Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 9


   

Υπέροχη - και ειρηνική - εικόνα του αγίου Γεωργίου από το αγιογραφείο της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους (από εδώ & εδώ).

Ο π. Σάββας προσπάθησε εκείνο το πρωί να πείσει το Νικόλα να μην πάει σχολείο. Του κάκου· το αγοράκι δεν κρατιόταν, να δει τους φίλους του και να μοιραστούν τις εντυπώσεις τους απ’ το προηγούμενο βράδυ!

Έτσι, ο νεαρός ιερέας υποχώρησε. Πήγε το μικρό στο νηπιαγωγείο, αλλά έμεινε μαζί του κι άκουσε με τα ίδια του τ’ αφτιά τη μαρτυρία των παιδιών.

Κατόπιν την άραξε στο αμάξι του, ασφαλώς προσευχόμενος, σε απόσταση αναπνοής απ’ το νηπιαγωγείο, κι όταν σχόλασε ο Νικόλας τον πήρε και τον μετέφερε σπίτι.

Η γυναίκα του είχε μείνει εκεί, παίρνοντας άδεια από τη δουλειά της και κρατώντας τη Βέρα στο σπίτι, αντί να την πάει στον παιδικό σταθμό, γεμάτη ανησυχία για την αλλόκοτη ιστορία που διηγιόταν ο γιος της για χθες το βράδυ και που ο άντρας της (που ήταν πάντοτε λίγο ονειροπαρμένος) έδειχνε να την πιστεύει!

Στο μεταξύ, απ’ το ναό τον πήρε τηλέφωνο ο προϊστάμενος ιερέας, πως ένα παράξενο τσούρμο είχε καταπλεύσει και καιγόταν να τον συναντήσει!

«Νικολάκη μου», γύρισε στο γιο του, «θέλεις να πάμε στην εκκλησία και να δείξουμε στα παιδιά το Μελένιο Δράκο;».

«Ναι, ναι!» απάντησε ενθουσιασμένο το αγόρι και τα μάτια του έλαμψαν!

Η παπαδιά γκρίνιαξε· η υπόθεση είχε αρχίσει να γίνεται πολύ σοβαρή. Τελικά δέχτηκε, με τον όρο ν’ ακολουθήσει κι εκείνη μαζί με τη Βέρα τους.

Έτσι, προς το μεσημέρι, όλοι ήμασταν στην εκκλησία. Δίπλα στην εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας, οι μεγάλοι περικύκλωσαν και πάλι τον ιερέα. Αυτή τη φορά όμως, όχι σαν αγριεμένα σκυλιά· σαν κύκνοι.

«Συχώρα με, πάτερ», είπε ντροπαλά ο θείος Ορέστης. «Άπλωσα χέρι επάνω σου… Εσύ ό,τι κι αν μας είπες ήταν αλήθεια».

Πλησίασε, πήρε το χέρι του ιερέα στα δικά του και το φίλησε ευλαβικά. Ο παπάς το τράβηξε κοκκινίζοντας με αμηχανία και τον ευλόγησε σταυρώνοντας τον αέρα. Μετά, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα μάγουλα.

Δίπλα του βρισκόταν η οικογένειά του και παραδίπλα ο π. Ανέστης, ο φαλακρός προϊστάμενος με τα μακριά γκρίζα γένια. Μας έκαναν νόημα και καθίσαμε στα καθίσματα της εκκλησίας, που ήταν στολισμένα με ξυλόγλυπτα βυζαντινά σχέδια.

«Αδελφοί μου», άρχισε και προσπαθούσε κι αυτός να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να συνεχίσει.

Κατ’ αρχάς, μας διαβεβαίωσε ότι ο ίδιος δεν έχει δει το Μελένιο Δράκο, ούτε ξέρει πώς να επικοινωνήσει μαζί του· χθες βράδυ απλώς πήρε μια πληροφορία μέσα στην καρδιά του κι έστειλε το θείο Άρη να τον συναντήσει – τον έστειλε να φροντίσει για την επιστροφή των παιδιών στα σπίτια τους.

Κατόπιν, με το Νικόλα να σιγοντάρει και να συμπληρώνει ορμητικά και ενθουσιωδώς, μας διηγήθηκε την περιπέτεια των παιδιών του νηπιαγωγείου την ίδια ώρα που εμείς, με τα βοήθεια των χρυσαφένιων πολεμιστών (που ξέρω σήμερα πως ήταν άγιοι μεγαλομάρτυρες των ρωμαϊκών χρόνων), αγωνιζόμασταν στα λαγούμια του ερέβους, πίσω από την πλάτη της φανερής αίθουσας του net café.

Μείναμε άναυδοι· όλα αυτά φαίνονταν τόσο εξωπραγματικά, που μόλις και μετά βίας το ετερόκλητο ακροατήριο κατόρθωνε να τα πιστέψει – εκτός βέβαια από εμάς τα παιδιά και, έχω την εντύπωση, το θείο Άρη.

Εκείνος, χαμογελώντας, είπε στον παπά:

«Πάτερ, πιστεύω στο Θεό, χωρίς να πολυπηγαίνω στην εκκλησία… Αλλά αυτό που κάνετε εσείς εδώ, που καβαλάτε δράκους και πολεμάτε με δαίμονες, αυτό ναι, πολύ θα ήθελα να το κάνω!».

Οι ιερείς γέλασαν. Ο π. Ανέστης πήρε το λόγο· το μέτωπό του είχε ιδρώσει και το βλέμμα του έλαμπε.

«Παιδί μου, αυτές οι μάχες που λες, δεν είναι για όλους. Είναι για τους αγίους, σα να λέμε για στρατηγούς, που έχουν γυμνάσει τον εαυτό τους χρόνια ολόκληρα πολεμώντας ενάντια στα πάθη τους για να τηρήσουν τις εντολές του Χριστού. Λίγες φορές νεοσύλλεκτοι σαν εμάς αξιώνονται απ’ το Θεό να τις δώσουν, και μάλιστα να νικήσουν».

Αναστέναξε.

«Αλλά για όλους υπάρχουν κάποιες άλλες μάχες», συνέχισε, «και σ’ αυτές πρέπει να θέλουμε να νικήσουμε και να μην ονειρευόμαστε δράκους και δαίμονες… Μάλιστα, όσοι ονειρεύονται να ιππεύουν δράκους και να μάχονται με δαίμονες, πολύ συχνά γίνονται παίγνια των δαιμόνων, νομίζουν πως είναι άγιοι, σαλτάρει ο νους τους και παριστάνουν τους διδασκάλους και τους οδηγούς των ανθρώπων».

«Ποιες μάχες εννοείτε, πάτερ;» ρώτησε κάποιος, που, όπως θυμάμαι, πρέπει να ήταν ο πατέρας της Στέλλας.

Ο γκριζομάλλης ιερέας τον κοίταξε με καλοσύνη.

«Εννοώ, παιδί μου, τις καθημερινές μάχες, για να είμαστε καλοί, ταπεινοί, συμπονετικοί και συγχωρητικοί, τίμιοι και πιστοί». Σκέφτηκε μια στιγμή. «Και η ασπίδα και το κοντάρι μας γι’ αυτές τις μάχες είναι η μετάνοια και η εξομολόγηση».

«Εγώ ευχαρίστως να εξομολογηθώ αυτή τη στιγμή» είπε ενθουσιασμένος ο θείος Άρης. «Πρώτη φορά στη ζωή μου βέβαια!».

«Κι εγώ» είπαν η μαμά και οι θείες μου, οι μαμάδες των Πειρατών κι οι μπαμπάδες της Στέλλας και της Σοφίας.

«Ε, είπαμε τώρα, αλλά όχι κι έτσι» μουρμούρισε, χωρίς κακία, ο θείος Ορέστης.

Εμείς ανυπομονούσαμε να φτάσει η κουβέντα στο Μελένιο Δράκο κι όλο κοιτούσαμε το Νικόλα, μα δεν αποφασίζαμε να διακόψουμε τους μεγάλους.

«Πάντως, παιδί μου», είπε ο π. Ανέστης, «κάποιον θα ’χεις στενοχωρήσει, ίσως και αδικήσει, και κάπως θα ’χεις στενοχωρήσει και το Χριστό, όπως όλοι μας, και – φιλικά σου το λέω – μη νομίζεις πως δε χρειάζεσαι εξομολόγηση».

Στράφηκε στον π. Σάββα.

«Και σε σένα, αδελφέ μου», είπε κάπως δισταχτικά, «θέλω να κάνω τώρα μια δημόσια εξομολόγηση… Άκου την κι εσύ, Νικολάκη, αν κι είναι λίγο βαριά για την ηλικία σου· μα κι αυτά που έζησες χθες το βράδυ, πιο βαριά ήταν». Κόμπιασε λίγο. «Αυτά που μας είπατε κι οι δυο σας άλλαξαν μέσα μου τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο – και τη ζωή και τη θρησκεία. Μέχρι τώρα, τελούσα τη θεία λειτουργία και φρόντιζα το κοινωνικό έργο της ενορίας μας μηχανικά, χωρίς να πιστεύω πως υπάρχουν άγγελοι και δαίμονες, ούτε να με νοιάζει η σωτηρία των ψυχών, και στο βάθος πίστευα πως οι εμφανίσεις και τα θαύματα των αγίων και της Παναγίας είναι μύθοι… Τώρα όμως βλέπω πως είναι όλα αλήθεια. Και πρώτη φορά η καρδιά μου… ευωδιάζει σαν περιβόλι του παραδείσου, με την αληθινή ευωδιά του Χριστού».

Ο π. Σάββας τον κοιτούσε άναυδος, όπως κι όλοι οι μεγάλοι, που παρακολουθούσαν τα λεγόμενά του. Ο θείος Ορέστης έκανε μια χειρονομία απορίας και απελπισίας:

«Δηλαδή μέχρι χθες ήσουν άπιστος και τώρα θες να μας εξομολογήσεις;».

Ο ιερέας χαμογέλασε μελαγχολικά, μα καλοσυνάτα και φωτεινά.

«Δεν ήμουν άπιστος», αποκρίθηκε, «ανόητος ήμουν. Και τώρα δεν είμαι. Αλλά έτσι κι αλλιώς είμαι ορθόδοξος ιερέας και η εξομολόγησή σας δεν εξαρτάται από το αν είμαι άγιος. Μάλιστα, αδελφέ μου, το να εξομολογηθείς σε μένα, κι ας ξέρεις πως είμαι αδύναμος και αμαρτωλός, είναι πράξη ταπείνωσης, άρα σε βοηθάει».

«Και δεν εξομολογούμαι σ’ ένα μπάρμαν, που θα έχει πιο πολλές αμαρτίες και μικρότερη ιδέα για την ιδιότητά του;».

«Αν εξομολογηθείς στο μπάρμαν θέλοντας να ρίξεις τις αμαρτίες σου στο Χριστό κι εκείνος θέλει να σε ενώσει με το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, είναι μια αρχή» απάντησε ο π. Ανέστης. «Πάντως, στο μπαρ μόνο μεθυσμένος μπορεί να εξομολογηθείς κι ούτε ο μπάρμαν έχει πάρει εξουσία απ’ το Χριστό γι’ αυτή την αποστολή».

«Είναι θέμα εξουσίας λοιπόν», είπε ο θείος μου, πιστεύοντας πως έχει βγάλει λαυράκι.

«Της εξουσίας του Χριστού, όχι δικής μου. Πάντως, σου είπα, κι ο μπάρμαν θα ήταν μια αρχή. Πήγαινε να εξομολογηθείς, νηφάλιος και ταπεινός, κι ας είναι και στο μπάρμαν».

