Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 3

 


Φωτο από το άρθρο Κανένα εξαφανισμένο παιδί δεν ξεχνιέται

***

Το πρώτο πράγμα που μας συνέβη ήταν πως μαζεύτηκαν κι άλλα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, που μας σταματούσαν στο δρόμο και μας μιλούσαν για χαμένα αδέρφια και φίλους τους.

Καμιά δεκαριά χαμένα παιδιά, τα περισσότερα αγόρια και λίγα κορίτσια, είχαμε τώρα στο κεφάλι μας κι αναζητούσαμε.

Το δεύτερο και πιο παράξενο, πως βρέθηκαν κι άλλων δύο παιδιών οι συντροφιές και παραδέχτηκαν πως ήξεραν το Μελένιο Δράκο. Τα εξαφανισμένα παιδιά, άσχετα το ένα από το άλλο, από τελείως διαφορετικά μέρη της Αθήνας, λίγους μήνες πριν εξαφανιστούν είχαν πάθει μια μανία με κάποιον Μελένιο Δράκο. Ένα Μελένιο Δράκο που είχε πάει στην Κίνα και στο φεγγάρι, είχε πολεμήσει με κακούς δράκους και προστάτευε τα παιδάκια.

Δεν ξέρω τι προτιμούσαμε… Την αμφιβολία που είχαμε μέχρι χθες ή τη σιγουριά που αποχτούσαμε τώρα πως όλα αυτά ήταν αληθινά, άρα και επικίνδυνα;

Την κρυφή βεβαιότητα πως είχαμε φτιάξει ένα παραμύθι ή την αναπάντεχη επίγνωση πως κάπου καραδοκούσε ένας θανάσιμος κίνδυνος;

Και τι ήταν ο Μελένιος Δράκος; Αληθινός δράκος; Συμμορία κακοποιών; Φίλος ή εχθρός;

Δε θ’ αργούσαμε να το μάθουμε.

Μια μέρα, το Μελινάκι μου μας είχε πει: «Εγώ θα τον βρω το Μελένιο Δράκο, γιατί έχω τ’ όνομά του».

Βέβαια, είχε τ’ όνομα της γιαγιάς μας· αλλά με κάποιον παράξενο τρόπο, που να μη συνέβαινε, είχε δίκιο.

Εκείνη το πρόσεξε πρώτη, στην “κομπιουτερολογική κλινική” του μπαμπά. Στην κοιλίτσα ενός άρρωστου κομπιουτερούλη, που περίμενε να τον γιατρέψει, ένα σαββατιάτικο μεσημέρι που πέρασε με τη μαμά ενώ πήγαιναν για ψώνια, παρατήρησε εκείνο που άλλαξε τη ζωή της.

«Μπαμπά, τι είναι αυτά μέσα στον κομπιουτερούλη; Αβγουλάκια;».

Ο μπαμπάς κοίταξε προσεχτικά, αλλά δεν είδε τίποτα.

«Δεν είναι τίποτα, αγάπη μου. Μήπως λες τα τσιπάκια; τα γραναζάκια;».

«Όχι, μπαμπά μου». Άγγιξε με το δαχτυλάκι της. «Να, εδώ είναι, στη γωνία, μικρά αβγουλάκια τρυπωμένα όπου έχει κενό. Σα να βγουν μικρά ζουζουνάκια από μέσα, ή καμπιούλες απ’ αυτές που γίνονται πεταλούδες!».

Το κοριτσάκι ήταν ενθουσιασμένο. Οι γονείς μας σήκωσαν τους ώμους με μια γκριμάτσα αμηχανίας· βγάζει κανείς άκρη με τη φαντασία των παιδιών;

Και πήγαν με τη μαμά για ψώνια με το κερασί αυτοκινητάκι τους, την Κερασένια. Και έλειπαν όλο το μεσημέρι και όλο το απόγευμα. Και κατά το βράδυ ο μπαμπάς τηλεφώνησε στο κινητό της μαμάς. Και μετά άρχισε να καλεί στα τηλέφωνά τους όλους τους οικογενειακούς φίλους μας· και τους συγγενείς μας· και μετά την αστυνομία και τα νοσοκομεία. Αλλά…

«Κάποιος έχει βάλει στόχο την οικογένειά μας» αποφάνθηκε ο θείος Πέτρος το επόμενο πρωί, αφού ήταν σίγουρο πια πως η μαμά και η Μελίνα είχαν εξαφανιστεί, όπως ο Χρηστάκης.

***

Έτρεξα κλαμένος στο δωμάτιό μου, άρπαξα τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας και σφίγγοντάς τις στην αγκαλιά μου άρχισα να τους μαλώνω και να τους ζητάω, σαν υποχρέωσή τους, να βρουν τη μαμά μου, την αδερφή μου, τον ξάδερφό μου και – αυτό μάλλον είχα ξεχάσει τόσον καιρό να τους το ζητήσω – όλα τα χαμένα παιδιά του κόσμου.

Και μετά σκέφτηκα όλους τους χαμένους γέρους, που βλέπουμε στην τηλεόραση αναγγελίες της εξαφάνισής τους, που η Μελίνα έκρυβε το προσωπάκι της και τ’ αφτάκια της να μην τις βλέπει και να μην τις ακούει. Και τους ζήτησα να τους βρούνε κι εκείνους.

Αλλά προπαντός τη μαμά και την αδερφή μου – χωρίς εκείνες, πώς θα ’ψαχνα για τον ξάδερφό μου; Πώς θα βοηθούσα να βρεθούν τα υπόλοιπα παιδιά του κόσμου κι όλοι οι γέροι;

Ίσως αυτοί οι γέροι είχανε χαθεί όταν ήταν μικρά παιδιά, σκέφτηκε ο νους μου· κι επειδή δεν έχουν βρεθεί ακόμη, μετά τόσα χρόνια, τώρα τους ψάχνουν σα γέρους.

Λες μετά από αρκετά χρόνια να ψάχνουν σα γέρο και το Χρηστάκη και σα γριές τη Μελίνα και τη μαμά μου; Κι εγώ να ’μαι γέρος και να ’χω ξοδέψει όλη τη ζωή και την περιουσία μου στο ψάξιμό τους; Και να ’μαι διάσημος ντετέκτιβ, ερευνητής εξαφανισμένων προσώπων, που θα ’χω κάνει σκοπό της ζωής μου την ανεύρεσή τους;

Και να ’χω ένα γραφείο που θα ονομάζεται “Μελένιος Δράκος”;

Ξύπνησα στη σκέψη. Ήμουν ακόμη εννιά, καθισμένος στο αγορίστικο κρεβατάκι μου, μέσα στο κλάμα, κι έσφιγγα ανήμπορος στην αγκαλιά μου τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίτσας.

Και στην πόρτα είχε σταθεί ο μπαμπάς μου και με κοιτούσε αμίλητος και συγκινημένος. Και στα μάτια και στα σφιγμένα του χείλη είχε μια γκριμάτσα αποφασιστικότητας, μα κι απαισιοδοξίας. Δε θα εγκατέλειπε, μα και δεν έλπιζε.

Εγώ όμως καταλάβαινα τι συνέβαινε· αλλά δεν ήξερα αν έπρεπε να το πω στο μπαμπά.

Τελικά του ζήτησα να συναντηθώ με τα παιδιά. Εκεί, στο σπίτι μας, κάτω απ’ την επίβλεψή του – έτσι θα ’ταν ήσυχος πως δε θα σκαρώναμε καμιά ριψοκίνδυνη απόπειρα.

«Είναι ο Μελένιος Δράκος» του είπα. «Το ξέρεις πως κι άλλα δυο παιδιά, εκτός απ’ το Χρήστο, είχαν πει πως τον έβλεπαν και του μιλούσαν; Κι είναι εξαφανισμένα κι αυτά».

Αναστέναξε· δεν το ήξερε. Ίσως αυτό τον έπεισε να μου κάνει τη χάρη. Και σε μια δυο ώρες είχαν ανασταλεί όλες οι δραστηριότητες της οικογένειας και γονείς και παιδιά είχαμε συγκεντρωθεί στο σαλόνι μας.

Για πρώτη φορά, ο Μιχάλης, ο Κωστάκης κι εγώ διηγηθήκαμε στους γονείς μας λεπτομερώς όλο το ιστορικό της αναζήτησης του Μελένιου Δράκου. Είπαμε για τις επαφές μας, την κινητοποίηση των παιδιών της πόλης, τις ανακοινώσεις από τα μεγαλύτερα παιδιά μέσω Facebook, τ’ αδερφάκια άλλων εξαφανισμένων παιδιών, που έφερναν τις φωτογραφίες τους στην έρευνά μας – ακόμη και τις συντροφιές μεγάλων παιδιών που μας είχαν υποσχεθεί φιλία και συμμαχία, σε περίπτωση που κινδυνεύαμε.

