Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

 


"Η 2η Κυριακή είναι η Κυριακή του Ασώτου και διαβάζεται αυτή η πασίγνωστη παραβολή (κατά Λουκάν, κεφ. 15), που μιλάει για την επιστροφή του αμαρτωλού στο Θεό, την αγάπη του Θεού και το πρόβλημα της συγχώρησης του συνανθρώπου μας από εμάς τους δήθεν «ηθικούς». 

Αυτή την παραβολή διάβασε, όταν ήταν εξόριστος, ο κορυφαίος Ρώσος συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, από μια Καινή Διαθήκη που της έκοβε κάθε μέρα μια σελίδα, έβαζε μέσα… καπνό κι έστριβε τσιγάρο. Και, ενώ μέχρι τότε ήταν άθεος, συγκλονίστηκε τόσο, που πίστεψε στο Χριστό." (Από εδώ).

Δύο αδέρφια, δύο ιδεολογίες, δύο συμπεριφορές – ένα σπίτι, μια περιουσία, ένας πατέρας. Η ιστορία του ασώτου, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη παραβολή, μοιάζει να ειπώθηκε για κάθε άνθρωπο, μα πιότερο για κάθε Έλληνα ξεχωριστά. Καμιά άλλη παραβολή δε ζωγραφίζει τόσο ξεκάθαρα τη συμφορά της φυλής μας: δύο αδέρφια, εγώ κι εσύ… εγώ ο άσωτος, εσύ ο συνετός. Ή το αντίθετο – δεν έχει σημασία ποιό ρόλο θα κρατήσει ο καθένας μας αφού όλα ανατρέπονται στην πορεία.
 
Δυο αδέρφια λοιπόν, ο ένας ως άφρονας τζίτζικας, ο άλλος ως σώφρων μέρμηγκας. Ο ένας κατασπαταλά το βίος του πατέρα σα να ήταν δικό του… ο άλλος διαφυλάττει το βιος του πατέρα σα να ήταν δικό του. Να το πρώτο φάουλ: και οι δύο αγνόησαν τον αληθινό ιδιοκτήτη της περιουσίας. Ο πρώτος με περισσό θράσος ζήτησε το μερίδιό του, ωσάν να είναι υποχρέωση του πατέρα να μοιράσει ένα βιος. Υποχρέωση και όχι επιθυμία. Ο δεύτερος υπομονετικός, δε ζήτησε να φάει κανένα μερίδιο, μα τι να το κάνεις; Κι εκείνος θεωρούσε δεδομένη την περιουσία: «αφού ο μικρός πήρε το μερίδιό του, άρα όλα τα υπόλοιπα κάποτε θα ανήκουν σε μένα». 
 
Και τον πατέρα ποιός από τους δύο τον ρώτησε; Ποιος γιος ενδιαφέρθηκε να μάθει τι στ’ αλήθεια ήθελε να κάνει την περιουσία του ο νόμιμος ιδιοκτήτης της; Ποιός σεβάστηκε ως τα κατάβαθα της σκέψης και της ψυχή του το δικαίωμα του πατέρα να μοιράσει ή να μη μοιράσει τα δικά του αγαθά όπως ο ίδιος ήθελε; Κανένας από τους δύο. Ούτε ο «άσωτος» ούτε ο «συνετός». Μα δεν ήταν αυτό το μοναδικό ατόπημα των δύο πρωταγωνιστών.
 
Δύο αδέρφια, σωστά; Μα στ’ αλήθεια, αδέρφια; Ποιός από τους δύο ενδιαφέρθηκε για τον άλλον; Ο άσωτος άρπαξε το «δικό του μερίδιο» για να το φάει με τους φίλους του χωρίς να νοιάζεται αν άφηνε πίσω τον αδερφό. Ήθελε γλέντι, αλλά στο μυαλό του χώρο στο γλέντι του δεν είχε κανένας από τους αληθινά δικούς του.
 