Τότε ο Τζίμης, μετά από έντονο δισταγμό και ξεφυσώντας, άπλωσε το χέρι σταματώντας τους.

«Με συγχωρείτε», είπε με ευγένεια που δεν είχαν δει ποτέ από μέρους του οι καθηγητές του, «όλ’ αυτά είναι ωραία και σοφά. Μάλιστα, τέτοια σοφία και απλότητα δεν ήξερα πως υπάρχει στη δική μας θρησκεία – νόμιζα πως την έχουν μόνο οι βουδιστές και οι Ινδιάνοι… Αλλά θα ήθελα να σας υπενθυμίσω πως το θέμα μας είναι ο Μελένιος Δράκος… και τα εξαφανισμένα παιδιά».

Όλοι ένευσαν καταφατικά.

«Και νομίζω πως ο φίλος μας από ’δώ», έδειξε με τα καστανά του μάτια το Νίκο, «έχει να μας πει πολύτιμα πράγματα γι’ αυτό το θέμα».

***

Με την απλότητα και τον ενθουσιασμό ενός πεντάχρονου, ο Νικόλας μας διηγήθηκε τις εμπειρίες του από το Μελένιο Δράκο (ολοκληρώνοντας με τη χθεσινή απαγωγή του και τη νυχτερινή μάχη) και μείναμε, για μια ακόμη φορά, άναυδοι.

«Μπαμπά, πάμε» παρακάλεσε στη συνέχεια, τραβώντας τον πατέρα του από το ράσο.

Ο π. Σάββας τον έπιασε από το χέρι και μας οδήγησαν από μια πλαϊνή σκάλα στον υπόγειο χώρο του ναού, διαμορφωμένο σε μια ευρύχωρη αίθουσα εκδηλώσεων με ένα μικρό, ανοιχτό παρεκκλήσι σε μια γωνιά, αφιερωμένο στον άγιο Υάκινθο.

Είδα την εικόνα και μου έκανε εντύπωση, όχι μόνο η ωραία νεανική όψη του, αλλά κυρίως ο συνδυασμός της με το ότι είχε όνομα λουλουδιού. Αλλά καθώς προχωρούσαμε βιαστικά όλοι, δεν το σχολίασα. Σήμερα ξέρω πως ήταν ένας άγιος των αρχαίων χρόνων, που βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως και χιλιάδες άλλοι χριστιανοί κάθε ηλικίας και φύλου (ακόμη και μικρά παιδιά και έφηβοι, αγόρια και κορίτσια), επειδή θεωρήθηκαν ανατροπείς· και, εδώ που τα λέμε, με διαφορετικό τρόπο, πράγματι ήταν. Πολλοί από τους αγίους και τις αγίες που γιορτάζουμε τα ονόματά τους ήταν αυτής της ηλικίας μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες. Ο άγιος Υάκινθος, ας το πούμε με την ευκαιρία, γιορτάζει στις 3 Ιουλίου.

Μπήκαμε στο παρεκκλήσι και, πίσω απ’ το αριστερό ψαλτήρι, ο Νικόλας άνοιξε μια μικρή πόρτα, που γυάλιζε, σα να ήταν καμωμένη από γλειφιτζούρι. Όπως κατάλαβα από τις ματιές που αντάλλασσαν οι μεγάλοι, εκείνοι ούτε που την έβλεπαν. Ένα γαλάζιο φως τρύπωσε στο χώρο, λες κι είχαμε πρόσβαση σ’ ένα μπαλκόνι με λευκά σύννεφα.

Το αγόρι (σήμερα είναι γαμπρός μου και σπουδαίος άντρας) τους κοίταξε όλους καλά καλά.

«Μόνο παιδιά» δήλωσε.

Υπό άλλες συνθήκες, οι γονείς μας θ’ αρνιούνταν να μας αφήσουν να πάμε μόνοι μας· μα εκείνες τις μέρες οι “κανονικές συνθήκες” μάλλον είχαν ανατραπεί κι εμείς είχαμε αποχτήσει έναν ανομολόγητο σεβασμό και μια σχετική αυτονομία – είχαμε ζήσει και κάνει πολύ περισσότερα απ’ τους μεγάλους!...

Μπήκαμε λοιπόν μόνο τα παιδιά, μικρά και μεγάλα. Έμεινε πίσω μόνο η μικρή Βερούλα, που η μαμά της δεν είχε κατεβεί καν μαζί μας, αλλά παρέμεινε πάνω, στην εκκλησία, και την έσφιγγε στην αγκαλιά της· ήταν φανερή η αγωνία της και για τα δυο της παιδιά, κι ας μην το έλεγε.

Αμέσως βρεθήκαμε σ’ έναν ανοιχτό χώρο, ένα είδος εξοχής, κι ακριβώς μπροστά μας καθόταν και μας περίμενε, για να μας υποδεχτεί αυτοπροσώπως, ο Μελένιος Δράκος!

Μαζευτήκαμε μπροστά του, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο κι ανοίγοντας μάτια και στόμα διάπλατα. Για το μικρό μέγεθός μας, μας φάνηκε μεγάλος σαν ένα κτήριο. Σήμερα υπολογίζω πως θα είχε διαστάσεις περίπου ενός τουριστικού λεωφορείου.

Το χρώμα του ήταν ένα χαρούμενο μοβ (ίσως πρέπει να το πω βυσσινί) κι ήταν καλυμμένος ολόκληρος με απαλό χνούδι. Δεν έμοιαζε με ερπετό, μάλλον μ’ ένα τεράστιο γλυκό σκυλάκι – και ο τρόπος που καθόταν θύμιζε σκυλάκι, και μας κοιτούσε με δυο τεράστια, σμαραγδένια πράσινα μάτια, γεμάτα αγάπη και καλοσύνη.

Τα φτερά του, διπλωμένα, πρέπει να ’ταν μεμβράνες, μα ήταν κι εκείνα σκεπασμένα με το βυσσινί χνούδι.

Εικόνα από εδώ, όπου άρθρο για τους δράκους στην αρχαία ελληνική μυθολογία.

Ο Νικόλας έτρεξε αυθόρμητα και τον αγκάλιασε ενθουσιασμένος! Αυτό μας έδωσε θάρρος και, σιγά σιγά, ένας ένας, πλησιάσαμε και τον αγγίξαμε. Ήταν μαλακός και ζεστός, σα μητρική αγκαλιά.

«Ελάτε! Είναι φιλικός» μας ενθάρρυνε το αγοράκι.

Και κάποια στιγμή το θηρίο άνοιξε το στόμα του:

«Καλώς ήρθατε» είπε με ανθρώπινη λαλιά, που μας ξάφνιασε.

Και, παραμερίζοντας, άφησε να δούμε την πιο θαυμαστή, παραδεισένια χώρα που μπορούσε να χωρέσει η παιδική μας φαντασία! Μια χώρα γεμάτη χρώματα και ζωή.

Εδώ ήταν ένα ανθισμένο λιβάδι, εκεί ένα δάσος, παραδίπλα μια λίμνη και, στο βάθος, όρθωναν το ανάστημά τους χιονισμένα βουνά… Ζώα, πουλιά και ζουζούνια απίστευτης ποικιλίας κυκλοφορούσαν ειρηνικά ή έπαιζαν ή έβοσκαν συντροφιασμένα και συνταιριασμένα σε μια υπέροχη αρμονία. Η βασιλεία του Θεού, όπως την είχαμε δει σε ζωγραφιές μερικών παιδικών βιβλίων στη βιβλιοθήκη του σχολείου.

Μα τότε εκείνες τις ζωγραφιές δεν τις θυμηθήκαμε, θυμηθήκαμε μάλλον μερικές παραμυθένιες ταινίες, που μας είχαν εμπνεύσει και συγκινήσει, όπως Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα.

«Τι είσαι;» ρώτησε διστακτικά η Μίνα το Μελένιο Δράκο.

Εκείνος φάνηκε να χαμογελάει.

«Είμαι ο δικός του δράκος» απάντησε κι έδειξε με το πελώριο κεφάλι του προς μια κατεύθυνση.

Κοιτάξαμε κι αντικρίσαμε ένα νέο, που έλαμπε μέσα σ’ ένα χρυσαφένιο χιτώνα, έλαμπε η όψη και το χαμογελαστό βλέμμα του, έλαμπαν τα σγουρά καστανά μαλλιά του, γενικά βρισκόταν μέσα στο φως. Μας πλησίασε χαμογελώντας. Τον αναγνωρίσαμε· ήταν ένας από τους χθεσινούς υπερασπιστές μας, αν και τώρα δε φορούσε όπλα, και δε χρειαζόταν φιλοσοφία για ν’ αντιληφθούμε πως ήταν ο άγιος Γεώργιος.

Μας χαιρέτισε με ευγένεια και καλοσύνη και χάιδεψε το δράκο στο μακρύ λαιμό του.

«Θα μας εξηγήσετε;» ρώτησε η Στέλλα – εμείς τα μικρά μάλλον είχαμε χάσει τη μιλιά μας ή ίσως απολαμβάναμε την παρουσία μας σ’ αυτό τον κόσμο και δεν είχαμε την επιθυμία να ζητήσουμε εξηγήσεις. Πρόσεξα τη Λένια και τη Μελίνα, πόσο μεθυσμένες από ευτυχία έδειχναν κι είχαν ακουμπήσει αναπαυτικά στο Μελένιο Δράκο ακριβώς δίπλα στο Νικόλα.

«Αμέσως» είπε ο δράκος. Κοίταξε τον άγιο κι εκείνος του ένευσε να μιλήσει. «Αυτός εδώ ο φίλος μου και αδελφός μου, το καταλάβατε πιστεύω, είναι ο άγιος Γεώργιος…».

Ο άγιος σήκωσε τους ώμους του κάπως αμήχανα· μάλλον δεν του άρεσε να τον λένε άγιο, όπως συμβαίνει γενικά στους αγίους.

«Όταν πολεμήσαμε στο βασίλειο», συνέχισε ο δράκος, «όπου με είχε ρίξει ο Εχθρός των ανθρώπων για να το ρημάξω, με νίκησε με τη δύναμη του Χριστού, αλλά δε με σκότωσε. Με λυπήθηκε και, με την αγάπη του, με εξημέρωσε. Ζήτησε από την πριγκίπισσα να με δέσει από το λαιμό με τη ζώνη της (ξέρετε την ιστορία, ελπίζω) και, τραβώντας με απαλά εκείνη, που ήταν κοριτσάκι σαν εσάς, μικρές μου, με πήγε στην πόλη και κατάλαβαν όλοι οι κάτοικοι πως δεν κινδύνευαν πια. Κι έπειτα ο άγιος, με την προσευχή του, με παρέδωσε στον Κύριο κι Εκείνος με έφερε σ’ αυτό το εξαίσιο περιβόλι και μου χάρισε αυτή τη γλυκιά μορφή, κι εδώ ζω μαζί με τα άλλα πλάσματα της αγάπης Του».

Κοίταξε γύρω ατενίζοντας τον ανοιχτό χώρο, κι εμείς ακολουθήσαμε τη ματιά του.