Αλλά τώρα – αυτό σκεφτόμασταν όλοι – κινδυνεύαμε σοβαρά και τι θα μας έκανε η φιλία και η συμμαχία των μεγάλων παιδιών, που δεν ήταν κι εκείνα τίποτ’ άλλο παρά παιδιά και δεν ήξεραν τίποτα πέρα από κόμικς με σούπερ ήρωες και παιχνίδια υπολογιστών;

«Δηλαδή σχηματίστηκε ένα δίκτυο αναζήτησης των χαμένων παιδιών», συμπέρανε ο θείος Ορέστης, «που αποτελείται πάλι από παιδιά». Αναστέναξε. «Συγκλονιστικό!».

«Και λοιπόν, τι βρήκαν;» γκρίνιαξε η θεία Μαρκέλλα (οι γονείς του Μιχάλη και του Κωστάκη είναι αυτοί, όπως θυμάστε). «Τίποτα, απολύτως τίποτα. Όχι μόνο δε βρήκαν, αλλά χάθηκαν κι άλλες δύο, το Μελινάκι και η Μάρθα!».

Μας κοίταξε με πιο άγριο βλέμμα κι από τη Γκρουέλα ντε Βιλ.

«Έπρεπε να κάτσετε ήσυχα» σφύριξε. «Σας το είπαμε, αλλά πού ν’ ακούσει το ξερό σας το κεφάλι; Να τα τώρα!».

«Ηρέμησε, Μαρκέλλα», προσπάθησε να την πλησιάσει ο θείος Ορέστης. Εκείνη έκρυψε το μελαχρινό πρόσωπό της στα δυο της χέρια κι άρχισε να κλαίει.

Ο Μιχάλης νίκησε την αμηχανία κι έσπασε τη σιωπή όλων μας – έπαιρνε επάξια τη σκυτάλη της αρχηγίας, δείχνοντας ποιος ήταν ο μεγαλύτερος σ’ αυτό το σπίτι:

«Θείε Γρηγόρη», είπε στο μπαμπά μου, «μπορείς, σε παρακαλώ, να μας πεις τι δεν είπες στην αστυνομία για την εξαφάνιση της θείας Μάρθας και της Μελίνας;».

«Πώς ξέρεις πως δεν τα είπα όλα;».

«Σίγουρα δεν είπες πράγματα που οι μεγάλοι δεν τα θεωρείτε σημαντικά».

«Όπως δε θεωρείτε σημαντικό το Μελένιο Δράκο», πετάχτηκε η Λένια, «αν και τώρα είναι πια σίγουρη η ύπαρξή του».

Ο μπαμπάς μου ξεροκατάπιε. Έριξε μια ματιά γύρω του· όλοι τον κοιτούσαν. Χαμογέλασε, δεν κατάλαβα γιατί (από αμηχανία; συγκίνηση; ελπίδα;), και ξεστόμισε αυτό που κι ο ίδιος μέχρι πριν λίγο το ’χε ξεχάσει κι ούτε φανταζόταν ποτέ πως θα χρειαζόταν να το αναλύσει:

«Η Μελίνα μου είπε πως έβλεπε κάτι αβγουλάκια μέσα σ’ έναν υπολογιστή που διόρθωνα στο εργαστήριο. Η Μάρθα κι εγώ δεν είδαμε τίποτα, εκείνη επέμενε, αλλά φυσικά δε δώσαμε σημασία…».

«Φυσικά» επανέλαβε με κάποιο τουπέ ο Μιχαλάκης, ένας μικρός Σέρλοκ.

«Αυτό εννοείς;» ρώτησε ο μπαμπάς μου. «Δε θυμάμαι τίποτ’ άλλο παιδιάστικο, που να μην του έδωσα σημασία και να μην το είπα».

«Και πού είναι αυτός ο υπολογιστής;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Τον τελείωσα και ήρθε ο πελάτης και τον πήρε πίσω. Είναι στο Γαλάτσι τώρα».

«Να δούμε τους άλλους υπολογιστές στο εργαστήριό σου;» ρώτησε ο Κωστάκης.

«Δεν έχουν νόημα όλα αυτά» μπήκε στη μέση με κάποια νευρικότητα ο θείος Πέτρος.

«Ο θείος Άρης θα διαφωνούσε» πετάχτηκα.

«Ακόμα κι ο θείος Άρης δεν είναι τόσο παλαβός όσο τον νομίζετε» αποκρίθηκε ο θείος.

Προτίμησα να μην απαντήσω, να μην πω δηλαδή πως δεν τον νομίζαμε παλαβό, αλλά λογικό, και πως αντίθετα θεωρούσαμε παλαβούς όλους όσοι δε μας καταλάβαιναν, δε μας έδιναν σημασία και δε μας έπαιρναν στα σοβαρά· αλλά δε μίλησα· το ξαναείπαμε, δε μπορείς να πείσεις έναν μεγάλο.

Πήγαμε στο εργαστήριο, πολύ κοντά στο σπίτι. Κοιτάξαμε όλους τους ανοιχτούς υπολογιστές, που περίμεναν ξεντεριασμένοι την εγχείρησή τους… Και τα βρήκαμε.

Η Λένια μόνο τα βρήκε, η μικρότερη όλων – έξι χρονών:

«Ναι, είναι γεμάτοι αβγά». Έδειξε με το δαχτυλάκι της σε πολλά σημεία. Όλοι οι υπόλοιποι δε βλέπαμε τίποτα.

«Δεν υπάρχουν αβγά» επέμειναν οι μεγάλοι. Μας κοίταξαν απεγνωσμένα.

«Αφού η Λένια λέει ότι υπάρχουν», είπε ο Μιχάλης, «άρα υπάρχουν. Απλώς δε μπορούμε να τα δούμε».
«Και το είπε κι η Μελίνα» πρόσθεσε ο Κωστάκης.

«Εντάξει, τι είναι αυτά;» ρώτησε ο μπαμπάς μου. «Να τα ψεκάσουμε; Γιατί δεν τα βλέπουμε; Και τι σχέση έχουν με τις εξαφανίσεις των αγαπημένων μας;».

«Μήπως νομίζεις πως είναι αβγά του Μελένιου Δράκου;» ρώτησε η θεία Ξένια.

«Εγώ νομίζω πως δε βλέπεις τίποτα» είπε ήπια ο θείος Ορέστης. «Απλά, είσαι ένα παιδάκι και η φαντασία σου οργιάζει».

«Όχι, θείε», διαμαρτυρήθηκε η Λένια.

«Κι αν υπάρχουν, γιατί δεν τα βλέπουν οι άλλοι; Επειδή είναι αγόρια; Μα τι κάθομαι και συζητάω!».

«Όχι» φώναξε ο Μιχάλης. «Επειδή είμαστε μεγαλύτεροι!».

«Τι;».

«Η Λένια είναι η πιο μικρή απ’ όλους. Έστω ένα χρόνο, από μένα δύο, πάντως είναι η μικρότερη, η πιο αθώα. Εντάξει, είναι και κορίτσι, δεν ξέρω αν παίζει κι αυτό κανένα ρόλο…».

«Όπως κι η Μελίνα είναι μικρή και είναι και κορίτσι» πρόσθεσα, αν και δεν πολυκαταλάβαινα πού το πήγαινε.

Οι μεγάλοι είχαν απελπιστεί.

«Παλαβομάρες» αποφάνθηκε ο θείος Ορέστης.

Όλοι συμφώνησαν, μας πήραν και γυρίσαμε στο σπίτι μας.

«Ας πιούμε ένα καφέ και μετά φεύγετε» παρακάλεσε ο μπαμπάς μου. Όλοι δέχτηκαν, για να μη μας αφήσουν μόνους.

«Θα τον φτιάξουμε εμείς» προθυμοποιήθηκαν οι γυναίκες.

«Εγώ θέλω ποτό» είπε ο θείος Πέτρος.

Κι άρχισαν να συζητούν για την αστυνομία και τις ανακοινώσεις που θ’ άρχιζαν να μεταδίδονται στην τηλεόραση από απόψε. Ο μπαμπάς με το ζόρι κρατιόταν να μην αρπάξει τ’ αμάξι κι αρχίσει να τρέχει σε όλη την Αθήνα και να τις ψάχνει.

Εμάς μας ξέχασαν. Και αυτό έγινε η χρυσή μας ευκαιρία για δράση. Ευκαιρία, που δεν την αφήσαμε να πάει χαμένη.

***

«Ποιος είναι ειδικός σ’ αυτά που οι περισσότεροι άνθρωποι δε μπορούν να δουν;» ρώτησε με πραγματική απορία ο Μιχάλης.

«Δεν ξέρω… Ο μικροβιολόγος;» πρότεινε ο Κωστάκης.

«Ένας μάγος;» ρώτησε η Λένια.

Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό μου.

«Όχι», είπα αποφασιστικά· «ένας παπάς».

Με κοίταξαν όλοι απορημένοι.

«Οι μάγοι δεν υπάρχουν» εξήγησα. «Συγνώμη, Λένια μου, αλλά υπάρχουν μόνο στα παραμύθια».

«Δεν είναι έτσι».

«Εντάξει… Τέλος πάντων, τώρα δεν έχουμε πρόχειρο κάποιο μάγο. Ο μικροβιολόγος δε νομίζω πως κάνει γι’ αυτή τη δουλειά. Είμαι σίγουρος πως εδώ έχουμε κάτι αληθινά μαγικό· αν ήταν μικρόβιο, που χρειαζόταν μικροσκόπιο, ούτε η Λένια και η Μελίνα δε θα μπορούσαν να το δουν».

Όλοι συμφώνησαν.

«Παπά όμως έχουμε πρόχειρο» συνέχισα με κάποιο δισταγμό. «Η εκκλησία είναι μερικά τετράγωνα παρακάτω. Να το σκάσουμε απ’ τους μεγάλους και να πάμε».

Χωρίς καθόλου να προβληματιστούμε για τις συνέπειες (μάλλον κρυφοκαμαρώνοντας για τη γενναιότητά μας, σαν αντιστασιακοί σε δικτατορία) κατεβήκαμε από το παράθυρο, ευτυχώς μέναμε στο ισόγειο της πολυκατοικίας, και πετάξαμε για την εκκλησία.

Αυτή η εκκλησία ήταν πάντα κοντά στο σπίτι μας, στα παιδικά μάτια μας φάνταζε γιγάντια, αλλά δεν είχα ποτέ περάσει την πόρτα της, ούτε ήξερα το όνομά της.

Ήξερα πως κάθε εκκλησία έχει ένα όνομα, το όνομα της Παναγίας ή ενός αγίου (ή αγίας, αν και τότε δεν είχα σκεφτεί πως υπάρχουν και αγίες, ούτε ήξερα τι είναι άγιος), αλλά τούτης της εκκλησίας το όνομα δεν το είχα ακούσει ποτέ, ούτε είχα ενδιαφερθεί να το μάθω. Αναρωτιέμαι τώρα αν οι γονείς μου το ξέρανε. Εμείς ήμασταν απ’ τις οικογένειες που δεν πηγαίνουν στην εκκλησία ποτέ, εκτός αν λάχει κανένας γάμος, κηδεία (απαγορευμένη για τα παιδάκια – κακώς, γιατί έτσι αποχτούν μια φοβία για τον πραγματικό θάνατο) ή βάφτιση, παρά μόνο δυο φορές το χρόνο: το Πάσχα (καθόμασταν έξω και μόλις έλεγαν το Χριστός ανέστη, όπου φύγει φύγει) και σε μια γιορτή του καλοκαιριού, στο χωριό, της Παναγίας (πόσες φορές το χρόνο γιορτάζει;), όπου πάλι καθόμασταν έξω κι εμείς τα παιδιά παίζαμε κρυφτό και κυνηγητό (τα πιο “τυχερά” παίζανε τάμπλετ, μόνο που έτσι δεν επικοινωνούσανε με κανένα) και δεν ασχολούμασταν καθόλου με ό,τι συνέβαινε εκεί πέρα, εκτός από πέντε λεπτά, τη στιγμή που μας βάζανε μέσα, οδηγώντας μας σαν κοπάδι πάπιες, να πάρουμε το “χρυσό κουταλάκι”.

Αυτά είναι τα “πότε πότε κεράκια” που έγραψα πριν πως ανάβαμε στους αγίους. Αν το καλοσκεφτείς, δε σημαίνουν και τίποτα.

Όλ’ αυτά μου περνούσαν απ’ το μυαλό καθώς στρίβαμε στη γωνία για την εκκλησία της γειτονιάς μας.

Και τότε έγινε το αναπάντεχο· αντικρίσαμε το απερίγραπτο· αντιμετωπίσαμε το ακατόρθωτο! Και πρώτη φορά παραλίγο να το πληρώσουμε με τη ζωή μας!

Γύρω απ’ τον περίβολο της εκκλησίας καιροφυλακτούσαν αμέτρητα διαβολάκια, ψηλά όσο κι εμείς, δηλαδή όσο παιδιά του δημοτικού, με πανάσχημες τρομακτικές φάτσες, καμπουριασμένα κορμιά και μακριά χέρια με γαμψά νύχια! Μόλις μας είδαν, με κάτι κόκκινα αιμοβόρα μάτια, άρχισαν να γρυλίζουν, να χοροπηδάνε, να κάνουν τούμπες και, το χειρότερο, όρμησαν κατά πάνω μας να μας ξεσκίσουν!

Φωτο από εδώ

«Χριστέ μου!» φώναξα (οι άλλοι δεν ξέρω τι τσιρίξανε), μα δε στάθηκε αρκετό να τα διασκορπίσει.

Αρχίσανε να μας κυνηγάνε γύρω γύρω, εμείς ξεφωνίζαμε πανικόβλητοι και τρέχαμε ιδρωμένοι για να γλιτώσουμε τη ζωή μας!

Τα ρουθούνια μας βασανίζονταν από μια τρομερή δυσοσμία, μα ούτε που μας απασχολούσε εκείνη την ώρα… Στην αρχή θέλαμε να περάσουμε, να φτάσουμε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας, αλλά μετά το ξεχάσαμε και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να μη μας πιάσουν.

Δεν είχαν κέρατα ή φτερά νυχτερίδας ή κάτι τέτοιο· έμοιαζαν με καλικάντζαρους ή τρολς ή ορκς ή δεν ξέρω κι εγώ τι σκοτεινά πλάσματα απ’ τα εφιαλτικά παραμύθια που διαβάζουμε ή βλέπουμε στα DVD και στην τηλεόραση. Απ’ αυτά που δεν ξέραμε αν υπάρχουν στ’ αλήθεια· που οι μεγάλοι μας διαβεβαίωναν πως δεν υπάρχουν· και που εμείς εκείνη την ώρα, με το χειρότερο τρόπο, διαπιστώναμε πως υπάρχουν!

Στα γύρω στενά κυκλοφορούσαν και μερικοί άνθρωποι. Γύρισαν και μας κοιτούσαν απορημένοι – προφανώς δεν έβλεπαν παρά κάτι τρελαμένα μικρά που λακούσαν πάνω κάτι τσιρίζοντας μανιασμένα.

Περνούσαμε κάτω από παγκάκια, πάνω από κάδους, δίπλα σε δεντράκια· προσπαθούσαμε να σκαρφαλώσουμε, μα του κάκου – δεν ήμασταν τόσο περιπετειώδεις!...

Μέσα στην εκκλησία, στο γραφείο, ο παπάς προφανώς άκουσε το πανδαιμόνιο – κυριολεκτικά το λέω – και πρόβαλε στην πόρτα, στο κεφαλόσκαλο, να δει τι τρέχει. Ήταν ένας νέος παπάς, με ξανθά γενάκια και γαλάζια μάτια, σαν του Κλέβις και του Κλωντιάν· εκείνη τη στιγμή φυσικά δεν μπορούσα να τον προσέξω. Δεν ξέρω τι είδε – την αλήθεια ή μόνο τα “τρελαμένα στρουμφάκια”; Πάντως τα τρολς κοντοστάθηκαν και τον κοίταξαν λίγο ανήσυχα. Έτσι εμείς πήραμε ανάσα ενός δευτερολέπτου και συνταχτήκαμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Σα δεν είδαν τον παπά να κινείται εναντίον τους, ετοιμάστηκαν να μας χιμήξουν.

Διαπιστώσαμε με φρίκη πως μας είχαν περικυκλώσει!

«Βοήθεια!» ούρλιαξε ο Κώστας. Κι όλοι μονομιάς αρχίσαμε να φωνάζουμε τη μαγική λέξη.

Οι ελάχιστοι περαστικοί συνέχιζαν να μας κοιτάνε με γουρλωμένα μάτια. Ο παπάς, σκεφτικός κι αμίλητος, κατέβηκε ένα σκαλοπάτι.

Και τότε μια σκιά φάνηκε από πάνω μας, κάτι μεγάλο χαμήλωσε απ’ τον ουρανό και τα αερικά πάγωσαν από τον τρόμο τους, έριξαν βιαστικά μια ματιά προς τα πάνω και, αφού επιβεβαιώθηκε ο φόβος τους, το ’βαλαν στα πόδια σκορπίζοντας δώθε κείθε με στριγκλιές και ποδοβολητά. Σε μερικά δευτερόλεπτα δε φαινόταν ούτε ένα – δεν πιστεύαμε στην τύχη μας· είχαμε γλιτώσει!