Ο συνετός – χειρότερος αυτός λόγω του τίτλου που υποτίθεται ότι έφερε – παραπονέθηκε που δεν είχε δώσει ο πατέρας και σε εκείνον ένα σφαχτό να «γλεντήσει με τους δικούς του φίλους»… και αυτός ο λόγος του ήταν αρκετός για να στερηθεί το γλέντι για χάρη του αδερφού του. Κι εκείνος ήθελε γλέντι όπως ο άσωτος, αλλά ούτε στο δικό του μυαλό υπήρχε χώρος για τους αληθινά δικούς του. Το φίλο, τον εκτός σπιτιού, ήθελαν και οι δύο να ευχαριστήσουν, μα τον αδερφό, κανένας από τους δύο δεν εκτιμούσε, ούτε υπολόγιζε.
 
Να το δεύτερο φάουλ: ξένοι και οι δύο στο ίδιο σπίτι, ξένοι και με μπόλικο φθόνο ο ένας για τον άλλον, με μπόλικο εγωκεντρισμό ο ένας σε βάρος του άλλου. Κανένας τους δεν ήθελε τη χαρά του αδερφού του, ούτε την παρέα του, ούτε την προκοπή του… ο άσωτος παράτησε τον αδερφό , γιατί έτσι του γούσταρε, κοιτώντας τη δική του καλοπέραση κι αδιαφορώντας που άφηνε το συνομήλικό του, το παρεάκι του τελικά, στην ερημιά ενός απέραντου αλλά πονεμένου σπιτιού. 
 
Κι ο άλλος – τρισχειρότερος, λόγω της τελειότητας που υποτίθεται πως διέθετε – πένθησε με τη χαρά του πατέρα, πένθησε και με την επιστροφή του αδερφού. Ο τέλειος γιος, ο υπεράνω, πένθησε που τώρα θα έπρεπε να μοιραστεί το βιός με τον ανεπρόκοπο, για τελικά στο μυαλό του, ότι άξιζε από την οικογένειά του ήταν το βιος του πατέρα και η δική του βολή. Ούτε οι άνθρωποι, ούτε η ζωή, ούτε η μεταμέλεια… τέλειος γιος, ατελής άνθρωπος.
 
 
 
Καμιά άλλη παραβολή δεν απεικονίζει τόσο ζωντανά την περιπέτεια της φυλής και της πατρίδας μας: μήπως κι εμείς, σ’ αυτό το σπιτικό που το λένε Ελλάδα, δυο ειδών αδέρφια δεν είμαστε; Από τη μια οι «άσωτοι», αυτοί που για χρόνια γλεντούσαμε με ένα βιος που δε μας ανήκε… Από την άλλη οι «συνετοί», αυτοί που για χρόνια περιμέναμε με ζήλια κάποτε να την πατήσουν οι άσωτοι… και που τώρα, αλίμονο, δεν έχουμε στην καρδιά μας, ούτε ίχνος ελέους για όσα υποφέρουν: πιότερο μας νοιάζει η εικόνα μας στους ξένους φίλους, παρά τα αδέρφια που από πλουσιόπαιδα, τρώνε ξυλοκέρατα: αυτοί πολύ καλά την πάτησαν, σωστά; «Δεν είναι το ίδιο» θα πεις. «Μαζί τους τρώμε κι εμείς ξυλοκέρατα, σε αντίθεση με τον τέλειο γιο της παραβολής». 
 