«Εδώ βρίσκεται το γαϊδουράκι, που μετέφερε την Παναγία στη Βηθλεέμ και στην Αίγυπτο», συνέχισε, «και το άλλο, που έφερε τον Κύριο στην Ιερουσαλήμ λίγο πριν σταυρωθεί… Εδώ είναι και ο Ιορδάνης, το λιοντάρι του αγίου Γεράσιμου του Ιορδανίτη, μαζί με το γαϊδουράκι του φυσικά, και ο Μίσα, η αρκούδα του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, τα ελάφια που έδιναν το γάλα τους στον άγιο Μάμα, όταν τον καταδίωκαν και κρυβόταν στα βουνά δεκαπέντε χρονών παιδί, και οι αγελάδες και οι μέλισσες του αγίου Φιλάρετου, και τα φίδια του αγίου Παΐσιου και γενικά όλα τα υπέροχα ζώα που παίζουν το ρόλο τους στους βίους των αγίων, και άλλα, που η ιστορία τους δεν είναι γραμμένη πουθενά, εκτός από το βιβλίο της αγάπης του Δημιουργού και Θεού».

“Δεκαπέντε χρονών παιδί” είχε πει για έναν άγιο· όλους μας εντυπωσίασε αυτό – τόσο περίπου ήταν η Μίνα και η παρέα της.

Μας κοίταξε με διαπεραστικό βλέμμα κι η φωνή του έγινε ξαφνικά επίσημη:

«Και εδώ βρίσκεται κι ο Χρήστος, ο αδερφός σου, Λένια, και ο Θάνος, ο αδερφός σου, Μίνα, και δυο τρία παιδιά ακόμη που κατάφερα, με τη δύναμη του Χριστού, να προστατεύσω».

***

Πανηγυρίσαμε κι αγκαλιαστήκαμε μόλις το ακούσαμε. Όλα τα κορίτσια, μα πιο πολύ η Μίνα κι η Λένια, έκλαιγαν από χαρά. Ο άγιος Γεώργιος κάτι ψιθύρισε στο αφτί του δράκου – είχε μικρά όρθια αφτάκια, μικρά για τις διαστάσεις του φυσικά – μας ευλόγησε σταυρώνοντας τον αέρα όπως η γιαγιά μας και αποσύρθηκε από τα μάτια μας.

Ο δράκος σηκώθηκε στα δυνατά του πόδια, άπλωσε τα φτερά του χαμηλά, κοντά στο γρασίδι, και κάλεσε εμάς τα μικρά ν’ ανεβούμε πάνω του.

Υπακούσαμε ξετρελαμένοι, όχι μόνο για την πρωτόγνωρη ιππασία, μα και γιατί περιμέναμε να δούμε το Χρήστο και το Θάνο και τα άλλα εξαφανισμένα παιδάκια.

«Πρώτα θα πάμε να τα συναντήσουμε και μετά οι εξηγήσεις» δήλωσε.

Άλλο που δε θέλαμε κι εμείς, φυσικά.

«Θα τα πάρουμε μαζί μας;» ρώτησε γεμάτη λαχτάρα η Μίνα, με το πρόσωπό της μουσκεμένο στα δάκρυα, που όλο έτρεχαν.

«Και βέβαια!» αποκρίθηκε ο δράκος και το κορίτσι ρίχτηκε στην αγκαλιά των φιλενάδων της, της Οξάνας, της Στέλλας και της Σοφίας, κι άρχισαν να κλαίνε κι οι τέσσερις γοερά. Τ’ αγόρια της συντροφιάς της πλησίασαν και τη χάιδεψαν στους ώμους διακριτικά, με σιωπηλή, αγορίστικη εφηβική συγκίνηση.

Νομίζω πως κι εμείς, ο Μιχάλης, ο Κώστας κι εγώ, σκαρφαλωμένοι στο Μελένιο Δράκο, μεγαλώσαμε κάπως περισσότερο αντικρίζοντας αυτή τη σκηνή. Κι αγκαλιάσαμε κι εμείς στοργικά τα δικά μας κορίτσια, που έκλαιγαν κι εκείνα από τη χαρά τους.

Και ξεκινήσαμε. Κοιτάζοντας πίσω, είδα πως η πόρτα από την οποία μπήκαμε βρισκόταν στη βάση ενός ήμερου στρογγυλού βράχου, φορτωμένου λουλούδια. Από ’κεί προφανώς θα βγαίναμε, όταν θα ερχόταν η ώρα, για να φέρουμε την ευχάριστη έκπληξη στους γονείς μας!

Διασχίσαμε το λιβάδι ανάμεσα σε ελάφια, λιοντάρια, ρινόκερους, λαγούς και παγόνια (ακόμη και τώρα δεν ξέρω πού αναφέρονται όλ’ αυτά στους βίους των αγίων), περάσαμε δίπλα απ’ το δάσος, όπου αντιλαλούσαν τα κελαηδίσματα αναρίθμητων πουλιών, και φτάσαμε στην ακύμαντη, αστραφτερή λίμνη.

Από μακριά είδαμε στην ακρολιμνιά ένα κουκλίστικο σπιτάκι, κομψοτέχνημα, που έμοιαζε με μικρή εκκλησούλα, και μπροστά του παίζανε, μέσα στο πράσινο και στα λουλούδια, ο Χρήστος, ο Θάνος (τον ξέραμε από τη φωτογραφία) κι ακόμα πέντ’ έξη παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Μόλις μας είδαν, τα δυο αγόρια ξεχύθηκαν προς το μέρος μας ξεφωνίζοντας από χαρά και σφιχταγκάλιασαν τις αδερφές τους!

Κι εδώ σταματώ για λίγο, γιατί, από τη συγκίνηση, δυσκολεύομαι να συνεχίσω…

***

Φωτο από το Διαδίκτυο
 

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας. Βέβαια, εσείς ίσως δεν περιμένατε. Τέλος πάντων, κοιμήθηκα χθες το βράδυ και κάπως συνήλθα, το πρωί πήγα στη δουλειά κι επιτέλους τώρα είναι απόγευμα, το πολυπόθητο απόγευμα, και ήρθε η ώρα να συνεχίσω.

Ήταν φανερό πως τα παιδιά εκεί πέρα είχαν στη διάθεσή τους αφθονία τροφών. Όμως σε λίγο κι ενώ μας περιέγραφαν εκστασιασμένοι τις εμπειρίες τους από τον τόπο, ένα κορίτσι γύρω στα δέκα, η Μαρίνα, μας είπε ενθουσιασμένη:

«Θα πρέπει να δοκιμάσετε και δρακόμελο!».

«Δρακόμελο;».

Κοιτάξαμε απορημένοι τον καινούργιο μας φίλο, το δράκο.

«Έι, δε βγάζω μέλι», χαμογέλασε εκείνος· «το μέλι είναι από τις μέλισσες του αγίου Φιλάρετου! Εγώ μόνο το μεταφέρω, γι’ αυτό τα παιδιά το λένε δρακόμελο κι εμένα με λένε Μελένιο Δράκο». Σκέφτηκε μια στιγμή. «Μάλλον με λένε Μελένιο Δράκο», διόρθωσε, «επειδή έγινα ακριβώς το αντίθετο απ’ τους συνηθισμένους άγριους δράκους που ξέρει ο κόσμος. Δυστυχώς» πρόσθεσε μελαγχολώντας «είναι δύσκολο να μεταστραφούν, όπως με μετάστρεψε εμένα ο άγιος Γεώργιος… Έχω συναντήσει αρκετούς (μη νομίζετε πως δεν υπάρχουν), αλλά αναγκάζομαι να τους πολεμήσω για να μην καταστρέφουν χωριά και πόλεις».

«Εμείς δεν ακούσαμε τίποτα για δράκους που καταστρέφουν χωριά και πόλεις» σχολίασε ο Νόντας.

«Δεν έχετε ακούσει για πυρκαγιές; Για κτήρια ή γέφυρες που καταρρέουν; Για πολύνεκρα δυστυχήματα με πολλά αυτοκίνητα; Ε, για ορισμένα απ’ αυτά, λυπάμαι που το λέω, ευθύνονται δράκοι. Μόνο που, τις πιο πολλές φορές, οι άνθρωποι δεν τους βλέπουν· ή τους βλέπουν, αλλά ντρέπονται να το πουν· ή το λένε, αλλά κανένας δεν τους πιστεύει».

Έτσι λύθηκε και το μυστήριο του δρακόμελου. Απόμενε όμως το σημαντικότερο ή, αν θέλετε, το μόνο αληθινά σημαντικό: οι ψυχοκάντζαροι και τα κομπιουτεροκακάκια.

«Είναι πλάσματα δαιμονικά, μαγικά, από τον κόσμο του σκοταδιού» μας εξηγούσε σε λίγο, με φωνή γεμάτη φρίκη, ο Μελένιος Δράκος.

«Πώς τρύπωσαν στον κόσμο μας;» ρώτησε η Στέλλα.

«Μα, αδελφή μου, πάντα ήταν στον κόσμο σας» αποκρίθηκε εκείνος· «απλά, σε κάθε εποχή βρίσκουν διαφορετικούς τρόπους να σας καταστρέψουν. Κάθε φορά εκμεταλλεύονται αυτό που λατρεύετε πιο πολύ – και σήμερα αυτό που λατρεύετε πιο πολύ είναι η τεχνολογία».

Ανατριχιάσαμε.

«Τι κάνουν;» ξεστόμισε ο Μιχάλης την ερώτηση που θέλαμε ν’ απευθύνουμε όλοι.

Ο δράκος μας αναστέναξε ελαφριά – δηλαδή ξεκουφαίνοντάς μας και παραλίγο κάνοντάς μας να πλευριτώσουμε.

«Τοποθετούν αθόρυβα και αθέατα στις συσκευές σας αυτά τ’ αβγουλάκια» εξήγησε. «Απ’ αυτά, βγαίνουν μικροσκοπικά ζωύφια· όντα αόρατα για σας, θα έλεγα “πνευματικά” ζωύφια, αν αυτή η λέξη σημαίνει κάτι».

Νεύσαμε καταφατικά.

«Εμείς γιατί τα είδαμε;» ρώτησε η Λένια.

«Επειδή είστε μικρές και αθώες ακόμη», απάντησε ο δράκος· «γι’ αυτό ο Κύριος επέτρεψε να τα δείτε, για να βοηθήσετε και τους μεγαλύτερους. Βέβαια, γι’ αυτό σας κυνήγησαν, Λένια μου, αλλά έτρεξαν οι πολεμιστές Του να σας βοηθήσουν μόλις το ζητήσατε!».

Η Λένια αγκάλιασε τη Μελίνα γεμάτη αγάπη· όλοι, μα πιο πολύ εκείνη και η μαμά μου, είχαμε γλιτώσει από του Χάρου τα δόντια.

Ασυναίσθητα κοίταξα τους Πειρατές· φαίνονταν λυπημένοι, πράγμα φυσικό, που μας είχαν στήσει παγίδα παίζοντας το παιχνίδι των ψυχοκάντζαρων (ο δράκος καθόλου δε μεταχειρίστηκε αυτή τη λέξη)· ευτυχώς δεν υπήρξαν ανεπανόρθωτες συνέπειες. Το αντίθετο – τώρα ήμασταν όλοι φίλοι!

«Αυτά τα ζωύφια, καθώς κολλάτε στις συσκευές σας, μπαίνουν στο νου σας, φωλιάζουν και πολλαπλασιάζονται, δημιουργούν ολόκληρες αποικίες και προκαλούν πλύση εγκεφάλου, εξάρτηση και αποβλάκωση».

«Δηλαδή μέσα στο μυαλό μας έχει… αυτά τα ζωύφια;» ρώτησε ο Τζίμης κι όλοι κάναμε μορφασμούς αηδίας.

Ο δράκος μας δεν απάντησε, παρά κούνησε το κεφάλι του, δίνοντάς μας να καταλάβουμε πως ήταν έτσι.

«Δηλαδή να πετάξουμε τα κομπιούτερ; Να πετάξουμε τα smartphones; Να βγούμε απ’ το Facebook;» ρώτησε η Μίνα.