Σφιχταγκαλιαστήκαμε και δειλά κοιτάξαμε προς τα πάνω, με την καρδιά μας να βροντάει σαν ταμπούρλο. Ήμασταν σίγουροι τι θα βλέπαμε.

Αυτό που είδαμε ήταν φευγαλέο, μια σκιά να χάνεται πάνω από τον τρούλο της εκκλησίας. Όμως ήμασταν σίγουροι: ήταν ο Μελένιος Δράκος!

Ίσως θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο… Μα τι λέω; Τι άλλο μεγάλο ιπτάμενο θα μπορούσε να πανικοβάλει τόσο πολύ τα δαιμόνια, που μας επιτέθηκαν να μας κατασπαράξουν, παρά μόνο ο Μελένιος Δράκος; Τι άλλο θα έμοιαζε τόσο πολύ με την πίσω όψη ενός δράκου, έστω και σκοτεινή, σα σκιά, μέσα στην αντηλιά, παρά μόνο ο Μελένιος Δράκος; Ήταν αληθινός! Και τον είχαμε βρει! Και μας είχε σώσει!

Κι εκείνη την ώρα πλησίασε και στάθηκε δίπλα μας ο ιερέας.

Μας κοίταξε γεμάτος καλοσύνη. Κάπου μέσα μας νιώθαμε, μας δεν το συνειδητοποιούσαμε τότε ακόμη, πως δεν ήταν καλοσύνη, αλλά ένα είδος παιδικής αθωότητας· διαφορετικής απ’ του θείου Άρη. Τούτος εξάλλου έμοιαζε πολύ νεότερος απ’ το θείο Άρη. Υπήρχαν παπάδες τόσο νέοι; Και ήταν τόσο ξανθός και ανοιχτόχρωμος, που φαινόταν ξένος. Υπήρχαν παπάδες τόσο ξανθοί;

«Τι πάθατε, παιδάκια;» μας ρώτησε με πραότητα. «Μήπως χρειάζεστε βοήθεια;».

Αντί ν’ απαντήσουμε, μπροστά στα κατάπληκτα μάτια του, ξαναρχίσαμε να ξεφωνίζουμε και τρέξαμε σα λαγοί, σκαρφαλώσαμε τα σκαλοπάτια της εκκλησίας και τρυπώσαμε μέσα!

Ο ιερέας κοίταξε τους αποσβολωμένους περαστικούς. Σήκωσε τους ώμους και μας ακολούθησε βιαστικά. Όμως από ένστικτο έριξε μερικές ματιές πέρα δώθε· δεν είδε τίποτα.

Μπήκε στην εκκλησία. Είχαμε κουρνιάσει πίσω απ’ την εικόνα της Παναγίας, σ’ ένα μεγάλο προσκυνητάρι ακριβώς μετά την είσοδο και το παγκάρι με τα κεριά.

Πλησίασε, μας σήκωσε παίρνοντάς μας από το χέρι και μας οδήγησε από μια αθέατη πλαϊνή πόρτα στο μικρό κομψό γραφείο του.

***

Για να μην πολυλογώ, του αφηγηθήκαμε τα πάντα. Μέχρι τη στιγμή που πιστοποιήσαμε την ύπαρξη του Μελένιου Δράκου, λίγα λεπτά πριν. Ακόμα τρέμαμε κι η καρδιά μας κλωτσούσε από το φόβο των αιμοβόρων τρολς!

Μας άκουσε υπομονετικά, έκανε μια δυο διευκρινιστικές ερωτήσεις, και μετά για λίγο βυθίστηκε σε σκέψεις.

«Πώς ήταν αυτά τα αβγουλάκια, παιδί μου;» ρώτησε τη Λένια.

«Μικρά, σα μαμουνάκια» αποκρίθηκε το κοριτσάκι. Σούφρωσε λίγο τα μουτράκια της. «Σαν κομπιουτεροκακάκια» πρόσθεσε λίγο αηδιαστικά.

Έτσι τα ονομάζαμε όλοι από ’δώ και πέρα· κομπιουτεροκακάκια.

«Πού είναι οι γονείς σας;» μας ρώτησε τώρα ο ιερέας.

«Εδώ παρακάτω» απάντησα. «Θα μας ψάχνουν».

«Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να τους ειδοποιήσουμε».

«Πάτερ, με μας είστε ή με τους κακούς;» αγανάκτησε ο Μιχάλης, εκφράζοντας όλους μας. «Σας λέμε ότι μας κυνηγήσανε – πώς να το πω; – διαόλοι! Παραλίγο να μας φάνε! Δεν είδατε τίποτα;»

Κούνησε το κεφάλι του· το σοβαρό του βλέμμα, εκείνη την ώρα τουλάχιστον, μου άφηνε κάποιες αμφιβολίες αν έλεγε αλήθεια. Τουλάχιστον, ήθελα να έχω αμφιβολίες.

«Ακούστε, παιδιά μου», είπε. «Δε λέω ότι δε σας πιστεύω… Εντάξει, σας πιστεύω. Αλλά είστε μικρά παιδιά κι εγώ δεν είμαι ο μπαμπάς σας. Έχω ευθύνη για σας. Πρέπει να έρθουν εδώ οι γονείς σας και να τους τα πούμε όλα αυτά. Εγώ, από πλευράς μου, όσο μπορώ θα σας βοηθήσω».

Ξεφυσήσαμε. Πάει καλά! Του είπα τον αριθμό τηλεφώνου μου, κάλεσε το μπαμπά μου και σ’ ένα λεπτό, ή και λιγότερο, οι έξι γονείς είχαν μαζευτεί εξαγριωμένοι εδώ.

Τους είπαμε την ιστορία, για τα δαιμόνια και την εμφάνιση του Μελένιου Δράκου.

Δεν το χωρούσε ο νους τους κι έκαναν πως δεν το πιστεύουν. Μας έβαλαν τις φωνές που το σκάσαμε κι όλα αυτά τα δασκαλίστικα, που κάνουν οι παλαβοί μεγάλοι όταν βρίσκονται σε αμηχανία.

«Εσείς τι λέτε, πάτερ;» ρώτησε η θεία Μαρκέλλα, σε μια ύστατη προσπάθεια να μας λογικέψει. Όλοι κοίταξαν τον ιερέα, ελπίζοντας πως θα μιλήσει λογικά, δηλαδή θα πάρει το μέρος τους. Κι εμείς τον κοιτάξαμε ικετευτικά, ελπίζοντας να πει την αλήθεια, δηλαδή να πάρει το δικό μας μέρος.

Ο νεαρός ιερέας μας έριξε μια ματιά και είδε το ικετευτικό βλέμμα μας. Έσφιξε τα χείλη· θα προτιμούσε να μην το είχε αντικρίσει.

«Κοιτάξτε» είπε στη θεία· «είδα τα παιδιά να τρέχουν πάνω κάτω ξεφωνίζοντας τρομαγμένα. Δεν είδα δαίμονες, αλλά ήταν φανερό πως δεν έπαιζαν, πως έτρεχαν να ξεφύγουν από κάτι. Δεν είδα δράκο ή σκιά δράκου, έβλεπα μόνο τις αντιδράσεις των παιδιών, αλλά, αν δεν είχαν γίνει ξαφνικά ηθοποιοί που έπαιζαν μια παράσταση χωρίς κοινό, οι αντιδράσεις τους ήταν ακριβώς σα να ζούσαν όλα αυτά που μας διηγούνται».

«Δηλαδή τα πιστεύετε;» ρώτησε η θεία γουρλώνοντας τα μεγάλα της μάτια με φρίκη.

«Δεν πρέπει να αποκλείσετε τίποτα» παραδέχτηκε ο ιερέας.

Τώρα οι μεγάλοι ξέσπασαν σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας:

«Ε, όχι, πάτερ μου» είπε θυμωμένος ο μπαμπάς μου. «Πρέπει ν’ αποκλείσουμε τους παραλογισμούς. Πρέπει ν’ αποκλείσουμε τα ψέματα».

«Τι περιμένεις; Παπάς!» είπε κάπως ρατσιστικά ο θείος Ορέστης.

Ο θείος Πέτρος κι η θεία Ξένια κοιτούσαν θλιμμένα και δε μιλούσαν. Αναρωτήθηκα αν είχε κλονιστεί κάπως η βεβαιότητά τους πως όλα ήταν αποκύημα της φαντασίας μας.

«Πάμε γρήγορα σπίτι!» είπε οργισμένος ο θείος Ορέστης. «Αυτή η κωμωδία σταματάει τώρα!».

«Ε, όχι!» ούρλιαξε ο Μιχάλης και στάθηκε αντιμέτωπος με το μπαμπά του. Στα μάτια του, πρώτη φορά όσα χρόνια τον ήξερα, δηλαδή όλη μου τη ζωή, είχαν ανεβεί δάκρυα.

