που ήταν στολισμένα με ξυλόγλυπτα βυζαντινά σχέδια.

«Αδελφοί μου», άρχισε και προσπαθούσε κι αυτός να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να συνεχίσει.

Κατ’ αρχάς, μας διαβεβαίωσε ότι ο ίδιος δεν έχει δει το Μελένιο Δράκο, ούτε ξέρει πώς να επικοινωνήσει μαζί του· χθες βράδυ απλώς πήρε μια πληροφορία μέσα στην καρδιά του κι έστειλε το θείο Άρη να τον συναντήσει – τον έστειλε να φροντίσει για την επιστροφή των παιδιών στα σπίτια τους.

Κατόπιν, με το Νικόλα να σιγοντάρει και να συμπληρώνει ορμητικά και ενθουσιωδώς, μας διηγήθηκε την περιπέτεια των παιδιών του νηπιαγωγείου την ίδια ώρα που εμείς, με τα βοήθεια των χρυσαφένιων πολεμιστών (που ξέρω σήμερα πως ήταν άγιοι μεγαλομάρτυρες των ρωμαϊκών χρόνων), αγωνιζόμασταν στα λαγούμια του ερέβους, πίσω από την πλάτη της φανερής αίθουσας του net café.

Μείναμε άναυδοι· όλα αυτά φαίνονταν τόσο εξωπραγματικά, που μόλις και μετά βίας το ετερόκλητο ακροατήριο κατόρθωνε να τα πιστέψει – εκτός βέβαια από εμάς τα παιδιά και, έχω την εντύπωση, το θείο Άρη.

Εκείνος, χαμογελώντας, είπε στον παπά:

«Πάτερ, πιστεύω στο Θεό, χωρίς να πολυπηγαίνω στην εκκλησία… Αλλά αυτό που κάνετε εσείς εδώ, που καβαλάτε δράκους και πολεμάτε με δαίμονες, αυτό ναι, πολύ θα ήθελα να το κάνω!».

Οι ιερείς γέλασαν. Ο π. Ανέστης πήρε το λόγο· το μέτωπό του είχε ιδρώσει και το βλέμμα του έλαμπε.

«Παιδί μου, αυτές οι μάχες που λες, δεν είναι για όλους. Είναι για τους αγίους, σα να λέμε για στρατηγούς, που έχουν γυμνάσει τον εαυτό τους χρόνια ολόκληρα πολεμώντας ενάντια στα πάθη τους για να τηρήσουν τις εντολές του Χριστού. Λίγες φορές νεοσύλλεκτοι σαν εμάς αξιώνονται απ’ το Θεό να τις δώσουν, και μάλιστα να νικήσουν».

Αναστέναξε.

«Αλλά για όλους υπάρχουν κάποιες άλλες μάχες», συνέχισε, «και σ’ αυτές πρέπει να θέλουμε να νικήσουμε και να μην ονειρευόμαστε δράκους και δαίμονες… Μάλιστα, όσοι ονειρεύονται να ιππεύουν δράκους και να μάχονται με δαίμονες, πολύ συχνά γίνονται παίγνια των δαιμόνων, νομίζουν πως είναι άγιοι, σαλτάρει ο νους τους και παριστάνουν τους διδασκάλους και τους οδηγούς των ανθρώπων».

«Ποιες μάχες εννοείτε, πάτερ;» ρώτησε κάποιος, που, όπως θυμάμαι, πρέπει να ήταν ο πατέρας της Στέλλας.

Ο γκριζομάλλης ιερέας τον κοίταξε με καλοσύνη.

«Εννοώ, παιδί μου, τις καθημερινές μάχες, για να είμαστε καλοί, ταπεινοί, συμπονετικοί και συγχωρητικοί, τίμιοι και πιστοί». Σκέφτηκε μια στιγμή. «Και η ασπίδα και το κοντάρι μας γι’ αυτές τις μάχες είναι η μετάνοια και η εξομολόγηση».

«Εγώ ευχαρίστως να εξομολογηθώ αυτή τη στιγμή» είπε ενθουσιασμένος ο θείος Άρης. «Πρώτη φορά στη ζωή μου βέβαια!».

«Κι εγώ» είπαν η μαμά και οι θείες μου, οι μαμάδες των Πειρατών κι οι μπαμπάδες της Στέλλας και της Σοφίας.

«Ε, είπαμε τώρα, αλλά όχι κι έτσι» μουρμούρισε, χωρίς κακία, ο θείος Ορέστης.

Εμείς ανυπομονούσαμε να φτάσει η κουβέντα στο Μελένιο Δράκο κι όλο κοιτούσαμε το Νικόλα, μα δεν αποφασίζαμε να διακόψουμε τους μεγάλους.

«Πάντως, παιδί μου», είπε ο π. Ανέστης, «κάποιον θα ’χεις στενοχωρήσει, ίσως και αδικήσει, και κάπως θα ’χεις στενοχωρήσει και το Χριστό, όπως όλοι μας, και – φιλικά σου το λέω – μη νομίζεις πως δε χρειάζεσαι εξομολόγηση».

Στράφηκε στον π. Σάββα.

«Και σε σένα, αδελφέ μου», είπε κάπως δισταχτικά, «θέλω να κάνω τώρα μια δημόσια εξομολόγηση… Άκου την κι εσύ, Νικολάκη, αν κι είναι λίγο βαριά για την ηλικία σου· μα κι αυτά που έζησες χθες το βράδυ, πιο βαριά ήταν». Κόμπιασε λίγο. «Αυτά που μας είπατε κι οι δυο σας άλλαξαν μέσα μου τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο – και τη ζωή και τη θρησκεία. Μέχρι τώρα, τελούσα τη θεία λειτουργία και φρόντιζα το κοινωνικό έργο της ενορίας μας μηχανικά, χωρίς να πιστεύω πως υπάρχουν άγγελοι και δαίμονες, ούτε να με νοιάζει η σωτηρία των ψυχών, και στο βάθος πίστευα πως οι εμφανίσεις και τα θαύματα των αγίων και της Παναγίας είναι μύθοι… Τώρα όμως βλέπω πως είναι όλα αλήθεια. Και πρώτη φορά η καρδιά μου… ευωδιάζει σαν περιβόλι του παραδείσου, με την αληθινή ευωδιά του Χριστού».

Ο π. Σάββας τον κοιτούσε άναυδος, όπως κι όλοι οι μεγάλοι, που παρακολουθούσαν τα λεγόμενά του. Ο θείος Ορέστης έκανε μια χειρονομία απορίας και απελπισίας:

«Δηλαδή μέχρι χθες ήσουν άπιστος και τώρα θες να μας εξομολογήσεις;».

Ο ιερέας χαμογέλασε μελαγχολικά, μα καλοσυνάτα και φωτεινά.

«Δεν ήμουν άπιστος», αποκρίθηκε, «ανόητος ήμουν. Και τώρα δεν είμαι. Αλλά έτσι κι αλλιώς είμαι ορθόδοξος ιερέας και η εξομολόγησή σας δεν εξαρτάται από το αν είμαι άγιος. Μάλιστα, αδελφέ μου, το να εξομολογηθείς σε μένα, κι ας ξέρεις πως είμαι αδύναμος και αμαρτωλός, είναι πράξη ταπείνωσης, άρα σε βοηθάει».