Κι όμως κάνεις λάθος: όπως εμείς έτσι κι εκείνος, ο τέλειος γιος, έχασε μεγάλο κομμάτι της βολής του σαν επέστρεψε ο «άσωτος» στο πατρικό σπίτι, ηττημένος και γυμνός. Όπως και στο δικό μας σπίτι, έτσι και σ’ εκείνο της παραβολής, το μισό βιος είχε χαθεί, θυσία της αφροσύνης του ασώτου. Μα πιο πολύ, αυτό που λέει η παραβολή, και που το βιώνουμε όλοι, ότι στάση κι αν κρατήσαμε στα χρόνια που το βιος ήταν άφθονο, είναι πως στην ιστορία αυτή δεν υπάρχει συνετός: όλοι, άσωτοι και συνετοί είμαστε κατά βάθος άσωτοι- οι πρώτοι βουτηγμένοι στην ασωτία της αδιαφορίας και της ματαιότητας. 
 
Οι δεύτεροι, βουτηγμένοι στην ασωτία της ψευδεπίγραφης τελειότητας, της κεκαλυμμένης υποκρισίας και – κυρίως – του φθόνου για ότι δε συμφωνεί με τα πιστεύω μας. Γι' αυτό και τούτο που συμβαίνει εδώ δεν είναι κρίση, είναι παρακμή: Όλοι σε τούτο εδώ το σπιτικό άσωτοι, γιατί τελικά όλοι υπηρέτες του δικού μας μικρόκοσμου που είτε δε νοιάζεται , ή δε συγχωρεί…είτε κοιτάει την πάρτη του, ή φθονεί και δε δέχεται τη μεταμέλεια.
 
Και στη μέση τι; Η παραβολή το λέει ξεκάθαρα: στη μέση μόνο ένας Πατέρας, στοργικός, υπομονετικός, ένας Πατέρας που περιμένει τον άσωτο να μετανοήσει, και μετά περιμένει το συνετό να γίνει άσωτος, για να μπορέσει κάποτε να μετανοήσει κι αυτός… βέβαια, έτσι όπως το βλέπω – κάνοντας και αυτοκριτική- το να περιμένεις τη μετάνοια ενός ανθρώπου που θεωρεί ότι ο ίδιος υπήρξε τέλειος και φθονεί τον αδερφό, είναι σα να τρίβεις δυο κομμάτια πάγο, ελπίζοντας ότι θα πάρεις σπίθα… γι’ αυτό, φοβάμαι, η παραβολή τελειώνει με την επιστροφή του προφανούς ασώτου, μα δε λέει αν επιστρέφει και ο ψευτο-συνετός… δεν το λέει, γιατί μάλλον κάτι τέτοιο δε γίνεται εύκολα.
 
Ωστόσο, μελετώντας την παραβολή, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, το δρόμο της σωτηρίας: για να σωθεί τούτη η οικογένεια της παρακμής, πρέπει να συνετιστούν και τα δύο παιδιά: και ο άσωτος ως προς την αφροσύνη και ο άσωτος ως προς την ψευδαίσθηση της τελειότητας… τότε μόνο θα μπορέσει ο Πατέρας να σώσει το σπιτικό, όταν και τα δύο παιδιά πάψουμε να σκεφτόμαστε ως «εγώ» και αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ως «ο άλλος: ο αδερφός»…
 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2025

Πώς ένας γιγάντιος Αφροαμερικανός συμμορίτης μεταστράφηκε ακούγοντας τα μαρτύρια της αγίας Αγάθης (5 Φεβρ.)

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Μετάφραση από τα αγγλικά. Εισαγωγή: Ένα γκρουπ προτεσταντών, κατά βάσιν πρώην φυλακισμένων και άστεγων, με τον πάστορα της κοινότητάς τους, επισκέπτονται διάφορες χριστιανικές εκκλησίες άλλων κοινοτήτων και καταλήγουν σε μια ελληνορθόδοξη εκκλησία, μέρος πρωτόγνωρο γι' αυτούς. Εκεί απορούν γιατί υπάρχουν εικόνες, αφού οι προτεστάντες δεν αποδέχονται τις εικόνες λόγω της Παλαιάς Διαθήκης.

Διηγείται ο ιερέας π. Fr. Photios Parks, PhD, νυν ορθόδοξος.