Στριμωχτήκαμε πίσω του· ήταν και πάλι ο φυσικός μας ηγέτης.

«Τι είπες, μικρέ;» ειρωνεύτηκε ο θείος στραβοκοιτάζοντάς τον.

«Είπα, όχι!» απάντησε ο Μιχάλης και κοπάνησε με το πόδι του το πάτωμα του μικρού γραφείου. «Επιτέλους θα μας ακούσετε. Ξέρουμε τι είδαμε! Παραλίγο να μας έχουν κάνει κιμά! Βρήκαμε το Μελένιο Δράκο! Και δε θα μας σταματήσετε τώρα, που προχωρήσαμε ένα βήμα για να βρούμε το Χρήστο».

Όσο μιλούσε, όλο και περισσότερο δάκρυζε. Εμείς κρατούσαμε την ανάσα μας περιμένοντας τις αντιδράσεις τους.

«Ας είμαστε ψύχραιμοι» είπε ο θείος Πέτρος. «Πάμε σπίτια μας».

«Ας αφήσουμε την αστυνομία να κάνει τη δουλειά της» συμπλήρωσε η θεία Ξένια. «Παιδιά, μη συνεχίζετε».

«Συγνώμη, πάτερ» είπε ο μπαμπάς μου.

Ο παπάς κούνησε ελαφριά το κεφάλι με τα ξανθά του γενάκια και δεν είπε λέξη.

Καθώς βγαίναμε απ’ την εκκλησία, ο Κώστας μας έδειξε την εικόνα, που πίσω της είχαμε κρυφτεί όταν μπήκαμε τρομοκρατημένοι. Παράξενα συναισθήματα μας κατέκλυσαν – και μια ελπίδα πως δεν ήταν όλα τυχαία· ήταν η Παναγία Γαλακτοτροφούσα (όπως ξέρω σήμερα πως τη λένε), που θήλαζε το Μωράκι στην αγκαλιά της, ακριβώς όπως η εικόνα που είχαμε βρει το προηγούμενο καλοκαίρι στο χωριό μας.

 

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης σε κόμικ! // Starets Silouane. Un moine du Mont Athos d'apres la biograpgie du pere Sophrony

  

Ο βίος του αγιορείτη αγίου σε comic, με βάση τη βιογραφία του από τον Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ.

Σελίδες νοσταλγίας

Αναδημοσιεύεται σήμερα (από εδώ) με αφορμή την εορτή του αγίου (24 Σεπτ.), μαζί με την εορτή της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας, της αγίας Θέκλας και άλλων αγίων (δες στο τέλος της ανάρτησης).

Ο Συμεών Ιβάνοβιτς Αντώνωφ γεννήθηκε το 1866, στην επαρχία Ταμπώφ της Ρωσίας.
Ήταν ένας φτωχός χωρικός, σχεδόν αγράμματος. Μετά τη στρατιωτική του θητεία, έφυγε το 1892 για το Άγιον Όρος, το Περιβόλι της Παναγίας, και εισήλθε στο ρωσικό Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, όπου εκείνη την εποχή ζούσαν 2000 μοναχοί.
Όταν έγινε μοναχός, έλαβε το όνομα Σιλουανός, και έζησε στο Μοναστήρι ως απλός μοναχός, μέχρι το θάνατό του, το 1938.
Ο Γέροντας Σιλουανός είναι ένας αυθεντικός μάρτυρας του Χριστού, ένας πνευματικός άνθρωπος της εποχής μας. Η απλή και δυνατή γλώσσα του Γέροντα αγγίζει την καρδιά. Η μαρτυρία του έσωσε πολλούς ανθρώπους από την απόγνωση.
Στις 26 Νοεμβρίου 1987 ο Γέροντας Σιλουανός αναγνωρίστηκε ως Άγιος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.
Στην Πράξη της αγιοκατατάξεως, ο νέος Άγιος παρουσιάζεται ως "αποστολικός και προφητικός διδάσκαλος της Εκκλησίας και του χριστιανικού πληρώματος".
"Σε ικετεύω, Ελεήμον Κύριε, να Σε γνωρίσουν όλοι οι λαοί της γης, εν Πνεύματι Αγίω" (Άγιος Σιλουανός).

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου έγινε τον Μάρτιο του 2009 στην γαλλική γλώσσα από τον βελγικό εκδοτικό οίκο «Coccinelle BD» (Durbuy - Belgique) με σκίτσα του Gaëtan Evrard. Την επόμενη χρονιά το βιβλίο τιμήθηκε με ειδική μνεία στο διεθνές φεστιβάλ χριστιανικών comics της Angouleme στην Γαλλία.
Ο δημιουργός του comic εμπνεύστηκε το θέμα από το ομώνυμο βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιου. Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά και έφηβους, περιγράφοντας τα κύρια στάδια της ζωής του Αγίου στο Άγιον Όρος αλλά και πριν από αυτό, παρέχοντας ουσιαστικές περιλήψεις και αποσπάσματα από τη μαρτύρια και τη διδασκαλία του. Τα γραφικά είναι απλά και αρμονικά, χρησιμοποιώντας παστέλ χρώματα με το μπεζ και το γκρι να κυριαρχούν, δίνοντας έναν ειρηνικό χαρακτήρα. Τα σχέδια σέβονται την αγιορείτικη αρχιτεκτονική, τόσο στους εσωτερικούς χώρους όσο και στα εξωτερικά τοπία.
Στην ελληνική γλώσσα μεταφράστηκε και εκδόθηκε από την Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, στην Αγγλία.

Ξενόγλωσσος τίτλος: Starets Silouane. Un moine du Mont Athos d'apres la biograpgie du pere Sophrony
Εικονογράφηση: Evrard Gaetan
Ημερομηνία έκδοσης: Μάιος 2016
Αριθμός σελίδων: 82
Διαστάσεις: 32 x 24
Τιμή: 20,00€

 
Διαμάντια από τη διδασκαλία του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη
 
Από εδώ
 
* Όποιος δεν αγαπά τους εχθρούς, σ' αυτόν δεν έχει κατοικήσει ακόμη η χάρις του Θεού.

* Αφόρητη είναι η ζωή χωρίς αγάπη για τον Θεό. Σκότος και ανία για την ψυχή. Όταν όμως έλθει η αγάπη, τότε είναι αδύνατο να περιγραφεί η χαρά της ψυχής.

* Όποιος γνώρισε την αγάπη του Θεού, αυτός αγαπά όλον τον κόσμο και ποτέ δεν μεμψιμοιρεί, γιατί η πρόσκαιρη θλίψη για τον Θεό προκαλεί αιώνια χαρά.

Διδαχές του Οσίου Σιλουανού
* Ας ταπεινώσουμε τον εαυτό μας, και ο Κύριος θα δώσει να γνωρίσουμε την δύναμη της προσευχής του Ιησού.

* Ψυχή που αγαπά τον Κύριο δεν μπορεί να μην προσεύχεται, γιατί την έλκει προς Αυτόν η χάρη που εδοκίμασε στην προσευχή.

* Αν κανείς προσεύχεται στον Κύριο και σκέφτεται άλλα πράγματα, τότε ο Κύριος δεν εισακούει αυτού του είδους την προσευχή.

* Η αδιάλειπτη προσευχή προέρχεται από την αγάπη και χάνεται εξ αιτίας της κατακρίσεως, της αργολογίας και της ακράτειας.

* Τέτοιος είναι ο παράδεισος του Κυρίου. Όλοι θα βρίσκονται μέσα στην αγάπη και από την κατά Χριστόν ταπείνωση όλοι θα χαίρονται να βλέπουν τους άλλους ανώτερούς τους. Η ταπείνωση του Χριστού κατοικεί στους μικρότερους κι αυτοί χαίρονται που είναι μικροί.

* Για να σωθείς είναι ανάγκη να ταπεινωθείς. Για τον υπερήφανο, και με τη βία να τον βάλεις στον παράδεισο, κι εκεί δεν θα βρει ανάπαυση, γιατί δεν θα είναι ικανοποιημένος και θα λέγει: «Γιατί δεν είμαι εγώ στην πρώτη θέση;»

* Η ψυχή του ταπεινού μοιάζει με πέλαγος. Ρίξε μια πέτρα στο πέλαγος. Θα ταράξει για λίγο την επιφάνεια και μετά καταδύεται αμέσως στα βάθη. Έτσι καταβυθίζονται στην καρδιά του ταπεινού οι θλίψεις, γιατί η δύναμη του Κυρίου είναι μαζί του.

* Η υπερηφάνεια καίει σαν την φωτιά κάθε καλό, ενώ η κατά Χριστόν ταπείνωση είναι γλυκεία και δεν περιγράφεται. Κι αν το ήξεραν αυτό οι άνθρωποι, τότε όλη η οικουμένη θα σπούδαζε αυτήν την επιστήμη.