«Και δεν εξομολογούμαι σ’ ένα μπάρμαν, που θα έχει πιο πολλές αμαρτίες και μικρότερη ιδέα για την ιδιότητά του;».

«Αν εξομολογηθείς στο μπάρμαν θέλοντας να ρίξεις τις αμαρτίες σου στο Χριστό κι εκείνος θέλει να σε ενώσει με το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, είναι μια αρχή» απάντησε ο π. Ανέστης. «Πάντως, στο μπαρ μόνο μεθυσμένος μπορεί να εξομολογηθείς κι ούτε ο μπάρμαν έχει πάρει εξουσία απ’ το Χριστό γι’ αυτή την αποστολή».

«Είναι θέμα εξουσίας λοιπόν», είπε ο θείος μου, πιστεύοντας πως έχει βγάλει λαυράκι.

«Της εξουσίας του Χριστού, όχι δικής μου. Πάντως, σου είπα, κι ο μπάρμαν θα ήταν μια αρχή. Πήγαινε να εξομολογηθείς, νηφάλιος και ταπεινός, κι ας είναι και στο μπάρμαν».

Τότε ο Τζίμης, μετά από έντονο δισταγμό και ξεφυσώντας, άπλωσε το χέρι σταματώντας τους.

«Με συγχωρείτε», είπε με ευγένεια που δεν είχαν δει ποτέ από μέρους του οι καθηγητές του, «όλ’ αυτά είναι ωραία και σοφά. Μάλιστα, τέτοια σοφία και απλότητα δεν ήξερα πως υπάρχει στη δική μας θρησκεία – νόμιζα πως την έχουν μόνο οι βουδιστές και οι Ινδιάνοι… Αλλά θα ήθελα να σας υπενθυμίσω πως το θέμα μας είναι ο Μελένιος Δράκος… και τα εξαφανισμένα παιδιά».

Όλοι ένευσαν καταφατικά.

«Και νομίζω πως ο φίλος μας από ’δώ», έδειξε με τα καστανά του μάτια το Νίκο, «έχει να μας πει πολύτιμα πράγματα γι’ αυτό το θέμα».

***

Με την απλότητα και τον ενθουσιασμό ενός πεντάχρονου, ο Νικόλας μας διηγήθηκε τις εμπειρίες του από το Μελένιο Δράκο (ολοκληρώνοντας με τη χθεσινή απαγωγή του και τη νυχτερινή μάχη) και μείναμε, για μια ακόμη φορά, άναυδοι.

«Μπαμπά, πάμε» παρακάλεσε στη συνέχεια, τραβώντας τον πατέρα του από το ράσο.

Ο π. Σάββας τον έπιασε από το χέρι και μας οδήγησαν από μια πλαϊνή σκάλα στον υπόγειο χώρο του ναού, διαμορφωμένο σε μια ευρύχωρη αίθουσα εκδηλώσεων με ένα μικρό, ανοιχτό παρεκκλήσι σε μια γωνιά, αφιερωμένο στον άγιο Υάκινθο.

Είδα την εικόνα και μου έκανε εντύπωση, όχι μόνο η ωραία νεανική όψη του, αλλά κυρίως ο συνδυασμός της με το ότι είχε όνομα λουλουδιού. Αλλά καθώς προχωρούσαμε βιαστικά όλοι, δεν το σχολίασα. Σήμερα ξέρω πως ήταν ένας άγιος των αρχαίων χρόνων, που βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως και χιλιάδες άλλοι χριστιανοί κάθε ηλικίας και φύλου (ακόμη και μικρά παιδιά και έφηβοι, αγόρια και κορίτσια), επειδή θεωρήθηκαν ανατροπείς· και, εδώ που τα λέμε, με διαφορετικό τρόπο, πράγματι ήταν. Πολλοί από τους αγίους και τις αγίες που γιορτάζουμε τα ονόματά τους ήταν αυτής της ηλικίας μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες. Ο άγιος Υάκινθος, ας το πούμε με την ευκαιρία, γιορτάζει στις 3 Ιουλίου.

Μπήκαμε στο παρεκκλήσι και, πίσω απ’ το αριστερό ψαλτήρι, ο Νικόλας άνοιξε μια μικρή πόρτα, που γυάλιζε, σα να ήταν καμωμένη από γλειφιτζούρι. Όπως κατάλαβα από τις ματιές που αντάλλασσαν οι μεγάλοι, εκείνοι ούτε που την έβλεπαν. Ένα γαλάζιο φως τρύπωσε στο χώρο, λες κι είχαμε πρόσβαση σ’ ένα μπαλκόνι με λευκά σύννεφα.

Το αγόρι (σήμερα είναι γαμπρός μου και σπουδαίος άντρας) τους κοίταξε όλους καλά καλά.

«Μόνο παιδιά» δήλωσε.

Υπό άλλες συνθήκες, οι γονείς μας θ’ αρνιούνταν να μας αφήσουν να πάμε μόνοι μας· μα εκείνες τις μέρες οι “κανονικές συνθήκες” μάλλον είχαν ανατραπεί κι εμείς είχαμε αποχτήσει έναν ανομολόγητο σεβασμό και μια σχετική αυτονομία – είχαμε ζήσει και κάνει πολύ περισσότερα απ’ τους μεγάλους!...

Μπήκαμε λοιπόν μόνο τα παιδιά, μικρά και μεγάλα. Έμεινε πίσω μόνο η μικρή Βερούλα, που η μαμά της δεν είχε κατεβεί καν μαζί μας, αλλά παρέμεινε πάνω, στην εκκλησία, και την έσφιγγε στην αγκαλιά της· ήταν φανερή η αγωνία της και για τα δυο της παιδιά, κι ας μην το έλεγε.

Αμέσως βρεθήκαμε σ’ έναν ανοιχτό χώρο, ένα είδος εξοχής, κι ακριβώς μπροστά μας καθόταν και μας περίμενε, για να μας υποδεχτεί αυτοπροσώπως, ο Μελένιος Δράκος!

Μαζευτήκαμε μπροστά του, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο κι ανοίγοντας μάτια και στόμα διάπλατα. Για το μικρό μέγεθός μας, μας φάνηκε μεγάλος σαν ένα κτήριο. Σήμερα υπολογίζω πως θα είχε διαστάσεις περίπου ενός τουριστικού λεωφορείου.

Το χρώμα του ήταν ένα χαρούμενο μοβ (ίσως πρέπει να το πω βυσσινί) κι ήταν καλυμμένος ολόκληρος με απαλό χνούδι. Δεν έμοιαζε με ερπετό, μάλλον μ’ ένα τεράστιο γλυκό σκυλάκι – και ο τρόπος που καθόταν θύμιζε σκυλάκι, και μας κοιτούσε με δυο τεράστια, σμαραγδένια πράσινα μάτια, γεμάτα αγάπη και καλοσύνη.

Τα φτερά του, διπλωμένα, πρέπει να ’ταν μεμβράνες, μα ήταν κι εκείνα σκεπασμένα με το βυσσινί χνούδι.

Εικόνα από εδώ, όπου άρθρο για τους δράκους στην αρχαία ελληνική μυθολογία.