... Ακούγοντας αυτή την ερώτηση, με υπομονή και ευγένεια, ο ιερέας εξήγησε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα οι Ορθόδοξες Εκκλησίες γιορτάζουν την Αγία Αγάθη. Τότε ο Ιερέας άρχισε να περιγράφει στην ομάδα μας τη ζωή της Αγίας Αγάθης. Δήλωσε ότι η Αγία Αγάθη έζησε στην Ιταλία τον τρίτο αιώνα και ότι ήταν οπαδός του Χριστού. Η Αγάθη ήταν μια όμορφη νεαρή γυναίκα, την οποία πολλοί άντρες ήθελαν να παντρευτούν. Όμως η Αγκάθα, ως οπαδός του Χριστού, ήθελε να διατηρήσει την αγνότητά της και να ζήσει ως παρθένος για χάρη του Σωτήρα της και επέλεξε να μην παντρευτεί. 

Ένας πλούσιος ειδωλολάτρης με το όνομα Κουιντιανός, συνεπαρμένος από την ομορφιά της, ζήτησε το χέρι της. Η Αγάθη αρνήθηκε τις προτάσεις του και του δήλωσε ότι ήθελε να παραμείνει αγνή για ολόκληρη τη ζωή της. Ο Κουιντιανός, εξαγριωμένος από την απόρριψη της Αγάθης, αρχικά τη διαπόμπευσε στο κέντρο της πόλης και, με τους κατοίκους να παρακολουθούν, έβαλε τους υπηρέτες του να κόψουν το στήθος της! Στη συνέχεια, ζήτησε και πάλι για τελευταία φορά για το χέρι της (λες και ο προηγούμενος απάνθρωπος ακρωτηριασμός μπορούσε να αναγκάσει κάποιον να παντρευτεί) και πάλι η Αγάθη τον επέπληξε και δεσμεύτηκε στον Χριστό και στην αγιότητα. Και πάλι, τροφοδοτημένος από την οργή, ο Κουιντιανός ως τελευταία τελική πράξη - για να εκμεταλλευτεί την επιθυμία της Αγκάθα για αγνότητα - την ανάγκασε να ξεγυμνωθεί μπροστά σε όλους τους θεατές της πόλης και μετά την έσυρε μέχρι θανάτου δεμένη πίσω από μια άμαξα.

Καθώς ο Ιερέας μας είπε αυτή τη δραματική ιστορία, παρατήρησα από την άκρη του ματιού μου ότι ένας από τους κυρίους της ομάδας συμπεριφερόταν κάπως περίεργα. Κάπως περπατούσε, έσφιγγε τις γροθιές του και μουρμούρισε κάτω από την ανάσα του. Έμοιαζε σαν να περνούσε τα όρια μεταξύ θυμού και κλάματος. Δεν γνώριζα πραγματικά αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο, που θα τον ονομάσουμε "Σον", καθώς ήταν νέος στο γκρουπ και στο πρόγραμμά μας. Ο Σον ήταν οπτικά εκφοβιστικός καθώς στεκόταν 6 πόδια 3 ίντσες, είχε έντονα μάτια και τατουάζ σε όλο του το πρόσωπο. Έμοιαζε με τον γίγαντα στην ταινία "Το Πράσινο Μίλι", αλλά πιο τρομακτικός.

Το μυαλό μου έτρεχε καθώς άρχισα να παρατηρώ ότι αυτός ο γιγαντιαίος άντρας απογοητεύεται όλο και περισσότερο. Έπαιξαν άσχημα σενάρια στο μυαλό μου: Θα έβαζε νοκ-άουτ αυτόν τον ευγενικό, γέρο ιερέα; Ήταν να ξεσπάσει σε κλάματα; Θα προσπαθούσε να καταστρέψει την εικόνα της Αγίας Αγάθης; Αποφάσισα, διστακτικά, να πάω και να μιλήσω με τον Σον για να προσπαθήσω να τον ηρεμήσω. Μη έχοντας ακόμη δημιουργήσει εμπιστοσύνη με τον Σον, προσπάθησα να είμαι συμπονετικός με τον μεγαλόσωμο άντρα.