Ψυχή αμαρτωλή, αιχμάλωτη στα πάθη, δεν μπορεί να έχει ειρήνη και χαρά εν Κυρίω, έστω κι αν έχει όλα τα πλούτη της γης, έστω κι αν βασιλεύει σ' όλον τον κόσμο.

* Αν οι άρχοντες τηρούσαν τις εντολές του Κυρίου και ο λαός και οι υπήκοοι υπάκουαν με ταπείνωση, θα υπήρχε μεγάλη ειρήνη και αγαλλίαση πάνω στη γη. Εξαιτίας όμως της φιλαρχίας και της ανυπακοής των υπερήφανων υποφέρει όλη η οικουμένη.

* Το μέτρο της εγκράτειας πρέπει να είναι τέτοιο που να παραμένει η καρδιά στην προσευχή μετά το γεύμα.

* Να η πιο σύντομη και εύκολη οδός για την σωτηρία: Να είσαι υπάκουος εγκρατής, να μην κατακρίνεις και να φυλάγεις τον νου και την καρδιά σου απ’ τους κακούς λογισμούς.

* Το καλύτερο έργο είναι να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού και να βαστάζουμε τις θλίψεις με ελπίδα.

* Για να γνωρίσει κανείς τον Κύριο δεν χρειάζεται να είναι πλούσιος ή επιστήμονας, αλλά χρειάζεται να είναι εγκρατής, να έχει πνεύμα ταπεινό και ν' αγαπά τον πλησίον.

Ή απιστία προέρχεται από την υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος ισχυρίζεται ότι θα γνωρίσει τα πάντα με τον νου του και την επιστήμη, αλλά η γνώσι του Θεού παραμένει ανέφικτη γι’ αυτόν, γιατί ο Θεός γνωρίζεται μόνον με αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος. Ο Κύριος αποκαλύπτεται στις ταπεινές ψυχές. Σ’ αυτές δείχνει ο Κύριος τα Έργα Του, που είναι ακατάληπτα για τον νου μας.

* Καλότυχη η ψυχή που αγαπά τον αδελφό της, γιατί ο αδελφός μας είναι η ζωή μας.

* Ή ψυχή δεν μπορεί να έχει ειρήνη, αν δεν προσεύχεται για τους εχθρούς.

* Μεγάλο πρόσωπο είναι ο Ιερέας, ο λειτουργός του αγίου Θυσιαστηρίου του Θεού. Όποιος τον προσβάλλει, προσβάλλει το Άγιο Πνεύμα που ζει σ’  αυτόν.

* Αν ο άνθρωπος δεν τα λέει όλα στον πνευματικό, τότε είναι ο δρόμος του στραβός και δεν οδηγεί στην σωτηρία.

* Είναι απαραίτητο να έχουμε υπακοή, ταπείνωση και αγάπη, αλλιώς όλες οι μεγάλες ασκήσεις και αγρυπνίες μας αποβαίνουν μάταιες.

* Ο Κύριος αγαπά την υπάκουη ψυχή και της δίνει την ειρήνη Του, και τότε όλα είναι καλά κι η ψυχή αισθάνεται αγάπη για όλους.

* Ο αληθινός υποτακτικός μισεί το θέλημα του κι αγαπά τον πνευματικό πατέρα και γι' αυτό λαμβάνει την ελευθερία να προσεύχεται στον Θεό με καθαρό νου κι η ψυχή του θεωρεί τον Θεό χωρίς λογισμούς και αναπαύεται κοντά Του.

* Αν ένας λαός ή μία πολιτεία υποφέρουν, τότε πρέπει να μετανοήσουν οι πάντες κι ο Θεός θα τα εξομαλύνει όλα προς το καλό.

* Ο άγιος Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος λέει πως οι εντολές του Θεού δεν είναι βαρειές, αλλά ελαφρές. Ναι, είναι ελαφρές, αλλά μόνον εξ αιτίας της αγάπης, χωρίς την αγάπη όμως όλα είναι δύσκολα.

ΠΗΓΗ: "ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ"
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ – ΤΕΥΧΗ 12-13

Μία ακόμη, από το post Γνωριμία με το Θεό:

Καθένας μας μπορεί να κρίνει για το Θεό κατά το μέτρο της χάριτος του Αγίου Πνεύματος που γνώρισε. Γιατί πώς είναι δυνατό να σκεφτόμαστε και να κρίνουμε για πράγματα που δεν είδαμε ή δεν ακούσαμε και δεν ξέρουμε; Οι άγιοι λένε πως είδαν το Θεό. Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που λένε ότι δεν υπάρχει Θεός. Είναι φανερό πως μιλούν έτσι επειδή δεν Τον γνώρισαν, αυτό όμως δεν σημαίνει καθόλου πως ο Θεός δεν υπάρχει.
Οι άγιοι μιλούν για πράγματα που πραγματικά είδαν και γνωρίζουν. Δεν λένε, για παράδειγμα, πως είδαν ένα άλογο μήκους ενός χιλιομέτρου ή ένα πλοίο δέκα χιλιομέτρων, που δεν υπάρχουν. Κι εγώ νομίζω, πως, αν δεν υπήρχε Θεός, δεν θα μιλούσαν καν γι' Αυτόν στη γη. Οι άνθρωποι όμως θέλουν να ζουν σύμφωνα με το δικό τους θέλημα και γι' αυτό λένε πως δεν υπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας έτσι μάλλον πως υπάρχει.
 
Μπορείτε να δείτε επίσης
 

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Μελένιος Δράκος – Κεφάλαιο 2

Φωτο από εδώ

Η προσπάθεια του θείου Άρη φαινομενικά δεν είχε αποδώσει καρπούς.

Φαινομενικά όμως, γιατί για μας είχε οδηγήσει σ’ ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα: ότι ο Χρηστάκης δεν είχε ξεσηκώσει το Μελένιο Δράκο από καμιά ιστορία, παραμύθι, παιδική ταινία ή παιχνίδι…

Αυτό έδινε ένα + στο Μελένιο Δράκο να είναι πραγματικός.

Συνεδριάζαμε στο σχολείο, στα διαλείμματα, έχοντας μαζί μας τους Λιλιπούτειους Καταφερτζήδες, τους φίλους του Χρηστάκη.

«Αφού σας είπα ότι τον έχω δει το Δράκο» αγανάκτησε ο Κλέβις.

«Άσε, δεν “κλέβεις” την παράσταση» ειρωνεύτηκε ο Κώστας.

«Έι!» διαμαρτυρήθηκε ο Κλωντιάν. Ο ίδιος ο Κλέβις δε φάνηκε να κατάλαβε το λογοπαίγνιο.

«Κλέβις», μίλησα πιο ψύχραιμα (συνέχισα να συμπεριφέρομαι σαν αρχηγός μερικές φορές κι είχα αρχίσει να συνηθίζω το νέο μου πόστο), «δεν πιστεύουμε ότι είδες στ’ αλήθεια το Μελένιο Δράκο. Μάλλον την πρώτη φορά είδες απλώς σύννεφα που έμοιαζαν με δράκο, μπορεί να μπερδεύτηκε κι ο Χρήστος ή να σε πείραζε, και τη δεύτερη φορά το δρακόμελο ίσως ήταν κανονικό μέλι, που ο Χρήστος το πέρασε για μέλι του Δράκου».
«Μα…».

«Η μαμά δεν παραδέχεται ότι στο σπίτι υπάρχει άλλο μέλι, από του θείου του Γιώργου από την Κρήτη» βεβαίωσε με τουπέ η Λένια.

«Άρα», συνέχισα, «δεν ξέρουμε για το Μελένιο Δράκο τίποτ’ άλλο, εκτός από το ότι ο Χρηστάκης έλεγε ότι υπάρχει».

«Και ότι τον ζωγράφιζε» πρόσθεσε ο Κώστας.

«Το πιο πιθανό, και συγνώμη Λένια», είπε ο Μιχάλης, «είναι ότι ο Μελένιος Δράκος δεν υπάρχει. Και ότι γενικά δεν υπάρχουν δράκοι».

«Υπάρχουν!» πετάχτηκε η Μελίνα. «Και δράκοι και νεράιδες και ξωτικά και ο άγιος Βασίλης και ο Λαγός του Πάσχα και η Νεράιδα των Δοντιών! Όλα υπάρχουν».

«Πού είμαι; Στο Χόλιγουντ;» γέλασε ο Κωστάκης. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν τι είναι αυτό, ούτε κατάλαβαν τι εννοούσε. Ούτε μας ένοιαζε.

«Λοιπόν, για να μην ξεφεύγουμε», είπε ο Μιχάλης, «τι προτείνετε να κάνουμε από ’δώ και πέρα; Γιάννη;».

Μου έδωσε το λόγο κι αυτό με γέμισε αυτοπεποίθηση και περηφάνια· ήξερα πια πως δεν αμφισβητούσε τη νέα μου θέση.