Ο Νικόλας έτρεξε αυθόρμητα και τον αγκάλιασε ενθουσιασμένος! Αυτό μας έδωσε θάρρος και, σιγά σιγά, ένας ένας, πλησιάσαμε και τον αγγίξαμε. Ήταν μαλακός και ζεστός, σα μητρική αγκαλιά.

«Ελάτε! Είναι φιλικός» μας ενθάρρυνε το αγοράκι.

Και κάποια στιγμή το θηρίο άνοιξε το στόμα του:

«Καλώς ήρθατε» είπε με ανθρώπινη λαλιά, που μας ξάφνιασε.

Και, παραμερίζοντας, άφησε να δούμε την πιο θαυμαστή, παραδεισένια χώρα που μπορούσε να χωρέσει η παιδική μας φαντασία! Μια χώρα γεμάτη χρώματα και ζωή.

Εδώ ήταν ένα ανθισμένο λιβάδι, εκεί ένα δάσος, παραδίπλα μια λίμνη και, στο βάθος, όρθωναν το ανάστημά τους χιονισμένα βουνά… Ζώα, πουλιά και ζουζούνια απίστευτης ποικιλίας κυκλοφορούσαν ειρηνικά ή έπαιζαν ή έβοσκαν συντροφιασμένα και συνταιριασμένα σε μια υπέροχη αρμονία. Η βασιλεία του Θεού, όπως την είχαμε δει σε ζωγραφιές μερικών παιδικών βιβλίων στη βιβλιοθήκη του σχολείου.

Μα τότε εκείνες τις ζωγραφιές δεν τις θυμηθήκαμε, θυμηθήκαμε μάλλον μερικές παραμυθένιες ταινίες, που μας είχαν εμπνεύσει και συγκινήσει, όπως Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα.

«Τι είσαι;» ρώτησε διστακτικά η Μίνα το Μελένιο Δράκο.

Εκείνος φάνηκε να χαμογελάει.

«Είμαι ο δικός του δράκος» απάντησε κι έδειξε με το πελώριο κεφάλι του προς μια κατεύθυνση.

Κοιτάξαμε κι αντικρίσαμε ένα νέο, που έλαμπε μέσα σ’ ένα χρυσαφένιο χιτώνα, έλαμπε η όψη και το χαμογελαστό βλέμμα του, έλαμπαν τα σγουρά καστανά μαλλιά του, γενικά βρισκόταν μέσα στο φως. Μας πλησίασε χαμογελώντας. Τον αναγνωρίσαμε· ήταν ένας από τους χθεσινούς υπερασπιστές μας, αν και τώρα δε φορούσε όπλα, και δε χρειαζόταν φιλοσοφία για ν’ αντιληφθούμε πως ήταν ο άγιος Γεώργιος.

Μας χαιρέτισε με ευγένεια και καλοσύνη και χάιδεψε το δράκο στο μακρύ λαιμό του.

«Θα μας εξηγήσετε;» ρώτησε η Στέλλα – εμείς τα μικρά μάλλον είχαμε χάσει τη μιλιά μας ή ίσως απολαμβάναμε την παρουσία μας σ’ αυτό τον κόσμο και δεν είχαμε την επιθυμία να ζητήσουμε εξηγήσεις. Πρόσεξα τη Λένια και τη Μελίνα, πόσο μεθυσμένες από ευτυχία έδειχναν κι είχαν ακουμπήσει αναπαυτικά στο Μελένιο Δράκο ακριβώς δίπλα στο Νικόλα.

«Αμέσως» είπε ο δράκος. Κοίταξε τον άγιο κι εκείνος του ένευσε να μιλήσει. «Αυτός εδώ ο φίλος μου και αδελφός μου, το καταλάβατε πιστεύω, είναι ο άγιος Γεώργιος…».

Ο άγιος σήκωσε τους ώμους του κάπως αμήχανα· μάλλον δεν του άρεσε να τον λένε άγιο, όπως συμβαίνει γενικά στους αγίους.

«Όταν πολεμήσαμε στο βασίλειο», συνέχισε ο δράκος, «όπου με είχε ρίξει ο Εχθρός των ανθρώπων για να το ρημάξω, με νίκησε με τη δύναμη του Χριστού, αλλά δε με σκότωσε. Με λυπήθηκε και, με την αγάπη του, με εξημέρωσε. Ζήτησε από την πριγκίπισσα να με δέσει από το λαιμό με τη ζώνη της (ξέρετε την ιστορία, ελπίζω) και, τραβώντας με απαλά εκείνη, που ήταν κοριτσάκι σαν εσάς, μικρές μου, με πήγε στην πόλη και κατάλαβαν όλοι οι κάτοικοι πως δεν κινδύνευαν πια. Κι έπειτα ο άγιος, με την προσευχή του, με παρέδωσε στον Κύριο κι Εκείνος με έφερε σ’ αυτό το εξαίσιο περιβόλι και μου χάρισε αυτή τη γλυκιά μορφή, κι εδώ ζω μαζί με τα άλλα πλάσματα της αγάπης Του».

Κοίταξε γύρω ατενίζοντας τον ανοιχτό χώρο, κι εμείς ακολουθήσαμε τη ματιά του.

«Εδώ βρίσκεται το γαϊδουράκι, που μετέφερε την Παναγία στη Βηθλεέμ και στην Αίγυπτο», συνέχισε, «και το άλλο, που έφερε τον Κύριο στην Ιερουσαλήμ λίγο πριν σταυρωθεί… Εδώ είναι και ο Ιορδάνης, το λιοντάρι του αγίου Γεράσιμου του Ιορδανίτη, μαζί με το γαϊδουράκι του φυσικά, και ο Μίσα, η αρκούδα του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, τα ελάφια που έδιναν το γάλα τους στον άγιο Μάμα, όταν τον καταδίωκαν και κρυβόταν στα βουνά δεκαπέντε χρονών παιδί, και οι αγελάδες και οι μέλισσες του αγίου Φιλάρετου, και τα φίδια του αγίου Παΐσιου και γενικά όλα τα υπέροχα ζώα που παίζουν το ρόλο τους στους βίους των αγίων, και άλλα, που η ιστορία τους δεν είναι γραμμένη πουθενά, εκτός από το βιβλίο της αγάπης του Δημιουργού και Θεού».

“Δεκαπέντε χρονών παιδί” είχε πει για έναν άγιο· όλους μας εντυπωσίασε αυτό – τόσο περίπου ήταν η Μίνα και η παρέα της.

Μας κοίταξε με διαπεραστικό βλέμμα κι η φωνή του έγινε ξαφνικά επίσημη:

«Και εδώ βρίσκεται κι ο Χρήστος, ο αδερφός σου, Λένια, και ο Θάνος, ο αδερφός σου, Μίνα, και δυο τρία παιδιά ακόμη που κατάφερα, με τη δύναμη του Χριστού, να προστατεύσω».

***

Πανηγυρίσαμε κι αγκαλιαστήκαμε μόλις το ακούσαμε. Όλα τα κορίτσια, μα πιο πολύ η Μίνα κι η Λένια, έκλαιγαν από χαρά. Ο άγιος Γεώργιος κάτι ψιθύρισε στο αφτί του δράκου – είχε μικρά όρθια αφτάκια, μικρά για τις διαστάσεις του φυσικά – μας ευλόγησε σταυρώνοντας τον αέρα όπως η γιαγιά μας και αποσύρθηκε από τα μάτια μας.