«Κοίτα, η αλήθεια είναι πως δε σας χρειάζονται όλα αυτά. Είναι εργαλεία, δεν είναι παιχνίδια – από τη στιγμή που έγιναν παιχνίδια, έγιναν και, πώς να το πω, τόπος καλλιέργειας των ζωυφίων». Μας κοίταξε διαπεραστικά. «Και να ξέρεις» συνέχισε «πως εκείνοι που τα μετέτρεψαν σε παιχνίδια δεν το έκαναν για να σας ευχαριστήσουν. Αν ήθελαν το καλό σας, θα σας έλεγαν να συναντιέστε, να παίζετε στις αλάνες, να διαβάζετε ωραία βιβλία και, ακόμη, να έχετε πάντα στην καρδιά σας τον Κύριο, να ξέρετε απ’ έξω κι ανακατωτά το ευαγγέλιο και να ζείτε κατά τη διδασκαλία του».

«Μα αυτά είναι από τον καιρό της γιαγιάς μας» διαμαρτυρήθηκε η Σοφία.

«Δηλαδή από τον καιρό που οι σοφοί άνθρωποι δίδασκαν και καθοδηγούσαν τα παιδιά και τους αμαθείς και ανώριμους νέους σαν εσάς» αποκρίθηκε ο δράκος. «Αμαθείς και ανώριμους, δεν το λέω για να σας κατηγορήσω· πώς θα γίνεις σοφός και ώριμος χωρίς δασκάλους; Και οι πρώτοι δάσκαλοι σε όλα τα πλάσματα είναι οι άνθρωποι της οικογένειάς τους».

«Που τώρα δεν επικοινωνούμε καθόλου μαζί τους» παραδέχτηκε η Οξάνα. «Πρώτοι και τελευταίοι δάσκαλοί μας είναι η τηλεόραση, το Internet, το Faebook και δε συμμαζεύεται».

«Και δε μου λες», ρώτησε ο Κώστας, «αυτή η ιστορία με τ’ αβγουλάκια και τα ζωύφια, μόνο στην Ελλάδα συμβαίνει ή και παραπέρα;».

«Σε όλο τον κόσμο, αγαπημένε μου αδελφέ» απάντησε λυπημένα ο Μελένιος Δράκος, «σε όλο τον κόσμο».

Σωπάσαμε προβληματισμένοι αρκετή ώρα. Δε διανοηθήκαμε καν, φυσικά, να μην τον πιστέψουμε – όλος αυτός ο παραδεισένιος κόσμος, στον οποίο είχαμε εισαχθεί, μας έπειθε και για τα πιο απίστευτα.

«Και τα εξαφανισμένα παιδιά;» ρώτησα ξαφνικά.

Ο Μελένιος Δράκος βούρκωσε κι όλοι περιμέναμε με αγωνία την απάντησή του.

«Δυστυχώς, κάθε τόσο οι εχθροί σας πεινάνε! Όχι επειδή χρειάζονται φαγητό, αλλά επειδή λαχταράνε τη νοστιμιά της ανθρώπινης σάρκας, που όσο τη μισούν, άλλο τόσο ποθούν να την απολαύσουν… Αρπάζουν λοιπόν κάποιον – και μεγάλους, αλλά προτιμούν τα παιδιά – και τον…», κόμπιασε λίγο, «και τον ξεκοκαλίζουν, πώς να το πω; τον τρώνε!».

«Δηλαδή είναι νεκρά όλ’ αυτά τα παιδιά; Τα φάγανε;» ρώτησε με φρίκη η Μελίνα.

«Δυστυχώς, καλή μου… Φυσικά, παιδιά εξαφανίζουν και άνθρωποι· είναι απίστευτο πόσο χειρότεροι από μας τους δράκους μπορεί να γίνουν οι άνθρωποι, το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, που γίνεται το χειρότερο… Αλλά πολλά από τα παιδιά που ψάχνετε τα έχουν εξαφανίσει…».

«Τα διαβολάκια» συμπλήρωσε ριγώντας σύγκορμη η Στέλλα.

«Ναι, αδελφή μου. Αυτά εδώ τα λίγα παιδιά κατάφερα να τα σώσω και να τα φέρω εδώ, επειδή με εμπιστεύτηκαν· βέβαια δεν πρέπει να εμπιστεύεστε κάθε τι που βλέπετε! Αλλά εδώ συνέβη να εμπιστευτούν πραγματικά ένα φίλο».

Σκέφτηκε μια στιγμή.

«Ο σωστός δρόμος είναι άλλος», κατέληξε. «Και ο σωστός τρόπος ν’ απαλλαγείτε από τα ζωύφια και, αν θέλετε, να βοηθήσετε και τους φίλους σας, είναι άλλος».

«Ποιος;» ρωτήσαμε όλοι ανυπόμονα.

Ο Μελένιος Δράκος σούφρωσε τα χοντρά του χείλη κι απάντησε σαν σοφός γέρος, που λέει λίγα, επειδή εμπιστεύεται τους ακροατές του, αν και ανήλικους, ότι θα καταλάβουν πολλά:

«Θα σας πει ο μπαμπάς σου, Νικόλα, ο πατέρας Σάββας. Αυτόν ν’ ακούσετε και, ακολουθώντας τον, θ’ ακολουθήσετε τους αγίους σας, την Παναγία (ω, πόσο την αγαπώ! – και την έχω δει μια φορά στη ζωή μου) και το Χριστό· και μαζί τους θα είστε πραγματικοί σταυροφόροι και πολεμιστές».

«Όχι… αναποδοσταυροφόροι!» χαμογέλασε η Μίνα κι όλοι κουνήσαμε το κεφάλι μας.

Κοιταχτήκαμε χωρίς λόγια· δυσκολευόμασταν ακόμη να τα χωνέψουμε μαζεμένα, τόσα πολλά.

«Όμως δεν είναι εύκολο» συμπλήρωσε ο δράκος μας. «Το εύκολο είναι ν’ αφήσετε τα ζωύφια να σας κυριεύσουν· να γίνετε άβουλοι σα μαριονέτες, πώς το λέτε, σα ρομπότ. Το να πολεμήσετε είναι το δύσκολο. Αλλά αυτό είναι το ωραίο, αυτό είναι που αξίζει… Να νικήσετε τελείως; Δεν το βλέπω. Να ελευθερωθείτε εσείς και να βοηθήσετε κι άλλους, με τη βοήθεια του Ιησού Χριστού, ναι, το βλέπω και το εύχομαι για σας».

Άπλωσε τις φτερούγες του.

«Άντε, ανεβείτε τώρα», χαμογέλασε, «ώρα να πάμε στις οικογένειές σας που περιμένουν!».

Σημείωση: Ο Μελένιος Δράκος έχει ακόμα λίγο, που, Θεού θέλοντος, θα δημοσιευτεί σε δυο τρεις μέρες. Προτείνουμε όμως ωστόσο και τα εξής: 

Σε επείγουσα αναζήτηση Δρακοντοκτόνων 

Τελικά, υπάρχουν δράκοι; 

Αληθινοί δράκοι (& η δρακοντοκτονία του αγίου Γεωργίου)

 
Αφιέρωμα στον άγιο Γεώργιο & σκέψεις για τη δρακοντοκτονία

Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη σε κόμικ από 17χρονο Ρεθεμνιώτη

Δασκαλογιάννης κόμικ εξώφυλλο
 
Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770 – 1771) είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στην ιστορία της Κρήτης, αλλά και σπουδαίο γεγονός της ελληνικής ιστορίας γενικότερα. Επίσης είναι ένα από τα πιο συγκλονιστικά γεγονότα στην ιστορία όλων των λαών που αγωνίζονται για την ελευθερία τους σε ολόκληρη τη Γη!

Ένας πλούσιος καραβοκύρης από την Ανώπολη Σφακίων, ο Ιωάννης Βλάχος (τον αποκαλούσαν «Δάσκαλο» λόγω της μεγάλης μόρφωσής του), κινούμενος καθαρά από πατριωτικά κίνητρα και ενάντια στο προσωπικό του συμφέρον, επικοινώνησε με τη Ρωσία μέσω των αδελφών Ορλώφ (που ετοίμαζαν επανάσταση στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα) και ξεσήκωσε τα Σφακιά, ελπίζοντας σε μια γενικευμένη κρητική επανάσταση, που θα έδιωχνε τους Τούρκους από την Κρήτη.

Η Κρήτη ήταν περίπου 150 χρόνια κατακτημένη από τους Τούρκους (η κατάκτησή της άρχισε το 1645) και ο κρητικός λαός ζούσε υπό συνθήκες φρικτής βίας και απερίγραπτης καταπίεσης! Μάλιστα, περίπου ο μισός πληθυσμός του νησιού είχε δηλώσει ότι ασπάζεται το Ισλάμ (δηλ. ότι γίνονται μουσουλμάνοι), γιατί όποιος ήταν χριστιανός ήταν σκλάβος, ενώ, αν γινόταν μουσουλμάνος, αυτόματα ήταν ελεύθερος.

Πάρα πολλοί από αυτούς που προσχώρησαν στο Ισλάμ επιθυμούσαν να ζήσουν ως κρυπτοχριστιανοί και αρκετοί ανακαλύφθηκαν από τους Τούρκους (συνήθως μετά από προδοσίες) και θανατώθηκαν, όπως οι άγιοι μάρτυρες Μανουήλ και Αννεζίνα, με τα παιδιά τους Γεώργιο και Μαρία (Μελισσουργειό Κισσάμου 1681) και ο άγιος Μαθιός από το Γερακάρι Αμαρίου (Ρέθυμνο 1700). Όμως μετά από μερικές γενιές οι απόγονοί τους κατέληξαν πραγματικοί μουσουλμάνοι, άλλοτε φιλήσυχοι, συχνά όμως βάρβαροι και φανατικοί. Έτσι δημιουργήθηκε ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Κρήτης («Τουρκοκρητικοί»), που έφυγε για την Τουρκία με την ανταλλαγή των πληθυσμών μόλις το 1925, ενώ είχαν έρθει εδώ, κυνηγημένοι και αποδεκατισμένοι, οι αδελφοί μας Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Δασκαλογιάννης, Η έναρξη (σελίδα)Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη ήταν η πρώτη προσπάθεια των Κρητικών να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Θεωρείται επίσης η πρώτη επανάσταση που είχε σχέση με τις φιλελεύθερες ιδέες, που είχαν καλλιεργηθεί στην Ευρώπη με τον Διαφωτισμό, καθώς είναι παλαιότερη και από την Αμερικανική και από τη Γαλλική Επανάσταση (1775 και 1789 αντίστοιχα).

Δυστυχώς, η κατάληξη ήταν τραγική. Η Ρωσία, ενώ είχε ανάψει επαναστατικές φωτιές σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, εγκατέλειψε τους Έλληνες στο ανελέητο τουρκικό γιαταγάνι, ενώ το σύνολο του κρητικού πληθυσμού δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Δασκαλογιάννη. Έμειναν μόνο μερικές χιλιάδες ατρόμητοι Σφακιανοί πολεμιστές ενάντια σε πολλαπλάσιο, οργανωμένο και καλά εξοπλισμένο τουρκικό στρατό. Αν και έδωσαν ηρωικές μάχες, ήταν φανερό πως τα Σφακιά θα καταστραφούν.