Του είπα, «Σον, τι συμβαίνει φίλε; Μπορώ να πω ότι είσαι εκνευρισμένος… Υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω για σένα αυτή τη στιγμή;»

Συνεχίζοντας να βηματίζει, σφίγγοντας τη γροθιά του και με δάκρυα στα μάτια, μου είπε θυμωμένος: «Γιατί να το κάνουν αυτό;»

«Δεν ξέρω, Σον, οι εικόνες δεν είναι μέρος της παράδοσής μου», του απάντησα υποθέτοντας ότι μιλούσε για την εικόνα. 

 

Εκείνος απέκρουσε την απάντησή μου, «Όχι, γιατί να την κάνουν αγία;»
 
Και πάλι απάντησα: «Δεν ξέρω, Σον, δεν καταλαβαίνω πλήρως τους αγίους».

Εκείνος απάντησε, κλαίγοντας σε αυτό το σημείο, «Γιατί να την κάνουν παράδειγμα;»

«Δεν ξέρω, Σον» είναι το μόνο που θα μπορούσα να καταλήξω. Ο Σον δεν γρονθοκόπησε τον ιερέα ούτε ανέτρεψε το εικονίδιο.

Συναντήθηκα με τον Σον την επόμενη μέρα, καθώς ήθελα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Ο Σον έσπασε εκείνη την ημέρα στο γραφείο μου. Μου εξήγησε πως η μαμά του είχε βιαστεί ως έφηβη και ότι η εγκυμοσύνη της με τον Σον ήταν το αποτέλεσμα αυτού του βιασμού. Μου περιέγραψε με παραστατικές λεπτομέρειες πως σχεδόν καθημερινά η μητέρα του τού υπενθύμιζε ότι ήταν αποτέλεσμα βιασμού και τον τιμωρούσε συνήθως γι' αυτό. Στη συνέχεια, ο Σον περιέγραψε πώς, ως αποτέλεσμα όλου του πόνου που ένιωθε στη ζωή του και όλης της κακομεταχείρισης που είχε δεχτεί, προχώρησε επίσης να πληγώσει άλλους σε όλη του τη ζωή.

Στη συνέχεια, μου εξήγησε ότι στο άκουσμα της ιστορίας της Αγίας
Αγάθης θεώρησε αδιανόητο πώς κάποιος τέτοιος άνθρωπος, κάποιος που κακοποιήθηκε τόσο σκληρά, θα μπορούσε να είναι παράδειγμα για τη χριστιανική πίστη. Ήταν ακόμη πιο μπερδεμένο για τον Σον ότι κάποιος σαν την Αγάθη μπορούσε να θεωρηθεί άγιος. Ήταν έκπληκτος με το πώς ο Θεός και μια Εκκλησία μπορούσαν να κοιτάξουν κάποιον τόσο κατεστραμμένο, τόσο συντετριμμένο, και να δηλώσουν ότι κάποιος σαν την Αγάθη είναι άγιος.

Ο Σον είδε τον εαυτό του στη ζωή της Αγίας 
Αγάθης. Έβλεπε στη ζωή της έναν οδηγό για τη δική του. Έβλεπε στην ελπίδα της το δικό του μαρτύριο. Είχε βρει έναν Σωτήρα που δεν τον θεώρησε καταραμένο ή πολύ συντετριμμένο για σωτηρία. Είχε βρει μια Εκκλησία που του έδινε την ευκαιρία, έστω και με όλη του τη ντροπή και τη συντριβή του, να γίνει κάτι πέρα ​​από τα ελαττώματά του. Άρχισε τη διαδικασία να αναγνωρίσει ότι μέσα στον Χριστό υπήρχε ελπίδα να γίνει άγιος και ακόμη και να γίνει παράδειγμα πίστης για τους άλλους. Ότι υπήρχε ένας τόπος και ένας σκοπός στη ζωή του και ότι όλος ο πόνος που βίωσε θα μπορούσε να είναι μέρος της στροφής του προς την αγιότητα. 