Ο δράκος σηκώθηκε στα δυνατά του πόδια, άπλωσε τα φτερά του χαμηλά, κοντά στο γρασίδι, και κάλεσε εμάς τα μικρά ν’ ανεβούμε πάνω του.

Υπακούσαμε ξετρελαμένοι, όχι μόνο για την πρωτόγνωρη ιππασία, μα και γιατί περιμέναμε να δούμε το Χρήστο και το Θάνο και τα άλλα εξαφανισμένα παιδάκια.

«Πρώτα θα πάμε να τα συναντήσουμε και μετά οι εξηγήσεις» δήλωσε.

Άλλο που δε θέλαμε κι εμείς, φυσικά.

«Θα τα πάρουμε μαζί μας;» ρώτησε γεμάτη λαχτάρα η Μίνα, με το πρόσωπό της μουσκεμένο στα δάκρυα, που όλο έτρεχαν.

«Και βέβαια!» αποκρίθηκε ο δράκος και το κορίτσι ρίχτηκε στην αγκαλιά των φιλενάδων της, της Οξάνας, της Στέλλας και της Σοφίας, κι άρχισαν να κλαίνε κι οι τέσσερις γοερά. Τ’ αγόρια της συντροφιάς της πλησίασαν και τη χάιδεψαν στους ώμους διακριτικά, με σιωπηλή, αγορίστικη εφηβική συγκίνηση.

Νομίζω πως κι εμείς, ο Μιχάλης, ο Κώστας κι εγώ, σκαρφαλωμένοι στο Μελένιο Δράκο, μεγαλώσαμε κάπως περισσότερο αντικρίζοντας αυτή τη σκηνή. Κι αγκαλιάσαμε κι εμείς στοργικά τα δικά μας κορίτσια, που έκλαιγαν κι εκείνα από τη χαρά τους.

Και ξεκινήσαμε. Κοιτάζοντας πίσω, είδα πως η πόρτα από την οποία μπήκαμε βρισκόταν στη βάση ενός ήμερου στρογγυλού βράχου, φορτωμένου λουλούδια. Από ’κεί προφανώς θα βγαίναμε, όταν θα ερχόταν η ώρα, για να φέρουμε την ευχάριστη έκπληξη στους γονείς μας!

Διασχίσαμε το λιβάδι ανάμεσα σε ελάφια, λιοντάρια, ρινόκερους, λαγούς και παγόνια (ακόμη και τώρα δεν ξέρω πού αναφέρονται όλ’ αυτά στους βίους των αγίων), περάσαμε δίπλα απ’ το δάσος, όπου αντιλαλούσαν τα κελαηδίσματα αναρίθμητων πουλιών, και φτάσαμε στην ακύμαντη, αστραφτερή λίμνη.

Από μακριά είδαμε στην ακρολιμνιά ένα κουκλίστικο σπιτάκι, κομψοτέχνημα, που έμοιαζε με μικρή εκκλησούλα, και μπροστά του παίζανε, μέσα στο πράσινο και στα λουλούδια, ο Χρήστος, ο Θάνος (τον ξέραμε από τη φωτογραφία) κι ακόμα πέντ’ έξη παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Μόλις μας είδαν, τα δυο αγόρια ξεχύθηκαν προς το μέρος μας ξεφωνίζοντας από χαρά και σφιχταγκάλιασαν τις αδερφές τους!

Κι εδώ σταματώ για λίγο, γιατί, από τη συγκίνηση, δυσκολεύομαι να συνεχίσω…

***

Φωτο από το Διαδίκτυο
 

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας. Βέβαια, εσείς ίσως δεν περιμένατε. Τέλος πάντων, κοιμήθηκα χθες το βράδυ και κάπως συνήλθα, το πρωί πήγα στη δουλειά κι επιτέλους τώρα είναι απόγευμα, το πολυπόθητο απόγευμα, και ήρθε η ώρα να συνεχίσω.

Ήταν φανερό πως τα παιδιά εκεί πέρα είχαν στη διάθεσή τους αφθονία τροφών. Όμως σε λίγο κι ενώ μας περιέγραφαν εκστασιασμένοι τις εμπειρίες τους από τον τόπο, ένα κορίτσι γύρω στα δέκα, η Μαρίνα, μας είπε ενθουσιασμένη:

«Θα πρέπει να δοκιμάσετε και δρακόμελο!».

«Δρακόμελο;».

Κοιτάξαμε απορημένοι τον καινούργιο μας φίλο, το δράκο.

«Έι, δε βγάζω μέλι», χαμογέλασε εκείνος· «το μέλι είναι από τις μέλισσες του αγίου Φιλάρετου! Εγώ μόνο το μεταφέρω, γι’ αυτό τα παιδιά το λένε δρακόμελο κι εμένα με λένε Μελένιο Δράκο». Σκέφτηκε μια στιγμή. «Μάλλον με λένε Μελένιο Δράκο», διόρθωσε, «επειδή έγινα ακριβώς το αντίθετο απ’ τους συνηθισμένους άγριους δράκους που ξέρει ο κόσμος. Δυστυχώς» πρόσθεσε μελαγχολώντας «είναι δύσκολο να μεταστραφούν, όπως με μετάστρεψε εμένα ο άγιος Γεώργιος… Έχω συναντήσει αρκετούς (μη νομίζετε πως δεν υπάρχουν), αλλά αναγκάζομαι να τους πολεμήσω για να μην καταστρέφουν χωριά και πόλεις».

«Εμείς δεν ακούσαμε τίποτα για δράκους που καταστρέφουν χωριά και πόλεις» σχολίασε ο Νόντας.

«Δεν έχετε ακούσει για πυρκαγιές; Για κτήρια ή γέφυρες που καταρρέουν; Για πολύνεκρα δυστυχήματα με πολλά αυτοκίνητα; Ε, για ορισμένα απ’ αυτά, λυπάμαι που το λέω, ευθύνονται δράκοι. Μόνο που, τις πιο πολλές φορές, οι άνθρωποι δεν τους βλέπουν· ή τους βλέπουν, αλλά ντρέπονται να το πουν· ή το λένε, αλλά κανένας δεν τους πιστεύει».

Έτσι λύθηκε και το μυστήριο του δρακόμελου. Απόμενε όμως το σημαντικότερο ή, αν θέλετε, το μόνο αληθινά σημαντικό: οι ψυχοκάντζαροι και τα κομπιουτεροκακάκια.

«Είναι πλάσματα δαιμονικά, μαγικά, από τον κόσμο του σκοταδιού» μας εξηγούσε σε λίγο, με φωνή γεμάτη φρίκη, ο Μελένιος Δράκος.

«Πώς τρύπωσαν στον κόσμο μας;» ρώτησε η Στέλλα.

«Μα, αδελφή μου, πάντα ήταν στον κόσμο σας» αποκρίθηκε εκείνος· «απλά, σε κάθε εποχή βρίσκουν διαφορετικούς τρόπους να σας καταστρέψουν. Κάθε φορά εκμεταλλεύονται αυτό που λατρεύετε πιο πολύ – και σήμερα αυτό που λατρεύετε πιο πολύ είναι η τεχνολογία».

Ανατριχιάσαμε.