Ο Δάσκαλος παραδώθηκε στους Τούρκους, που του είχαν υποσχεθεί πως δε θα τον πειράξουν, αλλά κυρίως πως δε θα κάψουν την επαρχία. Όμως αθέτησαν την υπόσχεσή τους και για τα δυο: τα Σφακιά καταστράφηκαν, οι Σφακιανοί, όσοι απέμειναν, σκόρπισαν ως πρόσφυγες στις γειτονικές επαρχίες και το Δασκαλογιάννη τον έγδαραν ζωντανό, ως δημόσιο θέαμα, στην κεντρική πλατεία του Μεγάλου Κάστρου (Ηρακλείου)!!

«Το πέμπτο ζάλο – Δασκαλογιάννης»: 
ένα ιστορικό έπος διαμορφωμένο σε κόμικ

Δασκαλογιάννης, σελίδα

Αυτή η εισαγωγή κανονικά θα έπρεπε να είναι περιττή. Όμως το όνομα και η ιστορία του Δασκαλογιάννη – όπως και τα περισσότερα γεγονότα της ιστορίας της χώρας μας και του λαού μας – είναι πλέον εντελώς άγνωστα στο ευρύ κοινό. Μάλιστα, η γενιά των παιδιών μας (των σημερινών μαθητών του σχολείου, αλλά και των φοιτητών) έχει σχεδόν πλήρη άγνοια της ελληνικής ιστορίας, λόγω του τρόπου, με τον οποίο μεγαλώνει, λόγω της δικής μας αδυναμίας να τους μεταδώσουμε την ιστορική μας κληρονομιά και δυστυχώς λόγω του συγκεκριμένου προσανατολισμού του εκπαιδευτικού συστήματος, που, ενώ υποτίθεται πως διδάσκει τεράστιο εύρος γνώσεων και ότι παρέχει στους μαθητές και εφόδια για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, στο τέλος παράγει μελλοντικούς πολίτες σχεδόν αμαθείς, αλλά και άνεργους.

Αντίθετα, βλέπουμε, όχι μόνο τους διάσημους ηθοποιούς, τραγουδιστές και παίχτες «ριάλιτι» (νέο φρούτο αυτό) να είναι πασίγνωστοι, αλλά και τους υπερήρωες των αμερικάνικων κόμικς να κερδίζουν έδαφος στη φαντασία και το ενδιαφέρον του παγκόσμιου και του ελληνικού κοινού, όχι μόνο των εφήβων, αλλά και των ενηλίκων – τόσο μέσα από τα κόμικς, όσο και μέσα από σειρές τηλεοπτικών και κινηματογραφικών υπερπαραγωγών. Το κοινό συναρπάζεται και συγκινείται από τις περιπέτειες, το ήθος και την αυτοθυσία του Κάπταιν Αμέρικα, του Άιρον Μαν, του Σούπερμαν και του Μπάτμαν (σε περιπέτειες φαντασίας όντως ενδιαφέρουσες, αλλά σκοτεινές και ξένες προς τον δικό μας πολιτισμό), αλλά αγνοεί τις περιπέτειες, το ήθος και την αυτοθυσία των ίδιων των παππούδων του (των απλών ανθρώπων του μόχθου, που πάρα πολλές φορές έγιναν και υπεράνθρωποι πολεμιστές), καθώς και των ίδιων των δικών μας κοινωνικών και πολεμικών αγωνιστών.

Έτσι, ήρθε η ώρα και ο Δασκαλογιάννης να γίνει ήρωας σε κόμικ, και μέσω αυτού του κόμικ να μπει στο σπίτι, στην οικογένεια, στο νου και την ψυχή κάθε αναγνώστη της νέας γενιάς, ώστε, ως σύμβολο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, να μεταδώσει το μήνυμά του στην εποχή μας, που τόση ανάγκη έχει από προσωπικότητες που θα δώσουν έμπνευση και θα αφυπνίσουν την αξιοπρέπεια και την αυτοπεποίθηση του λαού μας και τη δίψα του για ελευθερία.

Το κόμικ αυτό (ακριβέστερα, graphic novel, δηλαδή ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα) δημιούργησε ο 17χρονος πολυτάλαντος Ρεθεμνιώτης Γιώργος Λελεδάκης, μαθητής λυκείου, που ζει με τους γονείς του και την πολύτεκνη οικογένειά τους στο Ατσιπόπουλο Ρεθύμνου, και το εικονογράφησε ο ζωγράφος Σπύρος Ζαχαρόπουλος για λογαριασμό των εκδόσεων «Νάμα», στην Αθήνα (namabooks.gr, τηλ. 2103611000).

Ο συγγραφέας αξιοποιεί στο έργο τον (πολύ μεταγενέστερο, της δεκαετίας του 1980) μύθο ότι ο χορός πεντοζάλης συνδέεται με την Επανάσταση του Δασκαλογιάννη, ότι δηλαδή ο κορυφαίος βιολάτορας Στεφανής Τριανταφυλλάκης ή Κιώρος από τις Λουσακιές Κισσάμου, υποτίθεται, επινόησε τον συγκεκριμένο χορό μετά από πρόσκληση του Δασκαλογιάννη, για να δώσει έμπνευση στους επαναστάτες. Υποτίθεται ότι ο χορός ονομάστηκε «πεντοζάλι» από τον χαρακτηρισμό της Επανάστασης ως «πέμπτου ζάλου» (βήματος) στην πορεία για την ελευθερία, μετρώντας ως τέσσερα πρώτα ζάλα κάποιες επαναστάσεις και εξεγέρσεις που άρχισαν από την εποχή της Ενετοκρατίας (που είχε αρχίσει στην Κρήτη το 1211 και την οποία διαδέχτηκε αμέσως η Τουρκοκρατία, χωρίς να μεσολαβήσει ελεύθερη περίοδος). Παρότι αυτά δεν έχουν ιστορική βάση, αξιοποιούνται λογοτεχνικά και από εκεί προέρχεται και ο τίτλος του βιβλίου «Το πέμπτο ζάλο».

Μια εξαιρετική έκδοση

Πρόκειται για μια εξαιρετικά προσεγμένη έκδοση με εικονογράφηση υψηλού επιπέδου και συναρπαστική αφήγηση, η οποία έλαβε το 2ο βραβείο το Φεβρουάριο 2020 σε διαγωνισμό λογοτεχνίας, που συνδιοργάνωσαν η Μητρόπολη Κηφισίας και οι εκδόσεις «Νάμα».

Αρκάδι, κόμικ, εξώφυλλοΟι δύο βασικοί συντελεστές του βιβλίου είχαν συνεργαστεί και δυο χρόνια πριν, το 2018, δημιουργώντας μια πρώτη εικονογραφημένη νουβέλα, με θέμα το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Έαρ» (έαρ = άνοιξη) προκαλώντας διθυραμβική υποδοχή (μεταφράστηκε και στα αγγλικά). Η νουβέλα εκείνη είχε βασιστεί σε μια ταινία κινουμένων σχεδίων που είχε δημιουργήσει ο (15χρονος τότε) συγγραφέας (με χρήση φωτογραφιών και φιγούρες Playmobil διαμορφωμένες από τον ίδιο) και είχε βραβευθεί επίσης σε αντίστοιχο διαγωνισμό (παρακολουθήστε την εδώ, στο βίντεο με την παρουσίαση της νουβέλας). Οι διάλογοι της ταινίας προέρχονταν από το έμμετρο θεατρικό έργο «Αρκάδι» του δασκάλου ειδικής αγωγής και συγγραφέα Γιώργη Καλογεράκη, που είχε παιχτεί από τη Θεατρική Ομάδα της Μητροπόλεως Ρεθύμνης το 2016, με αφορμή τη συμπλήρωση 150 ετών από το Αρκαδικό Ολοκαύτωμα (1866). Ο Γιώργος Λελεδάκης είναι μέλος αυτής της ομάδας.

Ομοίως, φέτος (2020) συμπληρώνονται 250 χρόνια από την Επανάσταση του Δασκαλογιάννη (1770) και είναι η πιο κατάλληλη στιγμή να γνωρίσουμε τους ηρωικούς πρωταγωνιστές της, όχι μόνο για να νιώσουμε τη συγκίνηση και το συγκλονισμό που προκαλεί η ιστορία τους, μα και για να προετοιμαστούμε για τις δικές μας επαναστάσεις και τις δικές μας μάχες.

Ένα comic για τον Δασκαλογιάννη 
συνέντευξη του 17χρονου συγγραφέα
Γιώργος ΛελεδάκηςΧανιώτικα Νέα

Γιώργος Λελεδάκης

Τα βήματα του Δασκαλογιάννη και της επανάστασης του 1770, με «Το Πέμπτο Ζάλο» ακολουθεί ο μόλις 17 ετών Γιώργος Λελεδάκης! Ο μαθητής από το γειτονικό Ρέθυμνο μέσα σε 48 σελίδες περιγράφει όλη την επανάσταση του Σφακιανού ήρωα και σε συνδυασμό με την εξαιρετική εικονογράφηση του Σπύρου Ζαχαρόπουλου έχει φτιάξει ένα εξαιρετικό comic που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα από δουλειές επαγγελματιών του είδους.

Η έκδοση αναμένεται να παρουσιαστεί τον Αύγουστο στο Ρέθυμνο και τον Σεπτέμβρη είναι η σειρά των Χανίων στο χώρο του Πνευματικού Κέντρου. «To Πέμπτο ζάλο» κυκλοφορεί ήδη σε βιβλιοπωλεία στο Ρέθυμνο και στα Χανιά από τις εκδόσεις «Νάμα». Οι «διαδρομές» είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν με το νεαρό δημιουργό.

Πώς προέκυψε η απόφαση να φτιάξεις ένα κόμικ για το Δασκαλογιάννη και την επανάσταση του 1770; Ποιες ήταν οι επιρροές σου;

Ο Δασκαλογιάννης είναι το δεύτερο μου comic μετά το «Του Αρκαδιού το Ολοκαύτωμα». Ήθελα μετά το «Αρκάδι» να συνεχίσω στο ιστορικό comic και να δουλέψω πάνω στην ίδια πάνω-κάτω ιστορική περίοδο. Είχα βρει υλικό πλούσιο, σημαντικό πληροφοριακό υλικό και είχα έμπνευση. Σε ό,τι αφορά τις γενικότερες επιρροές μου είναι οι κλασσικές: «Λούκι Λουκ», «Αστερίξ» κ.ά. Ξεκινώντας από αυτά τα αναγνώσματα ξεκίνησα να κάνω κάποια πρώτα comic σε πολύ αρχικό στάδιο και μετά προχώρησα πιο σοβαρά.

Από πού άντλησες πηγές και ενημέρωση για την επανάσταση του Δασκαλογιάννη;

Η πιο έγκυρη πηγή πληροφόρησης είναι οι στίχοι του μπάρμπα Μπατζελιού που περιγράφει την επανάσταση. Προσπάθησα να βρω και άλλα στοιχεία από διάφορες πηγές, πολύ χρήσιμη ήταν η ιστορία του Μουρέλου. Γενικά ήθελα να δώσω έμφαση στους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών ώστε να τους φέρω πιο κοντά στον αναγνώστη. Να δημιουργήσω συναισθήματα για τους ήρωες και ελπίζω ότι τα κατάφερα.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες;

Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισα ήταν το ότι έπρεπε να μετατρέψω σε διαλόγους του κόμικ τις περιγραφές και τα κείμενα των ιστορικών πολλά εκ των οποίων ήταν στην καθαρεύουσα. Ακόμα, έπρεπε να φανταστώ το τι μπορεί να είπαν οι ήρωες για να οδηγηθούν στα πράγματα που έκαναν, το πως σκέφτηκαν, το γιατί κτλ. Επίσης δυσκολία είχε και το πως θα καταφέρναμε να εντάξουμε το κείμενο της ιστορίας στην εικονογράφηση έτσι ώστε να μην ξεπεράσουμε τα όρια. Γενικά ο χώρος στα comic είναι συγκεκριμένος και πρέπει εκεί να εντάξεις το κείμενο και το σκίτσο.