Όμως ήμουν αναγκασμένος να παραδεχτώ:

«Δεν ξέρω».

«Έχω ιδέα» είπε ο Νικήτας, ένας από τους Λιλιπούτειους Καταφερτζήδες.

«Πες την» απάντησε ο Μιχάλης.

«Θα το πούμε σε όλους και θα ψάξουμε όλοι».

«Όταν λες όλοι;».

«Όλα τα παιδιά, παντού. Τα παιδιά του σχολείου, των αγγλικών, της κολύμβησης, του μπάσκετ, του σκάκι, όλα. Κάποιος θα ξέρει κάτι ή κάποιος θα βρει κάτι».

Κοιταχτήκαμε. Φάνηκε στα μάτια μας πως συμφωνούν όλοι.

«Γιατί όχι;» είπα. «Μπράβο, Νικήτα!». Κοίταξα τα πιτσιρίκια (ένα χρόνο και μια τάξη πιο μικρά από μένα). «Μπράβο σε όλους», τα επιβράβευσα σα μεγάλος.

***

Κι έτσι άρχισε η επιχείρηση “Μελένιος Δράκος”. Εξαπλώθηκε σαν κύμα από την τάξη μας σε όλο το σχολείο κι απ’ το σχολείο σε όλη την πόλη. Στις δραστηριότητες, στα φροντιστήρια, στα γυμναστήρια, στα κολυμβητήρια, στο σκακιστικό όμιλο, στα Internet café, στις αλάνες, στα πεζοδρόμια, παντού, μα παντού, όλα τα παιδιά των δημοτικών σχολείων άρχισαν να ψάχνουν για το Μελένιο Δράκο.

Τα πεμπτάκια και τα εκτάκια το κυκλοφόρησαν μέσω Facebook, Instagram και Twitter. Το κύμα πήγε και σε άλλες πόλεις. Έπρεπε να πάει, γιατί μπορεί ο Μελένιος Δράκος να ταξίδευε αλλού ή – για να το θέσω πιο ρεαλιστικά, δηλαδή πιο μεγαλίστικα – μπορεί ο Χρηστάκης να είχε απαχθεί και μεταφερθεί σε άλλη πόλη!

Έπρεπε να δημιουργηθεί ένα δίκτυο που να τον αναζητά σε όλη την Ελλάδα.

Σ’ αυτό βοηθούσαν οι ανακοινώσεις μέσω της τηλεόρασης, από την αστυνομία, το Χαμόγελο του Παιδιού (ξέρετε, πιστεύω, τι είναι αυτό) και άλλους φορείς, όπου έδειχναν τη φωτογραφία του.

Οι μικροί εξερευνητές, αναζητητές, κυνηγοί του Μελένιου Δράκου (όπως θέλετε πείτε το), κυκλοφόρησαν αυτή τη φωτογραφία παντού, μέσω υπολογιστών, κινητών τηλεφώνων και τάμπλετς. Σύντομα, εκατοντάδες παιδιά και έφηβοι έψαχναν για το Χρηστάκη και το Μελένιο Δράκο. Οι περισσότεροι δε μας ήξεραν καν· είμαι βέβαιος ότι δεν ήξεραν ούτε από ποιον είχε ξεκινήσει αυτή η καινούργια τρέλα, όπως την ονόμασαν μερικοί μεγάλοι.

Γιατί ξέχασα να σας πω πως το κυνήγι δεν πέρασε απαρατήρητο απ’ τους μεγάλους. Οι μεγάλοι όλα τα παρατηρούν, μόνο που δεν τα καταλαβαίνουν, ούτε και προσπαθούν να τα καταλάβουν. Μάλλον ντρέπονται που κάποτε υπήρξαν παιδιά και για να εκδικηθούν τον εαυτό τους προσπαθούν να πείσουν και τα παιδιά ν’ αρχίσουν να σκέφτονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα σα μεγάλοι.

Τέλος πάντων…

Στην τηλεόραση, στις Ειδήσεις, προβλήθηκε ένα βίντεο μερικών λεπτών για το θέμα. Κάποια μεγάλα παιδιά, πέμπτης ή έκτης δημοτικού ή και γυμνασίου, άγνωστα σε μας, μίλησαν για την αναζήτηση του Μελένιου Δράκου και του Χρηστάκη. Δεν ήξεραν ποιος είναι ο Χρηστάκης, μόνο τη φωτογραφία του και το μικρό του όνομα. Ήξεραν επίσης ότι ο ίδιος είχε μιλήσει για το Μελένιο Δράκο, λέγοντας πως είναι φίλος του και ένα σωρό συναρπαστικές ιστορίες γι’ αυτόν. Αυτά τα μεγάλα παιδιά ισχυρίστηκαν ότι δεν πίστευαν πως υπάρχει πραγματικός δράκος, αλλά πως “Μελένιος Δράκος” είναι κάτι σαν κωδικός, ένα όνομα που μπορεί να οδηγήσει σε κάποιους ανθρώπους, που σχετίζονται με την εξαφάνιση του Χρήστου.

Εμ βέβαια, τα μεγάλα παιδιά κοντεύουν να γίνουν μεγάλοι ή θέλουν να φαίνονται σα μεγάλοι· πού να καταλάβουν;

***

Εμείς ωστόσο, μαζί με δεκάδες φίλους μας, κρυφά απ’ τους γονείς μας, ερευνούσαμε κάθε σκοτεινή γωνιά της πόλης που έπεφτε στην αντίληψή μας, εγκαταλελειμμένα κτήρια, μισοτελειωμένες οικοδομές, βαθουλώματα σε τοίχους, αποχετεύσεις, μικρές σπηλιές, όπου σύμφωνα με τη φαντασία μας θα μπορούσε να φωλιάζει ένα δράκος – ένας δράκος που κινιόταν ανάμεσα στην ομίχλη των παραμυθιών και το φως ή το σκοτάδι του αληθινού κόσμου, της πραγματικής ζωής, αν κι αυτά δεν ξεχωρίζονταν μέσα στις παιδικές μας ψυχές.

Ψάχναμε εκεί όταν ξεπορτίζαμε για να πάμε στις απογευματινές μας δραστηριότητες, όσο ήμασταν μαζί κι ήταν δυνατόν να ξεφύγουμε από τους άγρυπνους φρουρούς μας (νομίζω σας έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτούς), τους γονείς μας.

Κι ένα σκοτεινό χειμωνιάτικο βραδάκι, ένα ολόκληρο μήνα μετά την εξαφάνιση του Χρηστάκη, ένα μήνα άκαρπων ερευνών, βρέθηκε μπροστά μας μια συντροφιά από μεγάλα παιδιά, που μας έφραξαν το δρόμο κοιτάζοντάς μας με άγρια βλέμματα, που μας έκοψαν την ανάσα.

Όμως εκείνα δεν τα ’χαν μαζί μας και το οργισμένο τους βλέμμα δεν ήταν για μας.

Πλησίασαν οι αρχηγοί τους, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, κι αφού μας μέτρησαν με τα μάτια από πάνω ώς κάτω, άνοιξαν το στόμα τους και μίλησαν με σεβασμό, αλλά και με τραχύτητα – ήταν ο πρώτος σεβασμός, θα ’λεγα “πολεμικός σεβασμός”, που γνωρίσαμε στη ζωή μας και η πρώτη τραχύτητα.

«Εσείς ψάχνετε το Μελένιο Δράκο; Εσείς ξεκινήσατε την ιστορία;».

Ξεροκατάπιαμε. Ήμασταν όμως τουλάχιστον δεκαπέντε, ολόκληρη συμμορία, κι είχαμε κάθε λόγο να μην τα κάνουμε πάνω μας.

Ο Κωστάκης μίλησε πρώτος κι έγινε ο αρχηγός της ομάδας για κείνη τη μέρα:

«Ναι, εμείς. Τι θέλετε;».

Έκανα μια σκέψη.

«Βρήκατε τίποτα;» αποτόλμησα να ρωτήσω.

Το κορίτσι, ντυμένο στα μαύρα, με πολλά σκουλαρίκια και τατουάζ, προχώρησε και με κοίταξε στα μάτια· ρίγησα από φόβο, σα να στεκόταν μπροστά μου μια ανήμερη μάγισσα από τη χώρα, όχι των παραμυθιών, αλλά των εφιαλτών.

«Όχι, δε βρήκαμε» είπε, «αλλά έχω χάσει τον αδερφό μου και θα ’θελα να μιλήσουμε για το ψάξιμό σας».

 ***

Και σε λίγο βρεθήκαμε να καθόμαστε σε καμπόσα άδεια κασόνια, σε μια αποθήκη.

«Με λένε Μίνα».