«Τι κάνουν;» ξεστόμισε ο Μιχάλης την ερώτηση που θέλαμε ν’ απευθύνουμε όλοι.

Ο δράκος μας αναστέναξε ελαφριά – δηλαδή ξεκουφαίνοντάς μας και παραλίγο κάνοντάς μας να πλευριτώσουμε.

«Τοποθετούν αθόρυβα και αθέατα στις συσκευές σας αυτά τ’ αβγουλάκια» εξήγησε. «Απ’ αυτά, βγαίνουν μικροσκοπικά ζωύφια· όντα αόρατα για σας, θα έλεγα “πνευματικά” ζωύφια, αν αυτή η λέξη σημαίνει κάτι».

Νεύσαμε καταφατικά.

«Εμείς γιατί τα είδαμε;» ρώτησε η Λένια.

«Επειδή είστε μικρές και αθώες ακόμη», απάντησε ο δράκος· «γι’ αυτό ο Κύριος επέτρεψε να τα δείτε, για να βοηθήσετε και τους μεγαλύτερους. Βέβαια, γι’ αυτό σας κυνήγησαν, Λένια μου, αλλά έτρεξαν οι πολεμιστές Του να σας βοηθήσουν μόλις το ζητήσατε!».

Η Λένια αγκάλιασε τη Μελίνα γεμάτη αγάπη· όλοι, μα πιο πολύ εκείνη και η μαμά μου, είχαμε γλιτώσει από του Χάρου τα δόντια.

Ασυναίσθητα κοίταξα τους Πειρατές· φαίνονταν λυπημένοι, πράγμα φυσικό, που μας είχαν στήσει παγίδα παίζοντας το παιχνίδι των ψυχοκάντζαρων (ο δράκος καθόλου δε μεταχειρίστηκε αυτή τη λέξη)· ευτυχώς δεν υπήρξαν ανεπανόρθωτες συνέπειες. Το αντίθετο – τώρα ήμασταν όλοι φίλοι!

«Αυτά τα ζωύφια, καθώς κολλάτε στις συσκευές σας, μπαίνουν στο νου σας, φωλιάζουν και πολλαπλασιάζονται, δημιουργούν ολόκληρες αποικίες και προκαλούν πλύση εγκεφάλου, εξάρτηση και αποβλάκωση».

«Δηλαδή μέσα στο μυαλό μας έχει… αυτά τα ζωύφια;» ρώτησε ο Τζίμης κι όλοι κάναμε μορφασμούς αηδίας.

Ο δράκος μας δεν απάντησε, παρά κούνησε το κεφάλι του, δίνοντάς μας να καταλάβουμε πως ήταν έτσι.

«Δηλαδή να πετάξουμε τα κομπιούτερ; Να πετάξουμε τα smartphones; Να βγούμε απ’ το Facebook;» ρώτησε η Μίνα.

«Κοίτα, η αλήθεια είναι πως δε σας χρειάζονται όλα αυτά. Είναι εργαλεία, δεν είναι παιχνίδια – από τη στιγμή που έγιναν παιχνίδια, έγιναν και, πώς να το πω, τόπος καλλιέργειας των ζωυφίων». Μας κοίταξε διαπεραστικά. «Και να ξέρεις» συνέχισε «πως εκείνοι που τα μετέτρεψαν σε παιχνίδια δεν το έκαναν για να σας ευχαριστήσουν. Αν ήθελαν το καλό σας, θα σας έλεγαν να συναντιέστε, να παίζετε στις αλάνες, να διαβάζετε ωραία βιβλία και, ακόμη, να έχετε πάντα στην καρδιά σας τον Κύριο, να ξέρετε απ’ έξω κι ανακατωτά το ευαγγέλιο και να ζείτε κατά τη διδασκαλία του».

«Μα αυτά είναι από τον καιρό της γιαγιάς μας» διαμαρτυρήθηκε η Σοφία.

«Δηλαδή από τον καιρό που οι σοφοί άνθρωποι δίδασκαν και καθοδηγούσαν τα παιδιά και τους αμαθείς και ανώριμους νέους σαν εσάς» αποκρίθηκε ο δράκος. «Αμαθείς και ανώριμους, δεν το λέω για να σας κατηγορήσω· πώς θα γίνεις σοφός και ώριμος χωρίς δασκάλους; Και οι πρώτοι δάσκαλοι σε όλα τα πλάσματα είναι οι άνθρωποι της οικογένειάς τους».

«Που τώρα δεν επικοινωνούμε καθόλου μαζί τους» παραδέχτηκε η Οξάνα. «Πρώτοι και τελευταίοι δάσκαλοί μας είναι η τηλεόραση, το Internet, το Faebook και δε συμμαζεύεται».

«Και δε μου λες», ρώτησε ο Κώστας, «αυτή η ιστορία με τ’ αβγουλάκια και τα ζωύφια, μόνο στην Ελλάδα συμβαίνει ή και παραπέρα;».

«Σε όλο τον κόσμο, αγαπημένε μου αδελφέ» απάντησε λυπημένα ο Μελένιος Δράκος, «σε όλο τον κόσμο».

Σωπάσαμε προβληματισμένοι αρκετή ώρα. Δε διανοηθήκαμε καν, φυσικά, να μην τον πιστέψουμε – όλος αυτός ο παραδεισένιος κόσμος, στον οποίο είχαμε εισαχθεί, μας έπειθε και για τα πιο απίστευτα.

«Και τα εξαφανισμένα παιδιά;» ρώτησα ξαφνικά.

Ο Μελένιος Δράκος βούρκωσε κι όλοι περιμέναμε με αγωνία την απάντησή του.

«Δυστυχώς, κάθε τόσο οι εχθροί σας πεινάνε! Όχι επειδή χρειάζονται φαγητό, αλλά επειδή λαχταράνε τη νοστιμιά της ανθρώπινης σάρκας, που όσο τη μισούν, άλλο τόσο ποθούν να την απολαύσουν… Αρπάζουν λοιπόν κάποιον – και μεγάλους, αλλά προτιμούν τα παιδιά – και τον…», κόμπιασε λίγο, «και τον ξεκοκαλίζουν, πώς να το πω; τον τρώνε!».

«Δηλαδή είναι νεκρά όλ’ αυτά τα παιδιά; Τα φάγανε;» ρώτησε με φρίκη η Μελίνα.

«Δυστυχώς, καλή μου… Φυσικά, παιδιά εξαφανίζουν και άνθρωποι· είναι απίστευτο πόσο χειρότεροι από μας τους δράκους μπορεί να γίνουν οι άνθρωποι, το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, που γίνεται το χειρότερο… Αλλά πολλά από τα παιδιά που ψάχνετε τα έχουν εξαφανίσει…».

«Τα διαβολάκια» συμπλήρωσε ριγώντας σύγκορμη η Στέλλα.

«Ναι, αδελφή μου. Αυτά εδώ τα λίγα παιδιά κατάφερα να τα σώσω και να τα φέρω εδώ, επειδή με εμπιστεύτηκαν· βέβαια δεν πρέπει να εμπιστεύεστε κάθε τι που βλέπετε! Αλλά εδώ συνέβη να εμπιστευτούν πραγματικά ένα φίλο».

Σκέφτηκε μια στιγμή.