Πέρα από την ιστορία, το σκίτσο είναι εξαιρετικό, πως «δέσατε» με τον σκιτσογράφο Σπύρο Ζαχαρόπουλο, και καταφέρατε να έχετε αυτό το αποτέλεσμα;

Με το Σπύρο Ζαχαρόπουλο έχω δημιουργήσει μια πολύ καλή χημεία, έχουμε δουλέψει μαζί και στο «Αρκάδι». Ξέρει πως δουλεύω, ξέρω τι θέλει και αυτός, καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο για αυτό είχαμε και τόσο καλό αποτέλεσμα.

Θυμήσου ένα σχόλιο που έκανε κάποιος για τη δουλειά σου αυτή και σε έκανε να νιώθεις υπερήφανος και κάποιο σχόλιο που πιθανόν να σε προβλημάτισε…

Να ξεκινήσω από κάποια ας πούμε αρνητικά σχόλια. Είχα βρεθεί στην Ανώπολη στην επέτειο θανάτου του Δασκαλογιάννη πριν από ένα μήνα και είχα μαζί μου το comic που το έδειξα σε ανθρώπους εκεί. Υπήρχαν και άνθρωποι που είπαν ότι «δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα», άλλοι περιέγραφαν διαφορετικά κάποια γεγονότα. Αυτό είναι λογικό να συμβαίνει. Από την άλλη είχα πολύ μεγάλη στήριξη από το οικογενειακό μου περιβάλλον, πολλοί φίλοι μου είπαν ότι ο «Πέμπτος Ζάλος» ήταν σαφώς πιο βελτιωμένη ως δουλειά σε σύγκριση με το «Αρκάδι» και αυτό εμένα με καλύπτει.

Ποιος είναι ο επόμενος στόχος σου; Θα συνεχίσεις στο ιστορικό κόμικ; Σκέφτεσαι κάτι διαφορετικό;

Φέτος θα δώσω πανελλήνιες, θα πρέπει να αφιερώσω περισσότερο χρόνο στο διάβασμα και σίγουρα δεν θα μπορώ να ασχοληθώ με το comic. Σίγουρα θα συνεχίσω σε αυτήν την κατεύθυνση χωρίς να έχω ακόμα κάτι συγκεκριμένο. Πάντως πιστεύω ότι και το επόμενο comic θα είναι ιστορικό και θα προσανατολίζεται σε αυτήν την περίοδο των Κρητικών επαναστάσεων. Διαβάζω για την περίοδο του 1821, για την περίοδο της απελευθέρωσης…
 
 

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 8

 

Εικόνα από εδώ
 

Όσα μας είπαν η μαμά μου και το Μελινάκι μάς έδωσαν μια πολύτιμη μαρτυρία για τους εχθρούς μας, το βασίλειό τους και τις δυνάμεις τους. Μια μαρτυρία όμως τόσο εφιαλτική, που μακάρι να μην υπήρχε, κι ας είχε αποδειχθεί όλη η ιστορία πως ήταν πλάσμα της φαντασίας μας!...

Τουλάχιστον έτσι σκεφτόμασταν τότε. Τώρα, που όλα έχουν τελειώσει, κατά κάποιον τρόπο, και που, αν είχαν συμβεί διαφορετικά, δεν ξέρουμε ποια θα ήταν η έκβασή τους, δεν το εύχομαι πια.

Είπε η μαμά μου και συμπλήρωνε το Μελινάκι:

«Μας άρπαξαν μέσα από ένα τάμπλετ!».

Όλοι κοιτάξαμε έκπληκτοι κι εκείνη συνέχισε:

«Αράξαμε την Κερασένια στο πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ, άνοιξα την πόρτα, αλλά, πριν προλάβω να κατεβώ κι η Μελίνα να λύσει τη ζώνη της, όρμησαν μέσα χοροπηδώντας αμέτρητα διαβολάκια, απαίσια και σιχαμερά! Μας άρπαξαν απ’ τα ρούχα, απ’ τα μαλλιά, απ’ τα χέρια, εμείς ουρλιάζαμε, είχαμε τέτοια τρομάρα που δεν είδα καν αν κανείς απ’ τους διπλανούς μας γύρισε να μας κοιτάξει!...».

Αυτοί ήταν οι ψυχοκάντζαροι. Δεν ξέρω αν οι ίδιοι αποκαλούσαν έτσι τον εαυτό τους, αυτό το όνομα το άκουσα από το Νίκο, το γιο του π. Σάββα, που τον γνωρίζετε πια, όπως κι εμάς.

Η μαμά μου πήρε μια ανάσα, ενώ η Μελίνα είχε σουφρώσει το μουτράκι της γεμάτη φρίκη. Συνέχισε με έντονες χειρονομίες:

«Από μπροστά ένας τύπος, ψηλός και μαυροντυμένος σαν το Χάρο, άνοιξε ένα τάμπλετ, το γύρισε προς το μέρος μας κι εμείς, μαζί με την Κερασένια, ρουφηχτήκαμε μέσα! Και βρεθήκαμε μεμιάς σ’ ένα σκοτεινό τούνελ, που βρομούσε ανυπόφορα, και τα διαολάκια μας έσπρωχναν μαζί με τ’ αμάξι και κατρακυλούσαμε στο σκοτάδι!».

«Κι άλλα μας τραβούσαν τα μαλλάκια, τ’ αφτάκια, μας τσιμπούσαν, τσίριζαν, γελούσαν, κι εγώ έκανα κακάκια στο βρακάκι μου από το φόβο μου!» φώναξε η Μελίνα με μια αστεία γκριμάτσα, μα κανείς δεν είχε όρεξη να γελάσει.

«Και μας έβγαλαν από τ’ αμάξι, που δεν το ξαναείδαμε, και μας τραβολόγησαν χορεύοντας και φωνάζοντας όλο και πιο βαθιά, και μετά μας έριξαν σ’ ένα μπουντρούμι και μας περικύκλωσαν με ανοιχτά σαγόνια, που έτρεχαν τα σάλια τους, και τα μάτια τους γυάλιζαν, έτοιμοι να μας κατασπαράξουν!».

«Και τότε», ψιθύρισε το Μελινάκι και τα μάτια του δάκρυσαν, «είδα το Γιάννη μας καθισμένο στο κρεβάτι του να κρατάει αγκαλιά την εικόνα του Χριστού και της Παναγίτσας και να κλαίει και να τους φωνάζει να μας βοηθήσουν!».

Έμεινα άναυδος. Ώστε είχε εισακουστεί η προσευχή μου! Τέντωσα τ’ αφτιά μου, ν’ ακούσω παρακάτω:

«Θα το είδαν κι εκείνα τα σιχαμένα», είπε το κοριτσάκι, «κι άρχισαν να τσιρίζουν και να σβουρίζουν σα να ’τρωγαν σφαλιάρες», χαμογέλασε με τα χειλάκια και τα ματάκια του κι η μαμά, που καθόταν δίπλα του, το ’σφιξε στην αγκαλιά της γεμάτη αγάπη.

Όχι μόνο αγάπη, γεμάτη ευτυχία που ήταν και πάλι ανάμεσά μας, ζωντανές κι ασφαλείς. Άπλωσε το άλλο της χέρι κι έτρεξα κι εγώ να τρυπώσω σ’ αυτή τη μεγάλη αγκαλιά, ίσως τη σημαντικότερη της ζωής μου – σίγουρα τη σημαντικότερη της παιδικής ηλικίας μου!

Ο μπαμπάς μου, τον κοίταξα φευγαλέα, δεν κινήθηκε από τη θέση του. Μόνο άκουγε κι ήταν δακρυσμένα και τα δικά του τα μάτια.

«Και μας άφησαν ζωντανές», συμπλήρωσε η μαμά, «και δε μας ξανακούμπησαν, μόνο μας φύλαγαν συνεχώς, μέρα νύχτα (μέρα ήταν ή νύχτα; και πόσες μέρες; ούτε που καταλαβαίναμε), δεν ξεκολλούσαν από κοντά μας, ούτε χόρευαν πια, ούτε φώναζαν, μόνο ρουθούνιζαν και μας κοίταγαν με τα κόκκινα μάτια τους σαν πεινασμένα σκυλιά! Πώς δεν πεθάναμε απ’ το φόβο μας, ένας Θεός ξέρει».

Αυτή ήταν η μαρτυρία τους. Κι ύστερα φανήκαμε εμείς με τους χρυσαφένιους πολεμιστές. Κι όταν πλησιάζαμε, χάθηκαν οι ψυχοκάντζαροι κι εμφανίστηκαν οι αναποδοσταυροφόροι, πιο δυνατοί, πάνοπλοι, αμέτρητοι, για να υπερασπιστούνε τη λεία τους. Αν την κέρδιζαν τότε, θα την κρατούσαν για πάντα – και μάλιστα ίσως και να κατάφερναν να τη φάνε!

Χαμογελάω στις σκέψη· πόσο θα πεινούσαν! Και πόσο λαχταριστά μεζεδάκια είχαν στη φωλιά τους! Αλλά ευτυχώς, δόξα τω Θεώ, δεν πρόλαβαν να τα γλεντήσουν!

«Και τώρα εσείς» είπε ο μπαμπάς μου σε μένα, τον Κώστα και το Μιχάλη.

Όλοι μας κοίταξαν· ο θείος Πέτρος, η θεία Ξένια (που ίσως να ζήλευαν λίγο και να ’χαν πίκρα – δικαιολογημένα και συγχωρημένα – που δεν είχε βρεθεί ακόμη το δικό τους σπλάχνο), ο θείος Πέτρος κι η θεία Μαρκέλλα, ο θείος Άρης, ο μπαμπάς κι η μαμά μου, η Μελίνα κι η Λένια…

«Ποια είναι αυτά τα παιδιά που σας οδήγησαν στην παγίδα;».

«Περιττό να σας πούμε πόσο ηλίθιοι είστε που τα ακολουθήσατε» είπε αυστηρά ο θείος Ορέστης. «Έπρεπε να μας ειδοποιήσετε αμέσως, όχι να σας φουσκώνουν τα μυαλά τα παιδικά που βλέπετε!».

«Όλη αυτή η ιστορία έχει πάει λάθος» αναστέναξε η θεία Μαρκέλλα.

«Αυτό θα το δούμε στο τέλος» τόλμησε να ψιθυρίσει ο θείος Άρης.

«Τι είπες;» ρώτησε η θεία Μαρκέλλα κοιτώντας τον με φαρμάκι.

Ο θείος χαμογέλασε.

«Από εδώ και πέρα πρέπει να πάει σωστά» διόρθωσε το λόγο του. «Δηλαδή», μας κοίταξε με προσποιητή αυστηρότητα, μα κατά βάθος χαμογελούσε με περηφάνια το βλέμμα του – ένα τόσο γλυκό βλέμμα, που δε θα το ξεχάσω, μάλλον δε θα το ξεχάσει κανείς μας όσο θα ζούμε – «με πρώτους σε κάθε βήμα εμάς, τους μεγάλους».

Κοίταξε τη θεία· εκείνη ένευσε ανεπαίσθητα, επιδοκιμάζοντας. Ο θείος μειδίασε και μαζί του χαμογελάσαμε όλα τα μικρά, ακόμα κι η ταλαιπωρημένη Μελίνα· η σκηνή ήταν κάπως αστεία.