Ο Σον εντάχθηκε σε αυτήν την Ορθόδοξη Εκκλησία. Βλέποντας έναν Αφροαμερικανό 6 πόδια 3 ίντσες με τατουάζ στο πρόσωπο να στέκεται ανάμεσα σε Ελληνίδες γιαγιάδες σε μια ελληνική γιορτή, να γελούν μαζί και να μοιράζονται αστεία, ήταν σαν να έβλεπες μια μικρή γεύση από τον παράδεισο.

Το πρωτότυπο κείμενο (στα αγγλικά):

Someone so damaged, so broken, like Agatha, is a saint // How an giant African-American man with tattoos all over his face saw a guide for his life...

Δείτε επίσης, αν θέλετε:

Η μεταστροφή του π. Μωυσή Μπέρυ, μια παρόμοια περίπτωση: Έχεις μπλέξει με τον υπόκοσμο ή τις φυλακές; Ξέρω κάποιον δικό σου... 

 

 


ΖΗΣΕ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ!

You can see also

 
Fr. Moses Berry, a descendant of African slaves, Orthodox priest and teacher in USA

Full Impact Faith: An Interview with Fr. Turbo Qualls
Father Turbo Qualls in South Carolina Facilitates Discussion on Race

Grace and “the Inverted Pyramid” 
The realities of slavery, hopes and dreams for the African-American community for a Black Orthodox Priest in America   
St. Simon of Cyrene & Black History Month (February 27th: St. Simon’s Day)

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2025

Ο Κολοκοτρώνης ως παιδαγωγός του Γένους († 4 Φεβρουαρίου 1843)

 

Γράφει ο Δημήτριος Νατσιός, Πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ (από εδώ)

Στις 4 Φεβρουαρίου του 1843, κλείνει τα μάτια του στην Αθήνα το ζωντανό Εικοσιένα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Έλληνας ήρωας με την σημαντικότερη θέση στο εικονοστάσι του Γένους. Το να θέλεις να πλέξεις «τον επιτάφιον στέφανον αυτού ανάγκη να περιλάβης τον μέγαν Ελληνικόν Αγώνα», όπως αναφώνησε ο Σούτσος κατά το ξόδι του.

Θα συλλέξουμε, στο παρόν κείμενο, όσα σπουδαία και τιμαλφή είπε ο Γέρος του Μοριά για την Παιδεία και τα παιδιά. Θα σκύψουμε κάτω, όχι από την πένα, αυτήν δεν την κάτεχε, αλλά από το απροσκύνητο σπαθί του.

«Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθεί, ή να κρεμάσει φούντα για ξένον στο σπαθί», έλεγε ο Ρήγας και σημειώνει ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του, διά χειρός Τερτσέτη:

«Εφύλαξα πίστην εις την παραγγελίαν του Ρήγα. Και ο Θεός με αξίωσε και κρέμασα φούντα εις το Γένος μου ως στρατιώτης του. Χρυσή φούντα δεν εστόλισε ποτέ το σπαθί μου, όταν έπαιρνα δούλευσιν εις ξένα κράτη».

Από τον εξαίσιο λόγο του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα, το 1838, ενώπιον όλης της τότε Αθήνας, θα ερανιστούμε τις περισσότερες σκέψεις του. Ξεκινώ από τον επίλογο, όπου διαβάζω τούτα τα λόγια: «Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη εξ αιτίας των περιστάσεων έμεινα αγράμματος, και διά τούτο σας ζητώ συγχώρησι, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας». 