«Ο σωστός δρόμος είναι άλλος», κατέληξε. «Και ο σωστός τρόπος ν’ απαλλαγείτε από τα ζωύφια και, αν θέλετε, να βοηθήσετε και τους φίλους σας, είναι άλλος».

«Ποιος;» ρωτήσαμε όλοι ανυπόμονα.

Ο Μελένιος Δράκος σούφρωσε τα χοντρά του χείλη κι απάντησε σαν σοφός γέρος, που λέει λίγα, επειδή εμπιστεύεται τους ακροατές του, αν και ανήλικους, ότι θα καταλάβουν πολλά:

«Θα σας πει ο μπαμπάς σου, Νικόλα, ο πατέρας Σάββας. Αυτόν ν’ ακούσετε και, ακολουθώντας τον, θ’ ακολουθήσετε τους αγίους σας, την Παναγία (ω, πόσο την αγαπώ! – και την έχω δει μια φορά στη ζωή μου) και το Χριστό· και μαζί τους θα είστε πραγματικοί σταυροφόροι και πολεμιστές».

«Όχι… αναποδοσταυροφόροι!» χαμογέλασε η Μίνα κι όλοι κουνήσαμε το κεφάλι μας.

Κοιταχτήκαμε χωρίς λόγια· δυσκολευόμασταν ακόμη να τα χωνέψουμε μαζεμένα, τόσα πολλά.

«Όμως δεν είναι εύκολο» συμπλήρωσε ο δράκος μας. «Το εύκολο είναι ν’ αφήσετε τα ζωύφια να σας κυριεύσουν· να γίνετε άβουλοι σα μαριονέτες, πώς το λέτε, σα ρομπότ. Το να πολεμήσετε είναι το δύσκολο. Αλλά αυτό είναι το ωραίο, αυτό είναι που αξίζει… Να νικήσετε τελείως; Δεν το βλέπω. Να ελευθερωθείτε εσείς και να βοηθήσετε κι άλλους, με τη βοήθεια του Ιησού Χριστού, ναι, το βλέπω και το εύχομαι για σας».

Άπλωσε τις φτερούγες του.

«Άντε, ανεβείτε τώρα», χαμογέλασε, «ώρα να πάμε στις οικογένειές σας που περιμένουν!».

Σημείωση: Ο Μελένιος Δράκος έχει ακόμα λίγο, που, Θεού θέλοντος, θα δημοσιευτεί σε δυο τρεις μέρες. Προτείνουμε όμως ωστόσο και τα εξής: 

Σε επείγουσα αναζήτηση Δρακοντοκτόνων 

Τελικά, υπάρχουν δράκοι; 

Αληθινοί δράκοι (& η δρακοντοκτονία του αγίου Γεωργίου)

 
Αφιέρωμα στον άγιο Γεώργιο & σκέψεις για τη δρακοντοκτονία

Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη σε κόμικ από 17χρονο Ρεθεμνιώτη

Δασκαλογιάννης κόμικ εξώφυλλο
 
Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770 – 1771) είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της Κρήτης, αλλά και σπουδαίο γεγονός της ελληνικής ιστορίας γενικότερα. Επίσης είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα στην ιστορία όλων των λαών που αγωνίζονται για την ελευθερία τους σε ολόκληρη τη Γη!

Ένας πλούσιος καραβοκύρης από την Ανώπολη Σφακίων, ο Ιωάννης Βλάχος (τον αποκαλούσαν «Δάσκαλο» λόγω της μεγάλης μόρφωσής του), κινούμενος καθαρά από πατριωτικά κίνητρα και ενάντια στο προσωπικό του συμφέρον, επικοινώνησε με τη Ρωσία μέσω των αδελφών Ορλώφ (που ετοίμαζαν επανάσταση στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα) και ξεσήκωσε τα Σφακιά, ελπίζοντας σε μια γενικευμένη κρητική επανάσταση, που θα έδιωχνε τους Τούρκους από την Κρήτη.

Η Κρήτη ήταν περίπου 150 χρόνια κατακτημένη από τους Τούρκους (η κατάκτησή της άρχισε το 1645) και ο κρητικός λαός ζούσε υπό συνθήκες φρικτής βίας και απερίγραπτης καταπίεσης! Μάλιστα, περίπου ο μισός πληθυσμός του νησιού είχε δηλώσει ότι ασπάζεται το Ισλάμ (δηλ. ότι γίνονται μουσουλμάνοι), γιατί όποιος ήταν χριστιανός ήταν σκλάβος, ενώ, αν γινόταν μουσουλμάνος, αυτόματα ήταν ελεύθερος.

Πάρα πολλοί από αυτούς που προσχώρησαν στο Ισλάμ επιθυμούσαν να ζήσουν ως κρυπτοχριστιανοί και αρκετοί ανακαλύφθηκαν από τους Τούρκους (συνήθως μετά από προδοσίες) και θανατώθηκαν, όπως οι άγιοι μάρτυρες Μανουήλ και Αννεζίνα, με τα παιδιά τους Γεώργιο και Μαρία (Μελισσουργειό Κισσάμου 1681) και ο άγιος Μαθιός από το Γερακάρι Αμαρίου (Ρέθυμνο 1700). Όμως μετά από μερικές γενιές οι απόγονοί τους κατέληξαν πραγματικοί μουσουλμάνοι, άλλοτε φιλήσυχοι, συχνά όμως βάρβαροι και φανατικοί. Έτσι δημιουργήθηκε ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Κρήτης («Τουρκοκρητικοί»), που έφυγε για την Τουρκία με την ανταλλαγή των πληθυσμών μόλις το 1925, ενώ είχαν έρθει εδώ, κυνηγημένοι και αποδεκατισμένοι, οι αδελφοί μας Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Δασκαλογιάννης, Η έναρξη (σελίδα)Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη ήταν η πρώτη προσπάθεια των Κρητικών να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Θεωρείται επίσης η πρώτη επανάσταση που είχε σχέση με τις φιλελεύθερες ιδέες, που είχαν καλλιεργηθεί στην Ευρώπη με τον Διαφωτισμό, καθώς είναι παλαιότερη και από την Αμερικανική και από τη Γαλλική Επανάσταση (1775 και 1789 αντίστοιχα).

Δυστυχώς, η κατάληξη ήταν τραγική. Η Ρωσία, ενώ είχε ανάψει επαναστατικές φωτιές σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, εγκατέλειψε τους Έλληνες στο ανελέητο τουρκικό γιαταγάνι, ενώ το σύνολο του κρητικού πληθυσμού δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Δασκαλογιάννη. Έμειναν μόνο μερικές χιλιάδες ατρόμητοι Σφακιανοί πολεμιστές ενάντια σε πολλαπλάσιο, οργανωμένο και καλά εξοπλισμένο τουρκικό στρατό. Αν και έδωσαν ηρωικές μάχες, ήταν φανερό πως τα Σφακιά θα καταστραφούν.

Ο Δάσκαλος παραδώθηκε στους Τούρκους, που του είχαν υποσχεθεί πως δε θα τον πειράξουν, αλλά κυρίως πως δε θα κάψουν την επαρχία. Όμως αθέτησαν την υπόσχεσή τους και για τα δυο: τα Σφακιά καταστράφηκαν, οι Σφακιανοί, όσοι απέμειναν, σκόρπισαν ως πρόσφυγες στις γειτονικές επαρχίες και το Δασκαλογιάννη τον έγδαραν ζωντανό, ως δημόσιο θέαμα, στην κεντρική πλατεία του Μεγάλου Κάστρου (Ηρακλείου)!!