Η θεία Μαρκέλλα το κατάλαβε και μαζεύτηκε. Η μαμά μου γέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα να γελάει μετά τα συμβάντα και για πολύ καιρό δεν την ξαναείδα.

«Λοιπόν, για να σοβαρευτούμε» είπε ο μπαμπάς μου. «Μπορείτε να τα βρείτε αυτά τα παιδιά; Πρέπει να μάθουμε το ρόλο τους στην ιστορία. Μπορεί να μας οδηγήσουν προς το Χρηστάκη!».

«Να μιλήσω;» σήκωσα το χέρι μου, όπως στο σχολείο. Ο μπαμπάς μου ένευσε. «Το κορίτσι, που είναι αρχηγός τους, το λένε Μίνα. Έχει χάσει τον αδερφό της, μερικούς μήνες νωρίτερα απ’ το Χρηστάκη. Τον ψάχνουν κι εκείνοι και, όταν έμαθαν για μας και την έρευνά μας, πλησίασαν και μας πρόσφεραν τη συμμαχία τους».

«Δηλαδή πιστεύεις πως από λάθος σας έριξαν στο στόμα του λύκου;» ρώτησε η θεία Ξένια.

Σηκώσαμε τους ώμους μας.

«Εγώ είμαι βέβαιος πως τους είχαν μαγέψει» είπε ο Μιχάλης. Συμφωνήσαμε μαζί του. «Η φωνή τους, τα μάτια τους, το φέρσιμό τους, δεν ήταν φυσιολογικά». Αναστέναξε. «Απλά, δεν το καταλάβαμε αμέσως».

«Καλύτερα» είπε ο Κωστάκης. «Αλλιώς δε θα πηγαίναμε και δε θα βρίσκαμε τη θεία Μάρθα και τη Μελίνα! Και μπορεί να τους τρώγανε τα τρολ και οι διάβολοι!».

Η μαμά μου του χάιδεψε το κεφάλι με ευγνωμοσύνη. Οι μεγάλοι κούνησαν το κεφάλι τους συμφωνώντας, κι αυτό μας προκάλεσε κάποια ανακούφιση.

«Όπως και να ’χει, μπορούμε να τους βρούμε;» επέμεινε ο μπαμπάς μου.

«Δεν ξέρουμε τίποτ’ άλλο γι’ αυτούς» παραδέχτηκα. «Ούτε τηλέφωνα, ούτε τα επίθετά τους, ούτε άλλα ονόματα».

«Ωραίοι ντετέκτιβ είστε» ειρωνεύτηκε με κάποια κακία ο θείος Ορέστης.

«Σταματήστε να τους προσβάλλετε» μίλησε για πρώτη φορά ο θείος Πέτρος. Τον κοίταξα και είδα με έκπληξη πως είχε βουρκώσει. «Εκεί που φτάσανε αυτοί, με κίνδυνο της ζωής τους, ένα βήμα πριν απ’ το θάνατο», η φωνή του άρχισε να τρεμουλιάζει, «δεν έφτασε ούτε η αστυνομία, ούτε εμείς που κάνουμε τους μεγάλους και τους κρίνουμε και τους μαλώνουμε. Τα παιδιά είναι αξιέπαινα! Παιδιά μεν, με πολλά λάθη, αλλά αξιέπαινα. Ψάχνουν τόσους μήνες για το παιδί μου», πήρε μια ανάσα για να καταπνίξει τη συγκίνησή του, «κι ό,τι και να γίνει, παιδιά, να ξέρετε πως θα σας χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη. Κι αν δε βρεθεί το παιδί μου… αλλά κι αν βρεθεί», άρχισε τώρα να κλαίει και κάθισε πέφτοντας βαρύς σε μια πολυθρόνα, «όλοι σας θα ’στε παιδιά μου!».

Έκρυψε το πρόσωπό του με τα δυο του χέρια κι ακούγαμε τ’ αναφιλητά του. Η θεία Ξένια τον αγκάλιασε, κλαίγοντας κι αυτή. Όλοι σώπασαν, σα να τηρούσαν ενός λεπτού σιγή προς τιμήν του· ίσως και προς τιμήν μας, και προς τιμήν του Χρηστάκη που μπορεί να μη ζούσε.

Εμείς ξαφνιαστήκαμε· ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε μεγάλους να κλαίνε. Ο θείος Άρης πλησίασε και μας αγκάλιασε· χαμογελούσε, με μάτια που γυάλιζαν βουρκωμένα. Το ίδιο έκαναν κι οι γονείς μου. Κι ο θείος Ορέστης κι η θεία Μαρκέλλα πλησίασαν το θείο Πέτρο και τη θεία Ξένια κι αγκαλιάστηκαν με αγάπη, άντρας με άντρα, γυναίκα με γυναίκα, στηρίζοντας το πονεμένο ζευγάρι.

Κι ήταν μια στιγμή, απ’ αυτές που γεμίζουν δύναμη τους ανθρώπους και τους βοηθούν να παλέψουν, όσο δυνατό αντίπαλο κι αν έχουν μπροστά τους.

Να παλέψουν και να νικήσουν· ή, αν δε γίνεται να νικήσουν, να παλέψουν και να πεθάνουν.

***

Ο θείος Άρης είχε διηγηθεί σε όλους πως είχε πετάξει ιππεύοντας το Μελένιο Δράκο.

Παραδόξως, εκείνος κι όχι κάποιος από εμάς ήταν ο μόνος μέχρι στιγμής που τον είχε δει πραγματικά.

Ήταν σίγουρο πια πως ήταν φίλος μας και ακόμη πιο σίγουρο πως ο παράξενος ιερέας της γειτονιάς μας ήξερε γι’ αυτόν.

«Το πρωί πρέπει να βρούμε τον παπά» είπε ο θείος Ορέστης.

Ήταν βαθιά νύχτα.

«Δε θα πάμε σχολείο» είπα, κοιτάζοντας τη μαμά μου κάπως ικετευτικά.

«Όχι» απάντησε εκείνη, χαϊδεύοντάς μου το κεφαλάκι, σα να ήμουν το μωρό της. «Πέστε για ύπνο».

Όλοι πήγαν σπίτια τους. Ο θείος Άρης κοιμήθηκε στο δικό μας.

Ήμασταν ήρεμοι πια. Είχαμε πετύχει μια νίκη κι η καρδιά μας φτερούγιζε ενθουσιασμένη. Ίσως πλησίαζε η ώρα να τα βρούμε όλα· και το Μελένιο Δράκο και το Χρηστάκη!

Αλλά πόσους αναποδοσταυροφόρους και παγανά θα ’πρεπε να αντιμετωπίσουμε ακόμη; Και θα τα βγάζαμε πέρα;

Οι πολεμιστές που μας υπερασπίστηκαν ήταν σίγουρα κάποιοι άγιοι. Ο άγιος Γεώργιος, προφανώς, ο άγιος Δημήτριος, οι άγιοι Θεόδωροι, ο άγιος Ευστάθιος… Θα ’ρχονταν όμως ξανά;

Είχε ανακατευτεί για καλά ο Χριστός στην ιστορία… Αυτό ήταν καλό, αλλά γιατί άφησε από την αρχή να χαθεί ο Χρηστάκης (που έχει και τ’ όνομά Του); Γιατί άφησε να χαθεί ο Θάνος, ο αδερφός της Μίνας; Γιατί τ’ άλλα χαμένα παιδιά;

Τι περίεργος Θεός που είσαι, Χριστέ μου!

Θα μας βοηθήσεις;

***

Και το άλλο πρωί, ενώ εμείς τα μικρά κοιμόμασταν ακόμη, χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο.

Το σήκωσε ο μπαμπάς μου.

«Είστε ο μπαμπάς του Γιάννη;» ρώτησε μια κοριτσίστικη φωνή, διστακτική και αμήχανη.

Ο μπαμπάς μου συνοφρυώθηκε.

«Μάλιστα. Ποιος είναι;».

«Είμαι η Μίνα, το κορίτσι που ήμουν μαζί του χτες βράδυ».

***

Εδώ Μίνα.

Παίρνω το λόγο, να πω τη συνέχεια απ’ αυτά που έγιναν εκείνη τη νύχτα…

Όταν τα παιδιά και οι υπερασπιστές μας πολεμούσαν στη σκοτεινή αίθουσα, τα έβλεπα όλα με κλειστά τα μάτια, σαν όνειρο. Ο σταυρός που μου φόρεσε ο Μιχάλης, κάπως θα με βοήθησε· δεν το ξέρω, αλλά, μετά από τόσα χρόνια, αυτό πιστεύω.

Έπειτα με ξύπνησαν και τους ακολούθησα στις στοές – σιγά σιγά συνήλθα· είδα τα Τρία Γουρουνάκια σε φρικτή ομηρία, τα αποχαυνωμένα παιδιά στις οθόνες, τη μάχη με τους αναποδοσταυροφόρους και τη διάσωση της κυρίας Μάρθας και της Μελίνας.

Κι όταν μπήκε η φωτιά και βγήκαμε από κείνη την πύλη της κόλασης, προσπάθησα να στηρίξω τους δικούς μου, που κουτουλούσαν. Ο καλός άνθρωπος, ο θείος των παιδιών (τότε ακόμη δεν ξέραμε τ’ όνομά του), κάλεσε τρία ταξί με το κινητό του, για να μοιραστούμε, και το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι, ώστε κόντευε να γεμίσει ταξί ο δρόμος… Εμείς αρνηθήκαμε να χωριστούμε· στριμωχτήκαμε όλοι σ’ ένα ταξί, που ξεκίνησε αμέσως κι ούτε που τον ευχαριστήσαμε τον άνθρωπο!

Ο Τζίμης τηλεφώνησε στο ένα από τα Τρία Γουρουνάκια· ήμασταν σίγουροι πως θα ’ταν κι οι τρεις μαζί. Απάντησε γεμάτος αγωνία ο πατέρας του. Είχαμε δίκιο, με τη διαφορά πως ήταν κι οι τρεις δίπλα δίπλα σ’ ένα ασθενοφόρο, που τους μετέφερε στο νοσοκομείο!

Το ταξί μας ξεφόρτωσε στο σπίτι μου. Οι γονείς μου ήταν ξύπνιοι· δεν ήταν και τρομερά αργά. Διστακτικά, έβαλα το κλειδί κι άνοιξα την πόρτα. Μόλις μας είδαν, ταλαιπωρημένους, τσουρουφλισμένους, ειδικά εμένα, αναπήδησαν!

«Τι πάθατε;» κραύγασε ο πατέρας μου.

Προσπάθησα να τους ηρεμήσω. Μπήκαμε όλοι στο σαλόνι (συγνώμη για τις ανούσιες και αδιάφορες λεπτομέρειες) και πέσαμε σαν τσουβάλια στον καναπέ και τις πολυθρόνες. Δεν ήξερα πώς ν’ αρχίσω!

«Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας» είπα. Αυτά που έλεγα δεν τα είχαν ξανακούσει από μένα, ούτε με είχαν ξαναδεί να μιλάω με τέτοιο φιλικό και μαζί απολογητικό και ίσως λιγάκι παρακλητικό ύφος. «Βρισκόμαστε σε μεγάλο κίνδυνο».

Ο μπαμπάς μου με κόπο ξαναβρήκε την ψυχραιμία του.

«Ακούω» είπε απλά.

Πώς να τους εξηγήσω χωρίς να προκαλέσω και πανικό και χιονοστιβάδα από βρισιές εναντίον μας;

«Τρεις γνωστοί μας απ’ το σχολείο βρήκαν ένα βιντεοπαιχνίδι, που έδειχνε εμάς και την απαγωγή του Θάνου μας».