Είχαμε μεγαλώσει στα ξαφνικά, μέσα σε μισή ώρα. Διαλεγόμασταν επί ίσοις όροις με μεγαλύτερα παιδιά, που φαίνονταν μάγκες, περπατημένοι στην πιάτσα, δυναμικοί και ατρόμητοι· και είχαν ψάξει να μας βρουν, για να τους μιλήσουμε για την έρευνά μας!

Στιγμές δόξας!

“Χρηστάκη μου, τι να κάνεις τώρα;” σκέφτηκα. Αυτές οι στιγμές της δόξας καλύτερα να ’λειπαν και να ’χαμε το ξαδερφάκι μας στην αγκαλιά μας, ζωντανό και γερό!...

Αλλά η ζωή αλλιώς τα θέλει.

«Ο αδερφός μου χάθηκε πριν πέντε μήνες. Ήταν δώδεκα χρονών. Η αστυνομία υποτίθεται ότι έψαξε – τίποτα δε βρήκε».

«Υποτίθεται; Γιατί λες υποτίθεται;» τη ρώτησε ο Μιχάλης. «Δεν ψάχνουν στ’ αλήθεια;».

«Ξέρουμε κι εμείς;» γρύλισε το αγόρι. «Δεν εμπιστευόμαστε τους μπάτσους».

Εγώ πρώτη φορά άκουγα κάποιον ν’ αποκαλεί τους αστυνομικούς “μπάτσους”. Από ’κεί να καταλάβεις τι “τρυφερά πόδια” ήμασταν.

Ναι, τους εμπιστευόμασταν και τους φοβόμασταν· έτσι μας είχαν μάθει οι γονείς μας, που πολλές φορές μας φοβέριζαν κιόλας πως, αν είμαστε κακά παιδιά, θα ’ρθει ο αστυνομικός να μας πιάσει να μας ρίξει στη φυλακή.

“Κι αν το Χρηστάκη τον έχει συλλάβει η αστυνομία;” σκέφτηκα αστραπιαία.

Έδιωξα τη σκέψη. Η αστυνομία δε συλλαμβάνει μικρά παιδιά, όσο κακά κι αν είναι. Άλλωστε – θυμάστε;– δεν υπάρχουν κακά παιδιά, όπως είχε πει κι ο Κωστάκης στη Λένια.

Στη Λένια, που είχε απότομα μεγαλώσει και τώρα έψαχνε τον αδερφό της και Μελένιους Δράκους.

«Δεν ξέρουμε τίποτα για το Μελένιο Δράκο, ούτε υπάρχει κάποιο στοιχείο για τον αδερφό μου», συνέχισε η Μίνα. «Δυστυχώς, ούτε για το φίλο σας. Αυτή όμως είναι η φωτογραφία του αδερφού μου. Τον λένε Θάνο. Σας παρακαλώ, έχετε το νου σας μήπως μάθετε κάτι».

«Κι εμείς, όχι μόνο θα ψάχνουμε για το δικό σας», είπε το αγόρι, «αλλά και μπορείτε να βασίζεστε σε μας – αν δηλαδή θέλετε να δείρετε κανένα ή να αμυνθείτε, αν κινδυνέψετε ή απειληθείτε, ξέρετε τώρα».

«Δε μασάμε» συμπλήρωσε ένας άλλος της παρέας στραβογελώντας με χαλασμένα δόντια σαν πειρατής.

Δώσαμε τα χέρια, κοιτάξαμε καλά τη φωτογραφία και χωρίσαμε. Μας αφήσανε κάποιους αριθμούς τηλεφώνου. Τι να τους κάνουμε; Εμείς δεν είχαμε κινητά και ήμασταν και υπό επιτήρηση.

Αλλ’ αφού γυρίσαμε σπίτι αναγκαστήκαμε να τα πούμε όλα, γιατί είχαμε καθυστερήσει κι οι γονείς μας είχανε σκάσει από την αγωνία.

Αφού ακούσαμε τρελές κατσάδες, ο καθένας στο σπίτι του, δώσαμε όλοι περίπου την ίδια απάντηση:

«Πείτε ό,τι θέλετε. Εμείς δε θα σταματήσουμε μέχρι να βρούμε το Χρηστάκη. Είναι ο αδερφός μας, ο ξάδερφός μας, ο φίλος μας, δε θα τον αφήσουμε πίσω».

Αυτό κλόνισε κάπως τους μεγάλους και μάλλον τους έκανε να ντραπούν λίγο.

«Και τι έχετε βρει μέχρι τώρα;» ρώτησε ψύχραιμα ο μπαμπάς μου· δεν κατάλαβα αν το έκανε για να με αποστομώσει ή πραγματικά ενδιαφερόταν να μάθει.

«Τίποτα» παραδέχτηκα. «Αλλά αυτό δε σημαίνει πως θα σταματήσουμε. Κάπου είναι ο Χρηστάκης. Και κάπου είναι κι ο Μελένιος Δράκος».

«Μάλιστα». Η μαμά μου παρακολουθούσε με αγωνία, έτοιμη να ξεσπάσει. «Ο Μελένιος Δράκος, Γιάννη, δεν υπάρχει. Όσο για το Χρηστάκη, μπορεί να μην είναι πια ζωντανός ή να βρίσκεται σε μακρινή πόλη ή ακόμη και σε άλλη χώρα».

«Το ξέρουμε. Κάνουμε ό,τι μπορούμε. Μέσω Facebook κάποιοι έχουν ειδοποιήσει και σε άλλες πόλεις. Αν θέλετε να κάνετε κάτι, αντί να μας μαλώνετε, ψάξτε κι εσείς».

Αυτό ήταν. Η μαμά μου άρχισε να κλαίει κι ο μπαμπάς μου έπεσε βαρύς σε μια καρέκλα και συλλογίστηκε αρκετή ώρα.

Η Μελίνα κόλλησε πάνω μου· την πήρα αγκαλιά και πήγαμε στο δωμάτιό της.

«Μήπως ξέρουν κάτι; Πέθανε ο Χρηστάκης μου;» ρώτησε με τρεμάμενα χείλη, δακρύζοντας.

«Όχι, όχι, Μελίνα μου» την παρηγόρησα, απορώντας κι εγώ ποια ήταν η αλήθεια. «Μάλλον φοβούνται για μας, ανησυχούν και σκέφτονται πώς να μας βοηθήσουν».

«Να ’χαμε το Γάτο το Σπιρουνάτο ή το Σκούμπι Ντου, θα μας βοηθούσαν!» ψέλλισε το κορίτσι, έκλεισε τα ματάκια της κι αποκοιμήθηκε στον ώμο μου.

Στην αρχή μειδίασα, μα μετά ξαφνιάστηκα και σοβαρεύτηκα.

Δεν έχουμε το Γάτο το Σπιρουνάτο, ούτε το Σκούμπι Ντου εδώ πέρα, να μας βοηθήσουν. Ούτε το Σούπερμαν, το Μπάτμαν και τους Εκδικητές!... Έχουμε όμως κάποιους άλλους: το Χριστό, την Παναγία, τους αγίους.

Τι τους έχουμε στις εικόνες και πάμε πότε πότε στην εκκλησία και τους ανάβουμε ένα κεράκι;

Γενική επιστράτευση: όλοι θα μιλήσουμε με τους αγίους. Πώς το λένε οι μεγάλοι; Προσευχή;

Προσευχή και προσευχούλα ήξερα πως λένε τα λίγα λόγια που λέμε στην Παναγίτσα πριν κοιμηθούμε. Τώρα, πρώτη φορά με πραγματική φλόγα, εγώ, η αδερφή μου, τα ξαδέρφια μου και όλοι οι φίλοι μας, άσχετα από τη θρησκεία των γονιών τους, για την οποία δεν ήξερα τίποτα και για μερικούς ίσως ούτε και τα παιδιά τους δεν ήξεραν τίποτα, αρχίσαμε να προσευχόμαστε σε κάθε ελεύθερη στιγμή μας, ζητώντας επίμονα καθοδήγηση και βοήθεια.

Τυχαίο ήταν; Ή πραγματικά μας οδήγησε η Παναγία; Άλλωστε είχαμε βρει την εικόνα της στο χωριό και είχαμε υποσχεθεί, ουσιαστικά ορκιστεί, μπροστά σ’ αυτή την εικόνα να μην αφήσουμε κανέναν πίσω.

Πάντως, λίγες ημέρες μετά, άλλαξε η πορεία των ερευνών μας και η περιπέτειά μας μπήκε σε τελείως διαφορετικό δρόμο.

 

«Κάτω τα χέρια από…»: Το πιο συνηθισμένο σύνθημα, που υψώνεται από τη λαϊκή αγανάκτηση

Το πιο συνηθισμένο σύνθημα, που υψώνεται από τη λαϊκή αγανάκτηση στις αμέτρητες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας ενάντια στο πολιτικό σύστημα, εί...