«Το πέμπτο ζάλο – Δασκαλογιάννης»: 
ένα ιστορικό έπος διαμορφωμένο σε κόμικ

Δασκαλογιάννης, σελίδα

Αυτή η εισαγωγή κανονικά θα έπρεπε να είναι περιττή. Όμως το όνομα και η ιστορία του Δασκαλογιάννη – όπως και τα περισσότερα γεγονότα της ιστορίας της χώρας μας και του λαού μας – είναι πλέον εντελώς άγνωστα στο ευρύ κοινό. Μάλιστα, η γενιά των παιδιών μας (των σημερινών μαθητών του σχολείου, αλλά και των φοιτητών) έχει σχεδόν πλήρη άγνοια της ελληνικής ιστορίας, λόγω του τρόπου, με τον οποίο μεγαλώνει, λόγω της δικής μας αδυναμίας να τους μεταδώσουμε την ιστορική μας κληρονομιά και δυστυχώς λόγω του συγκεκριμένου προσανατολισμού του εκπαιδευτικού συστήματος, που, ενώ υποτίθεται πως διδάσκει τεράστιο εύρος γνώσεων και ότι παρέχει στους μαθητές και εφόδια για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, στο τέλος παράγει μελλοντικούς πολίτες σχεδόν αμαθείς, αλλά και άνεργους.

Αντίθετα, βλέπουμε, όχι μόνο τους διάσημους ηθοποιούς, τραγουδιστές και παίχτες «ριάλιτι» (νέο φρούτο αυτό) να είναι πασίγνωστοι, αλλά και τους υπερήρωες των αμερικάνικων κόμικς να κερδίζουν έδαφος στη φαντασία και το ενδιαφέρον του παγκόσμιου και του ελληνικού κοινού, όχι μόνο των εφήβων, αλλά και των ενηλίκων – τόσο μέσα από τα κόμικς, όσο και μέσα από σειρές τηλεοπτικών και κινηματογραφικών υπερπαραγωγών. Το κοινό συναρπάζεται και συγκινείται από τις περιπέτειες, το ήθος και την αυτοθυσία του Κάπταιν Αμέρικα, του Άιρον Μαν, του Σούπερμαν και του Μπάτμαν (σε περιπέτειες φαντασίας όντως ενδιαφέρουσες, αλλά σκοτεινές και ξένες προς τον δικό μας πολιτισμό), αλλά αγνοεί τις περιπέτειες, το ήθος και την αυτοθυσία των ίδιων των παππούδων του (των απλών ανθρώπων του μόχθου, που πάρα πολλές φορές έγιναν και υπεράνθρωποι πολεμιστές), καθώς και των ίδιων των δικών μας κοινωνικών και πολεμικών αγωνιστών.

Έτσι, ήρθε η ώρα και ο Δασκαλογιάννης να γίνει ήρωας σε κόμικ, και μέσω αυτού του κόμικ να μπει στο σπίτι, στην οικογένεια, στο νου και την ψυχή κάθε αναγνώστη της νέας γενιάς, ώστε, ως σύμβολο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, να μεταδώσει το μήνυμά του στην εποχή μας, που τόση ανάγκη έχει από προσωπικότητες που θα δώσουν έμπνευση και θα αφυπνίσουν την αξιοπρέπεια και την αυτοπεποίθηση του λαού μας και τη δίψα του για ελευθερία.

Το κόμικ αυτό (ακριβέστερα, graphic novel, δηλαδή ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα) δημιούργησε ο 17χρονος πολυτάλαντος Ρεθεμνιώτης Γιώργος Λελεδάκης, μαθητής λυκείου, που ζει με τους γονείς του και την πολύτεκνη οικογένειά τους στο Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου, και το εικονογράφησε ο ζωγράφος Σπύρος Ζαχαρόπουλος για λογαριασμό των εκδόσεων «Νάμα», στην Αθήνα (namabooks.gr, τηλ. 2103611000).

Ο συγγραφέας αξιοποιεί στο έργο τον (πολύ μεταγενέστερο, της δεκαετίας του 1980) μύθο ότι ο χορός πεντοζάλης συνδέεται με την Επανάσταση του Δασκαλογιάννη, ότι δηλαδή ο κορυφαίος βιολάτορας Στεφανής Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος από τις Λουσακιές Κισσάμου, υποτίθεται, επινόησε τον συγκεκριμένο χορό μετά από πρόσκληση του Δασκαλογιάννη, για να δώσει έμπνευση στους επαναστάτες. Υποτίθεται ότι ο χορός ονομάστηκε «πεντοζάλι» από τον χαρακτηρισμό της Επανάστασης ως «πέμπτου ζάλου» (βήματος) στην πορεία για την ελευθερία, μετρώντας ως τέσσερα πρώτα ζάλα κάποιες επαναστάσεις και εξεγέρσεις που άρχισαν από την εποχή της Ενετοκρατίας (που είχε αρχίσει στην Κρήτη το 1211 και την οποία διαδέχτηκε αμέσως η Τουρκοκρατία, χωρίς να μεσολαβήσει ελεύθερη περίοδος). Παρότι αυτά δεν έχουν ιστορική βάση, αξιοποιούνται λογοτεχνικά και από εκεί προέρχεται και ο τίτλος του βιβλίου «Το πέμπτο ζάλο».

Μια εξαιρετική έκδοση

Πρόκειται για μια εξαιρετικά προσεγμένη έκδοση με εικονογράφηση υψηλού επιπέδου και συναρπαστική αφήγηση, η οποία έλαβε το 2ο βραβείο το Φεβρουάριο 2020 σε διαγωνισμό λογοτεχνίας, που συνδιοργάνωσαν η Μητρόπολη Κηφισίας και οι εκδόσεις «Νάμα».

Αρκάδι, κόμικ, εξώφυλλοΟι δύο βασικοί συντελεστές του βιβλίου είχαν συνεργαστεί και δυο χρόνια πριν, το 2018, δημιουργώντας μια πρώτη εικονογραφημένη νουβέλα, με θέμα το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Έαρ» (έαρ = άνοιξη) προκαλώντας διθυραμβική υποδοχή (μεταφράστηκε και στα αγγλικά). Η νουβέλα εκείνη είχε βασιστεί σε μια ταινία κινουμένων σχεδίων που είχε δημιουργήσει ο (15χρονος τότε) συγγραφέας (με χρήση φωτογραφιών και φιγούρες Playmobil διαμορφωμένες από τον ίδιο) και είχε βραβευθεί επίσης σε αντίστοιχο διαγωνισμό (παρακολουθήστε την εδώ, στο βίντεο με την παρουσίαση της νουβέλας). Οι διάλογοι της ταινίας προέρχονταν από το έμμετρο θεατρικό έργο «Αρκάδι» του δασκάλου ειδικής αγωγής και συγγραφέα Γιώργη Καλογεράκη, που είχε παιχτεί από τη Θεατρική Ομάδα της Μητροπόλεως Ρεθύμνης το 2016, με αφορμή τη συμπλήρωση 150 ετών από το Αρκαδικό Ολοκαύτωμα (1866). Ο Γιώργος Λελεδάκης είναι μέλος αυτής της ομάδας.