«Απαγωγή ε;» αναστέναξε ο μπαμπάς μου. Τα μάτια του γυάλιζαν από αγωνία. «Λοιπόν;».

«Πίσω από το παιχνίδι βρίσκονται», έψαξα τις λέξεις, «αδίστακτοι κακοποιοί. Οι κακοποιοί αυτοί μας παγίδευσαν και παραλίγο να μας σκοτώσουν».

Οι γονείς μου παρακολουθούσαν με γουρλωμένα μάτια. Η μαμά μου ήταν έτοιμη να ξεφωνίσει κι έφραζε το στόμα της με την παλάμη.

«Οι Κακοί μάς επηρέασαν και μας έκαναν να οδηγήσουμε σ’ αυτούς κάποια μικρότερα παιδιά, που κι εκείνα ψάχνουν για το χαμένο αδερφό τους». Πήρα ανάσα. «Έγινε χαμός! Όλοι γλίτωσαν, αλλά… αλλά δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε τώρα».

Ο μπαμπάς μου άνοιξε το στόμα του. Προσπάθησα να τον εμποδίσω να με διακόψει.

«Θα ειδοποιήσουμε την αστυνομία, αυτό θα κάνουμε», είπε, «κι εσείς θα σταματήσετε ν’ ασχολείστε με την υπόθεση».

Αμύνθηκα επιτιθέμενη:

«Άκου, μη νομίζεις πως εννοούσα να μας πείτε εσείς τι θα κάνουμε».

«Μα…».

«Έχουμε δει πράγματα που δεν τα φαντάζεστε καν. Όσο για την αστυνομία, δε νομίζουμε», κοίταξα τους άλλους, «πως μπορεί να βοηθήσει στην περίπτωσή μας».

«Και γιατί, παρακαλώ;».

«Γιατί οι εχθροί μας…», δίστασα αρκετά πριν το ξεστομίσω, «δεν είναι άνθρωποι!».

«Τι είναι αυτά που λέτε;» κραύγασε τώρα η μαμά μου.

«Είναι αλήθεια» πήρε το λόγο η Οξάνα. «Και τα τρία παιδιά με το βιντεοπαιχνίδι, τα επηρέασαν και τώρα τα πηγαίνουν στο νοσοκομείο».

«Κι είμαι σίγουρη πως οι γονείς τους δεν έχουν ιδέα για το πώς έπεσε σε λήθαργο το μυαλό τους» συμπλήρωσα.

Οι γονείς μου σώπαιναν· δεν ήξεραν τι να πουν. Ο μπαμπάς μου ήθελε να πει τα αυτονόητα, πως δεν υπάρχουν άλλου είδους κακοποιοί, παρά μόνο άνθρωποι, και το πολύ πολύ να ξεγελαστήκαμε, σαν παιδιά που είμαστε (κατά τη γνώμη του), και να νομίσαμε πως έχουμε απέναντί μας κάτι διαφορετικό.

Αυτή τη φορά πρόλαβα και δεν τον άφησα να μιλήσει.

«Μπαμπά», είπα πιο μαλακά, «χρειαζόμαστε κάτι από σας. Κατ’ αρχήν, να είστε δίπλα μας – μη μιλήσεις ακόμα, σε παρακαλώ – και, δεύτερον, να τηλεφωνήσετε στους γονείς όλων να έρθουν εδώ, να τα πούμε σε κείνους και σε σας με κάθε λεπτομέρεια».

«Και τι θα πούμε στους ανθρώπους; Πώς θα τους φέρουμε σπίτι μας νυχτιάτικα;».

«Δεν ξέρω… Μεγάλοι είστε, κάτι θα σκεφτείτε!».

Οι γονείς μου έμειναν για λίγο συλλογισμένοι. Εμείς ήμασταν τόσο εξαντλημένοι, που αδυνατούσαμε να καταστρώσουμε κάποιο σχέδιο.

«Εσείς να τους τηλεφωνήσετε» είπε η μαμά μου. «Καλέστε τους εδώ, μόνο προσέξτε να μην τους ανησυχήσετε».

Πρώτη τηλεφώνησε η Σοφία απ’ το κινητό της.

«Μαμά; Στης Μίνας είμαι, της φίλης μου… Σε παρακαλώ, μπορείτε να έρθετε να με πάρετε με το μπαμπά;».

Περιμέναμε με κομμένη την ανάσα.

«Ναι, όλα καλά. Απλά χάλασε το μηχανάκι μου… Όχι, δεν έπεσα, είμαι καλά. Απλά, σε παρακαλώ, ελάτε».

Ένας ένας τηλεφωνούσε, ένας ένας καλούσε τους γονείς του στο σπίτι μας. Κανείς δεν απέφυγε την ανησυχία. Κι ένας ένας σε λίγο άρχισαν να καταφτάνουν μέσα στη νύχτα.

Ήρθε ο μπαμπάς του Νόντα, αφήνοντας τη μαμά του με τη μικρή, που κοιμόταν· οι γονείς του Τζίμη, που είχαν βγει για ποτό· οι γονείς της Σοφίας, που φοβήθηκαν μήπως είχε τρακάρει· ο μπαμπάς της Στέλλας, που η μαμά της είχε πεθάνει· κι η μαμά της Οξάνας, που δεν ήταν ποτέ μαζί με το μπαμπά της…

Μαζί με τους δικούς μου, μαζεύτηκαν εννιά άτομα.

Μέχρι να ’ρθουν είχαμε κάνει μπάνιο (τα τέσσερα κορίτσια μαζί, είχαμε βουτήξει και πλατσουρίζαμε στη μπανιέρα σαν τρίχρονα) κι όλοι είχαμε φορέσει δικά μου καθαρά ρούχα – βολευτήκαμε, αγόρια και κορίτσια, παρά τις μικροδιαφορές στα νούμερα. Χαμογελούσαμε· όχι μόνο γιατί ήμασταν παράξενα και αστεία ντυμένοι, αλλά κυρίως, υποσυνείδητα, επειδή ήμασταν ζωντανοί!

Ανέλπιστα ήμασταν ζωντανοί, έχοντας αντιμετωπίσει εχθρούς πολύ πιο ζοφερούς απ’ ό,τι είχε ποτέ βάλει ο νους μας, και είχαν βγει ζωντανά και τα μικρά παιδιά, που παραλίγο να τα παρασύρουμε στο αγύριστο μονοπάτι!

«Παραλίγο να έχουμε βάψει τα χέρια μας με το αίμα τους!» είπε ο Νόντας, κάνοντάς μας να παγώσουμε.

«Σκεφτήκατε όμως κάτι;» ρώτησε η Στέλλα. «Για να τους θέλουν τόσο πολύ, αυτά τα παιδιά θα έχουν φτάσει κοντά στη λύση».

Είχε δίκιο.

«Πρέπει να τα ξαναβρούμε» συνέχισε. «Να συμμαχήσουμε αληθινά αυτή τη φορά, αν βέβαια θέλουν να μας ξαναμιλήσουν, να τους πούμε και να μας πουν… και να δούμε τι θα κάνουμε!».

Όλ’ αυτά πριν αρχίσουν να καταφτάνουν οι γονείς. Κι όταν έφτασαν, οι αξιότιμοι Πειρατές των Υπονόμων είχαμε να δώσουμε πολλές εξηγήσεις.

***

Ο μπαμπάς μου, ακούγοντας τη φωνή της Μίνας, εξερράγη:

«Εσύ είσαι που προσπάθησες να τους σκοτώσεις;».

Η μαμά μου του άρπαξε το ακουστικό από τα χέρια.

«Έλα, κορίτσι μου», είπε βιαστικά. «Μη φοβάσαι! Ξέρω πως ήσουν κι εσύ θύμα! Πώς βρήκες το τηλέφωνό μας;».

«Εε, από το Facebook· όλη η ιστορία είναι ποσταρισμένη κι εκεί γράφει τα ονόματά σας· μετά, τηλεφώνησα στις πληροφορίες…».

«Ωραία. Πάρα πολύ ωραία δηλαδή, γιατί κι εμείς λέγαμε πού θα σε βρούμε!». Κοίταξε το μπαμπά μου, που είχε κάπως ανακτήσει την ψυχραιμία του. «Θα ’ρθεις από ’δώ πέρα να γνωριστούμε καλύτερα; Και μαζί με τους γονείς σου, σε παρακαλώ, αν είναι δυνατόν…».

Εννοείται πως δεν είχαμε πάει στο σχολείο εκείνη τη μέρα. Πριν το μεσημέρι είχαν μαζευτεί όλοι στο σπίτι μας· οι θείοι και οι θείες μας, τα ξαδέρφια μας και οι Πειρατές με τους γονείς τους. Έλειπαν μόνο οι γονείς του Στάθη, του Πάνου και του Ιωσήφ (τα Τρία Γουρουνάκια), που ακόμα δεν είχαν ενημερωθεί και που εμείς ουσιαστικά αγνοούσαμε την ύπαρξή τους – κι ούτε που θυμόμασταν τη συνάντησή μας χθες βράδυ, μέσα στη στοά.

Τα παιδιά μας ζήτησαν συγνώμη κι ήμασταν στην πλεονεκτική και τιμητική θέση να τους συγχωρήσουμε, αν και μικρότεροι.

Υποθέτω πως δε φαντάζεστε πόσο διογκωμένη είναι η σημασία αυτών των συμβάντων στην παιδική σκέψη… Είναι λεπτομέρειες που σε καθορίζουν και μερικές φορές σου αλλάζουν το χαρακτήρα και μαζί αλλάζουν και τις προοπτικές για το μέλλον σου.

Τέλος πάντων.

Δώσαμε τα χέρια. Το ίδιο και οι γονείς μας. Διηγηθήκαμε όλοι τα γεγονότα των τελευταίων μηνών, κάθε ομάδα από την πλευρά της. Οι μεγάλοι έπεσαν από τα σύννεφα, μεταφορικά βεβαίως, όπως είχαν πέσει κυριολεκτικά χθες τη νύχτα (δεν το ξέραμε ακόμα) ο Νικόλας με τους συμμαθητές του, τα αντρειωμένα κομάντος από το νηπιαγωγείο!…

Ο μπαμπάς μου άνοιξε το λάπτοπ μας και οι άλλοι ξεβίδωσαν τα i-phone τους κι η Μελίνα με τη Λένια δήλωσαν πως βλέπουν καθαρά το εσωτερικό τους γεμάτο κομπιουτεροκακάκια.

Ο θείος Άρης περιέγραψε το Μελένιο Δράκο σαν ένα τεράστιο λούτρινο ζωάκι, ζεστό και μαλακό· μέσα στη νύχτα και στον πανικό του, δεν είχε μπορέσει να δει περισσότερες λεπτομέρειες.

Κι όλοι συμφωνήσαμε, μικροί και μεγάλοι, πως μια ψηφίδα έλειπε ακόμα, ίσως η καθοριστική, για την πρώτη τουλάχιστον φάση του παζλ – ο ιερέας.

Παρατώντας όλοι τις συσκευές τους ξεβιδωμένες στο τραπεζάκι του σαλονιού, βγήκαμε από το σπίτι και ξεκινήσαμε, σα διαδήλωση, για να τον βρούμε!

 

«Ο Διγαβρές»: με αγάπη & μεράκι από το Ρεθεμνάκι...

Διγαβρές στην κρητική διάλεκτο σημαίνει έγνοια. Είναι και ο τίτλος μιας διαδικτυακής κωμικής σειράς, που γυρίζουν με μεγάλη αγάπη, αλλά και ...