Τι μεγαλειώδες μάθημα, ελεγκτικό πολλές φορές για μας τους δασκάλους! Τα παιδιά τα διδάσκεις με ταπείνωση και όχι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορές μπαίνουμε στην τάξη, παραφουσκωμένοι από έπαρση και αλαζονεία, εξουδενώνοντας τους μαθητές μας, γιατί αδυνατούν να παρακολουθήσουν τις υψηλόφρονες φλυαρίες μας. Και όμως «η γνώσις φυσιοί, η δε αγάπη οικοδομεί» κατά τον Απόστολο Παύλο. Και χωρίς να το γνωρίζει ο ανυπερήφανος ήρωας, επαναλαμβάνει λόγια του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, γιατί τα λιοντάρια του Εικοσιένα ήταν πνευματικοπαίδια του.

Το τρομερό καριοφίλι ευλογήθηκε από το πετραχήλι, γι’ αυτό η Επανάσταση του ’21, ήταν αγιασμένη, όπως γράφει ο Κόντογλου. Έλεγε ο άγιος, όταν έστηνε τον σταυρό του σ’ έναν τόπο: «Και όχι μόνον δεν είμαι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια σας να φιλήσω. Διότι ο καθένας από λόγου σας είναι τιμιώτερος απ’ όλον τον κόσμον».

«Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, όπου ημείς ελευθερώσαμεν, και, διά να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία και την φρόνιμον ελευθερία». Ποια είναι τα θεμέλια της πολιτείας, πώς ισάζετε και στολίζετε; Με τα μεγάλα έργα, τις πανάκριβες επαύλεις και τις τενεκεδοκρόταλες δόξες και λόξες; Όχι, με την ομόνοια, γιατί ακόμη και σήμερα δεν επουλώθηκαν και είναι «θυμωμένες» οι πληγές των εμφυλίων.

Βλέποντας ο Κολοκοτρώνης το μεγάλο κακό που γινόταν από την «δολερή διχόνοια», το 1824 – αφού σκοτώθηκε ο σπουδαίος γιος του Πάνος – παραδόθηκε και τον «έκλεισαν» στην Ύδρα. Ήρθε ο Ιμπραΐμ και τον αναζήτησαν. Στο Ανάπλι που επέστρεψε είπε: «Πριν έβγω στο Ανάπλι έριξα στη θάλασσα τα πικρά τα περασμένα, κάνετε κι εσείς το ίδιο».

Η θρησκεία, η πίστη των πατέρων ημών, η αγία μας Ορθοδοξία, είναι λιθάρι ριζιμιό του Γένους, διότι «όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος», όπως κανοναρχεί τους νέους λίγο ενωρίτερα. Αν οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας, διάβαζαν στα εφηβικά τους χρόνια τον Κολοκοτρώνη ή τον Μακρυγιάννη, θα είχαν άλλη γνώμη για την Εκκλησία και την πίστη μας. Αλλά «τις εκ των αρχόντων (σσ. των τελευταίων δεκαετιών) επίστευσε» ποτέ στο Χριστό; Την πατρίδα μας την απελευθέρωσαν ήρωες, Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Όταν του Κολοκοτρώνη του διάβασαν την απόφαση θανάτου στο δικαστήριο της ντροπής των Βαυαρών, είπε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου». Το είπε με φωνή άτρεμη και έκαμε το σταυρό του.

Στη μάχη του Σαραβαλίου, το 1821, ο Ανδ. Ζαΐμης είχε καταφύγει στη μονή Ομπλού. Ο Κολοκοτρώνης τον ονείδιζε με τις λέξεις: «κυρ Ανδρέα, κυρ Ζαΐμη, τοις ελάφοις όρη τα υψηλά και πέτρα τοις λαγωοίς καταφυγή». Αγράμματος μεν, αλλά γνώριζε το Ψαλτήρι, γιατί λειτουργούνταν συχνά και όρθρου βαθέως και όχι δύο λεπτά πριν από την απόλυση, όπως οι σημερινές ποικιλώνυμες ασημαντότητες.