Ομοίως, φέτος (2020) συμπληρώνονται 250 χρόνια από την Επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770) και είναι η πιο κατάλληλη στιγμή να γνωρίσουμε τους ηρωικούς πρωταγωνιστές της, όχι μόνο για να νιώσουμε τη συγκίνηση και το συγκλονισμό που προκαλεί η ιστορία τους, μα και για να προετοιμαστούμε για τις δικές μας επαναστάσεις και τις δικές μας μάχες.

Ένα comic για τον Δασκαλογιάννη 
συνέντευξη του 17χρονου συγγραφέα
Γιώργος ΛελεδάκηςΧανιώτικα Νέα

Γιώργος Λελεδάκης

Τα βήματα του Δασκαλογιάννη και της επανάστασης του 1770, με «Το Πέμπτο Ζάλο» ακολουθεί ο μόλις 17 ετών Γιώργος Λελεδάκης! Ο μαθητής από το γειτονικό Ρέθυμνο μέσα σε 48 σελίδες περιγράφει όλη την επανάσταση του Σφακιανού ήρωα και σε συνδυασμό με την εξαιρετική εικονογράφηση του Σπύρου Ζαχαρόπουλου έχει φτιάξει ένα εξαιρετικό comic που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα από δουλειές επαγγελματιών του είδους.

Η έκδοση αναμένεται να παρουσιαστεί τον Αύγουστο στο Ρέθυμνο και τον Σεπτέμβρη είναι η σειρά των Χανίων στο χώρο του Πνευματικού Κέντρου. «To Πέμπτο ζάλο» κυκλοφορεί ήδη σε βιβλιοπωλεία στο Ρέθυμνο και στα Χανιά από τις εκδόσεις «Νάμα». Οι «διαδρομές» είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν με το νεαρό δημιουργό.

Πώς προέκυψε η απόφαση να φτιάξεις ένα κόμικ για το Δασκαλογιάννη και την επανάσταση του 1770; Ποιες ήταν οι επιρροές σου;

Ο Δασκαλογιάννης είναι το δεύτερο μου comic μετά το «Του Αρκαδιού το Ολοκαύτωμα». Ήθελα μετά το «Αρκάδι» να συνεχίσω στο ιστορικό comic και να δουλέψω πάνω στην ίδια πάνω-κάτω ιστορική περίοδο. Είχα βρει υλικό πλούσιο, σημαντικό πληροφοριακό υλικό και είχα έμπνευση. Σε ό,τι αφορά τις γενικότερες επιρροές μου είναι οι κλασσικές: «Λούκι Λουκ», «Αστερίξ» κ.ά. Ξεκινώντας από αυτά τα αναγνώσματα ξεκίνησα να κάνω κάποια πρώτα comic σε πολύ αρχικό στάδιο και μετά προχώρησα πιο σοβαρά.

Από πού άντλησες πηγές και ενημέρωση για την επανάσταση του Δασκαλογιάννη;

Η πιο έγκυρη πηγή πληροφόρησης είναι οι στίχοι του μπάρμπα Μπατζελιού που περιγράφει την επανάσταση. Προσπάθησα να βρω και άλλα στοιχεία από διάφορες πηγές, πολύ χρήσιμη ήταν η ιστορία του Μουρέλου. Γενικά ήθελα να δώσω έμφαση στους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών ώστε να τους φέρω πιο κοντά στον αναγνώστη. Να δημιουργήσω συναισθήματα για τους ήρωες και ελπίζω ότι τα κατάφερα.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες;

Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισα ήταν το ότι έπρεπε να μετατρέψω σε διαλόγους του κόμικ τις περιγραφές και τα κείμενα των ιστορικών πολλά εκ των οποίων ήταν στην καθαρεύουσα. Ακόμα, έπρεπε να φανταστώ το τι μπορεί να είπαν οι ήρωες για να οδηγηθούν στα πράγματα που έκαναν, το πως σκέφτηκαν, το γιατί κτλ. Επίσης δυσκολία είχε και το πως θα καταφέρναμε να εντάξουμε το κείμενο της ιστορίας στην εικονογράφηση έτσι ώστε να μην ξεπεράσουμε τα όρια. Γενικά ο χώρος στα comic είναι συγκεκριμένος και πρέπει εκεί να εντάξεις το κείμενο και το σκίτσο.

Πέρα από την ιστορία, το σκίτσο είναι εξαιρετικό, πως «δέσατε» με τον σκιτσογράφο Σπύρο Ζαχαρόπουλο, και καταφέρατε να έχετε αυτό το αποτέλεσμα;

Με το Σπύρο Ζαχαρόπουλο έχω δημιουργήσει μια πολύ καλή χημεία, έχουμε δουλέψει μαζί και στο «Αρκάδι». Ξέρει πως δουλεύω, ξέρω τι θέλει και αυτός, καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο για αυτό είχαμε και τόσο καλό αποτέλεσμα.

Θυμήσου ένα σχόλιο που έκανε κάποιος για τη δουλειά σου αυτή και σε έκανε να νιώθεις υπερήφανος και κάποιο σχόλιο που πιθανόν να σε προβλημάτισε…

Να ξεκινήσω από κάποια ας πούμε αρνητικά σχόλια. Είχα βρεθεί στην Ανώπολη στην επέτειο θανάτου του Δασκαλογιάννη πριν από ένα μήνα και είχα μαζί μου το comic που το έδειξα σε ανθρώπους εκεί. Υπήρχαν και άνθρωποι που είπαν ότι «δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα», άλλοι περιέγραφαν διαφορετικά κάποια γεγονότα. Αυτό είναι λογικό να συμβαίνει. Από την άλλη είχα πολύ μεγάλη στήριξη από το οικογενειακό μου περιβάλλον, πολλοί φίλοι μου είπαν ότι ο «Πέμπτος Ζάλος» ήταν σαφώς πιο βελτιωμένη ως δουλειά σε σύγκριση με το «Αρκάδι» και αυτό εμένα με καλύπτει.

Ποιος είναι ο επόμενος στόχος σου; Θα συνεχίσεις στο ιστορικό κόμικ; Σκέφτεσαι κάτι διαφορετικό;

Φέτος θα δώσω πανελλήνιες, θα πρέπει να αφιερώσω περισσότερο χρόνο στο διάβασμα και σίγουρα δεν θα μπορώ να ασχοληθώ με το comic. Σίγουρα θα συνεχίσω σε αυτήν την κατεύθυνση χωρίς να έχω ακόμα κάτι συγκεκριμένο. Πάντως πιστεύω ότι και το επόμενο comic θα είναι ιστορικό και θα προσανατολίζεται σε αυτήν την περίοδο των Κρητικών επαναστάσεων. Διαβάζω για την περίοδο του 1821, για την περίοδο της απελευθέρωσης…
 
 

«Κάτω τα χέρια από…»: Το πιο συνηθισμένο σύνθημα, που υψώνεται από τη λαϊκή αγανάκτηση

Το πιο συνηθισμένο σύνθημα, που υψώνεται από τη λαϊκή αγανάκτηση στις αμέτρητες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας ενάντια στο πολιτικό σύστημα, εί...