Μιλά ο Γέρος του Μοριά για την «φρόνιμον ελευθερίαν», γιατί υπάρχει και η άφρων, η ασυδοσία, η ατιμωρησία.

Πολύτιμες, μεταξένιες και οι παρακάτω παραινέσεις του γερο-Κολοκοτρώνη, η άγρυπνη συνείδηση του Γένους. Ούτε Ευρωπαίους παιδαγωγούς διάβασε, ούτε γνώση των σύγχρονών του «ρευμάτων» είχε. Γνώριζε όμως την ελληνορθόδοξη παράδοση και βίωνε τα καθαρά ήθη του Γένους, την ηθική του Ευαγγελίου που ζούσε από μικρός. Ο λόγος του μας θυμίζει τους δικαίους στρατηγούς της Παλαιάς Διαθήκης, που ήσαν στην υπηρεσία του λαού του Θεού.

Διαβάζω και αγαλλιώ: «Παιδιά μου να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας, και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τη νεότητά σας και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθήτε εις τα γράμματά σας. Να ακούετε τα συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και, κατά την παροιμία, μύρια ήξευρε και χίλια μάθανε. Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνη σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κυττάζη το καλό της Κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας». Η μόνη σκλαβιά που μας αρμόζει, λέει ο Κολοκοτρώνης, είναι στα γράμματα. Σε ποια όμως γράμματα; «Στα γράμματα που διαβάζουνε/οι αγράμματοι κι αγιάζουνε» (Ελύτης), τα γράμματα των Πατέρων, των αγίων, των μεγάλων φιλοσόφων της αρχαιότητας, τους οποίους ζωγράφιζε η Εκκλησία στους νάρθηκες.

Να κλείσω μ’ αυτό που εντόπισα στις υποσημειώσεις της «Διηγήσεως Συμβάντων» του Τερτσέτη. Ένας Ιταλός περιηγητής ονόματι Πέκιο, συναντά τον φυλακισμένο στην Ύδρα, στο μοναστήρι του προφήτη Ηλία, Κολοκοτρώνη. Η συζήτηση έφτασε στις νίκες του Μπραΐμη. Του λέει ο στρατηγός: «Ηξεύρεις τι έφερε την νίκη των Αιγυπτίων; Η ενότης της πολεμικής δυνάμεως, ενώ οι Έλληνες αφανίζονται από την μανίαν του να θέλουν να καπιτανεύουν, χωρίς την απαιτούμενην εμπειρίαν».

Θα έφτανε σε αυτήν την κατάσταση η Ελλάδα, αν «καπιτάνευαν» έμπειροι και συνετοί Κυβερνήτες και όχι μνημονιακοί λακέδες και πειθήνια ενεργούμενα ξένων παραγόντων;

Τα Απομνημονεύματα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη σε pdf
Βιογραφία του

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2025

Κόμικς & Graphic novels με βυζαντινά & ιστορικά θέματα (μια νεανική προσπάθεια που αξίζει): Byzantine tales

 Εκδόσεις Byzantine tales

 
Οι εκδόσεις «Byzantine tales» των Σπύρου Θεοχάρη και Χρυσαυγής Σακελλαροπούλου πήραν την πρωτοβουλία, από το 2019, να μεταφέρουν σε κόμικς και graphic novels σημαντικές, αλλά και συναρπαστικές, στιγμές και προσωπικότητες του βυζαντινού και γενικότερα του ιστορικού παρελθόντος μας.
 

«Κάτω τα χέρια από…»: Το πιο συνηθισμένο σύνθημα, που υψώνεται από τη λαϊκή αγανάκτηση

Το πιο συνηθισμένο σύνθημα, που υψώνεται από τη λαϊκή αγανάκτηση στις αμέτρητες κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας ενάντια στο πολιτικό σύστημα, εί...